Η αρχιτεκτονική των ιταλικών αγροτικών χωριών της Ρόδου

Μια ενδιαφέρουσα διπλωματική εργασία που αφορά την αρχιτεκτονική Ιταλικού εποικισμού στην Ρόδο πραγματοποίησε ο συμπολίτης μας κ. Μάνος Χατζηκαντής, τελειόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
 

Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Χατζηκαντής, κατέγραψε και μελέτησε την αρχιτεκτονική των τεσσάρων αγροτικών οικισμών που ιδρύθηκαν στο νησί της Ρόδου την περίοδο της Ιταλικής Κατοχής στα Δωδεκάνησα (1912-1943).
 Οι οικισμοί αυτοί είναι το San Marco (Κατταβιά), το Peveragno (Καλαμώνας), το Campochiaro (Ελεούσα) και το San Benedetto (. Κολύμπια). Παράλληλα, στην εν λόγω διπλωματική μελετάται το γενικότερο ιστορικό και αρχιτεκτονικό πλαίσιο της εποχής και ταυτόχρονα συγκρίνονται οι ιταλικοί οικισμοί της Ρόδου, με τους αντίστοιχους στην Ιταλία και στις υπόλοιπες ιταλικές αποικίες της Αφρικής, αλλά και με τους παραδοσιακούς οικισμούς της Ρόδου.


Η Ερευνητική Διπλωματική Εργασία έχει τίτλο "[ξένοι στα ξένα] Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΡΟΔΟ" με επιβλέπουσα καθηγήτρια την κ. Μαρία Δούση, ενώ μάλιστα θα πραγματοποιηθεί παρουσίαση αυτής της διπλωματικής εργασίας στον οικισμό Ελεούσα Ρόδου, στις 23 Σεπτεμβρίου για τα "80 χρόνια Campochiaro - Ελεούσα" με καλεσμένους Ιταλούς που έμεναν εκεί και παιδιά αυτών.


Ο κ. Χατζηκαντής, μιλώντας στην "Ροδιακή", ανέφερε πως "το ενδιαφέρον της ερευνητικής αυτής εργασίας επικεντρώνεται στο ζήτημα του εποικισμού, μέσα από το φάσμα της ιταλικής αρχιτεκτονικής και πως αυτή εντάσσεται στα πλαίσια του αγροτικού τοπίου της Ρόδου".


Σε ότι αφορά την επιλογή του θέματος, ο ίδιος σημείωσε πως "αφορμή στάθηκε ο προβληματισμός σχετικά με την σημερινή διαχείριση των εγκαταστάσεων των ιταλικών οικισμών, καθώς αρκετά από τα αξιόλογα αυτά κτίρια, σήμερα είναι εγκαταλελειμμένα και χρήζουν αποκατάστασης. Σκοπός της έρευνας αυτής είναι η μελέτη της ιταλικής αποικιακής αρχιτεκτονικής και πιο συγκεκριμένα των αγροτικών οικισμών της Ρόδου, μέσω της ανάλυσης, σύγκρισης και αξιολόγησης αυτών, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα που θα φανούν αρωγός στην μετέπειτα διαχείριση των οικισμών και των αξιόλογων κτισμάτων τους".


Σε ότι αφορά τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την εκπόνηση αυτής της ερευνητικής εργασίας ο κ. Χατζηκαντής ανέφερε "στηρίζεται στη μελέτη ελληνικής αλλά και ξένης, κυρίως ιταλικής βιβλιογραφίας. Ακόμα σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιτόπια έρευνα και αναλυτική φωτογραφική τεκμηρίωση των αγροτικών οικισμών. Αξιοσημείωτη πηγή στοιχείων αποτέλεσαν τα σχέδια των αρχιτεκτόνων των οικισμών, που παραχωρήθηκαν από του Γενικού Αρχείου του Κράτους, τμήμα Δωδεκανήσου. Χρήσιμο φάνηκε επίσης το ιστορικό φωτογραφικό υλικό αλλά και πληροφορίες που συλλέχτηκαν μέσα από προσωπική συνέντευξη με ανθρώπους που έζησαν την περίοδο της Ιταλοκρατίας στην εγγύς περιοχή των οικισμών αλλά και με αρμόδιους σχετικούς με τους οικισμούς".


Απο την εν λόγω μελέτη, διακρίνονται δύο περίοδοι της αρχιτεκτονικής της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα, που αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές αντιλήψεις των δύο γενικών διοικητών, του MarioLago (1924-1936) και του CesareMaria De Vecchi (1936-1941).
Εστιάζοντας την μελέτη στους αγροτικούς οικισμούς της Ρόδου, επιχειρείται ο προσδιορισμός των συνθηκών κάτω από τις οποίες ιδρύθηκαν οι ιταλικοί οικισμοί, και η περιγραφή και ανάλυση των δημογραφικών, πολεοδομικών και αρχιτεκτονικών τους χαρακτηριστικών. Επιπλέον, αξίζει να παρουσιαστεί η αρχική αλλά και οι μετέπειτα χρήσεις των οικοδομημάτων των οικισμών. Επίσης, ερευνάται η σημερινή κατάσταση των κτισμάτων και η αφομοίωση ή μη αυτών από την νησιωτική κοινωνία.

Από την έρευνά του, ο κ. Χατζηκαντής συμπέρανε ότι η φασιστική αρχιτεκτονική συνδιαλέγεται με την παραδοσιακή και οδηγεί σε ένα συνονθύλευμα ρυθμών που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον αγροτικό χώρο και να καθορίσει νέα σημεία αναφοράς στο νησιωτικό τοπίο. "Οι ιταλικοί οικισμοί αποτελούν και αυτοί μέρος της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ρόδου και έτσι πρέπει να αξιολογηθούν. Δεν αρκεί η μη κατεδάφιση ή η συνεχής χρήση, αλλά κρίνεται αναγκαίο ένα πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης αυτών, σε συνδυασμό με την πολυπόθητη ένταξή τους στο νησιωτικό τοπίο και στα δεδομένα του σήμερα" αναφέρει ο ίδιος μεταξύ άλλων".