Από τη Νίσυρο στην Κύπρο και  μετά σε στρατόπεδο προσφύγων

Συνέντευξη στον Νάσο Μπράτσο στην ert.gr

Έκανε τον Oκτώβρη του 1943, το προσφυγικό ταξίδι από τη Νίσυρο στην Κύπρο και ακολούθως στη Γάζα στο στρατόπεδο προσφύγων Νουσεϊράτ. Η Άννα Κοντοβερού – Κουλιανίδη, θυμάται και μας διηγείται αυτά που έζησε εκείνα τα χρόνια.

Οι «κατσιρμάδες», ήταν ένας από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν όσους έφυγαν κάτω από τη μύτη του κατακτητή, για τη Μέση Ανατολή.
Σήμερα η κ. Κοντοβερού ζει στις ΗΠΑ και επισκέπτεται τη Νίσυρο τα καλοκαίρια.

Αντιμετώπισε η Νίσυρος πρόβλημα πείνας στην κατοχή, που ήταν και η βασική αιτία φυγής σε άλλα νησιά;
Όχι γιατί όλοι είχαμε κάποιες καλλιέργειες, σύκα, ελιές, κλπ και είχαμε και την αλιεία.

Ο πατέρας σας είχε αλιευτικό καΐκι και ψάρευε με Ιταλό φρουρό.
Ναι για να μην φύγει, το καΐκι το έλεγαν «Η γοργόνα του Μιλτιάδη», Μιλτιάδης ήταν το όνομα του πατέρα μου. Ψάρευε, έδινε και κάποια ψάρια στους Ιταλούς, χωρίς όμως να τον υποχρεώνουν οι ίδιοι.

Πόσο κόσμο είχε τότε η Νίσυρος;
Είχε περίπου 1.500 – 2.000 κατοίκους.

Αφού δεν υπήρξε πρόβλημα πείνας γιατί φύγατε;
Μία φορά κοντά στη νησίδα Γυαλί, που ψάρευε ο πατέρας μου, βρήκε τέσσερις Εγγλέζους, τους μάζεψε και τους έφερε στη Νίσυρο, αυτοί του είπαν ότι ήταν άλλοι δύο στην Κέφαλο και πήγε και τους πήρε. Οι Εγγλέζοι φυγαδεύτηκαν στην Τουρκία. Ήξερε ότι αν τον έπιαναν να το κάνει θα τον σκότωναν. Ακολούθως τον μαρτύρησαν στους κατακτητές και φύγαμε για να αποφύγουμε τις συνέπειες.

Πώς φύγατε;
Πήγαμε στην παραλία «Λιές» πάνω από 30 άτομα (οι άλλοι έφυγαν μαζί με την οικογένεια, γιατί φοβόταν ότι θα έρθουν οι Γερμανοί, που ήταν πολύ πιο σκληροί από τους Ιταλούς) και ξεκινήσαμε. Περάσαμε από το Καστελλόριζο και φτάσαμε στην Κύπρο σε ένα ταξίδι χωρίς προβλήματα.

Στην Κύπρο τι έγινε;
Μας κράτησαν κάποιο διάστημα σε καραντίνα. Ακολούθως πήραν τους άνδρες στο στρατό και τα γυναικόπαιδα μας έστειλαν σε στρατόπεδο προσφύγων στη Γάζα. Εκεί υπήρχαν πολλοί Έλληνες πρόσφυγες.

Πώς πέρναγε η ζωή εκεί;
Εμείς που ήμασταν μικρά παιδιά, παίζαμε, πηγαίναμε σχολείο, υπήρχε εξασφαλισμένο φαγητό, η μητέρα έφτιαχνε εργόχειρα και τα πουλούσε μέσα στο στρατόπεδο, δεν είχαμε επαφές με τον τοπικό πληθυσμό. Μέναμε σε μεγάλα αντίσκηνα. Όταν επιστρέψαμε, η αδελφή της μητέρας μου είχε πάθει φυματίωση από τις κακές συνθήκες διαβίωσης και απεβίωσε στην Αθήνα, εμείς γυρίσαμε στο νησί, που είχαμε αφήσει πίσω συγγενείς στο σπίτι, τον παππού, τη γιαγιά και έτσι το σπίτι ήταν άθικτο.