Το χρονικό της  εκτέλεσης των ηρώων της Ρόδου, Μιχάλη Βρούχου και Γιώργου Kωσταρίδη

Συμπληρώθηκαν χτες 73 χρόνια από την εκτέλεση των πατριωτών Μιχάλη Βρούχου και Γιώργου Κωσταρίδη.

Οι δύο Ροδίτες εκτελέστηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στις 20 Σεπτεμβρίου 1944 ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες για την αντιστασιακή τους δράση, δεδομένου ότι συμμετείχαν σε κατασκοπευτικό κλιμάκιο το οποίο συγκέντρωνε πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού και τις διαβίβαζε στις συμμαχικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο Γιώργος Κωσταρίδης και ο Μιχάλης Βρούχος επέδειξαν πρωτοφανή ηρωισμό κατά τη σύλληψη τους και ο δικηγόρος και πρώην δήμαρχος Γιώργος Βρούχος στις (αδημοσίευτες) «Αναμνήσεις» του με συγκλονιστικό τρόπο και με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τα δραματικά γεγονότα εκείνων των ημερών όπως τα έζησε ο ίδιος και οι οικογένειες των δύο ηρώων.

Σήμερα η «Ροδιακή» δημοσιεύει παρακάτω το χρονικό αυτό του Γιώργου Βρούχου για να τιμηθεί η μνήμη των δύο ηρώων, αλλά και για να πληροφορηθεί η νέα γενιά (που κανένας πλέον δεν φροντίζει να της διδάξει την ιστορία μας) τους αγώνες και τις θυσίες πολλών συμπατριωτών μας για να είναι σήμερα ελεύθερη η Ελλάδα και η Δωδεκάνησος.
Γιώργος Ζαχαριάδης

 


 

ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ
Ο Γιώργος Κωσταρίδης και ο αδελφός  μου  Μιχάλης είχαν  συλληφθεί  άλλες  δύο  φορές.  Τη μία χωριστά ο καθένας  και  την  άλλη μαζί  με άλλους όπως γράφω παραπάνω.  Δεν   είχαμε ανησυχήσει. Ο Γιώργος μάλιστα το διασκέδαζε και έλεγε: «'Οποιος δεν πήγε φυλακή δεν είναι άντρας.»

 Την Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 1944 στις 4 το πρωί η Feldgendarmerie, η γερμανική στρατονομία, κτυπούσε με τους υποκόπανους των όπλων την πόρτα της έπαυλης. Ο Σάββας άνοιξε και εισέβαλαν βίαια τέσσερις-πέντε στρατιώτες. Εγώ, που κοιμόμουν σε πιο εσωτερικό δωμάτιο, ξύπνησα από το φως του φακού που ένας Γερμανός μου έρριχνε στα  μούτρα. Ζητούσαν τον Μιχάλη, ο οποίος όμως δεν ήταν σπίτι. Είχε φύγει την προηγουμένη για τη Μονόλιθο για να επισκευάσει τον ασύρματο που χαλούσε συχνά.  

Δεν  ήταν  η  πρώτη  φορά  που  ο  Μιχάλης διανυκτέρευε μακριά μας. 'Eλεγε ότι είχε να εγκαταστήσει ή επισκευάσει ένα ραδιόφωνο στο καφενείο  κάποιου χωριού. Τότε τα ραδιόφωνα ήταν η ατραξιόν στα χωριά και το καφενείο που αποκτούσε ραδιόφωνο ήταν φυσικό να προσελκύει πελατεία. Γράφω εγκατάσταση γιατί τότε τα ραδιόφωνα με ανοδικές λυχνίες, συμπυκνωτές, αντιστάσεις, μετασχηματιστές κλπ. ήταν κάπως ογκώδη και για να πιάσουν σταθμό ήταν απαραίτητη η κεραία, ένα μακρύ χάλκινο καλώδιο στηριγμένο σε δυο ξύλινους στύλους στο δώμα του καφενείου, και ακόμα, επειδή στα χωριά δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, το ραδιόφωνο λειτουργούσε με μπαταρία και οι μπαταρίες ήταν μεγάλες και βαριές.

 


Ολόκληρη επιχείρηση δηλαδή. ΟΙ γονείς μου,  όπως κι'εμείς τ'αδέρφια του,  δεν αμφιβάλλαμε  ότι  πήγαινε μόνο γι'αυτό το λόγο. Μάλιστα βλέπαμε με κάποια ευχαρίστηση αυτές τις επισκέψεις στα μακρινά χωριά γιατί πάντα κάτι εύρισκε να φέρει: κανένα μπουκάλι λάδι, λίγα σύκα ξερά, λίγο σιτάρι ή κρέας. 

Οι στρατιώτες περικύκλωσαν το σπίτι και μας απομόνωσαν απαγορεύοντας κάθε επαφή  με οποιονδήποτε. Ακόμα και στον γαλατά, τον Αναστάση από τα Τριάντα, που ήρθε  κατά τις 7,  δεν επέτρεψαν να μας δώσει το γάλα.

Τόλμησα και ρώτησα τον λοχία: "Πόσο  θα  μείνετε εδώ;" - Μέχρι να έλθει ο Μιχάλης, μου απάντησε.  Κατά το μεσημέρι ήλθε ένα επιβατικό αυτοκίνητο από το οποίο κατέβηκε ένας υπολοχαγός  της  Feldegendarmerie,  κάτι είπε  στον λοχία κι’ αυτός ανεκοίνωσε στον πατέρα μου και στον αδελφό μου  Σάββα  ότι θα κρατούσαν τις  αδελφές  μου  Χριστίνα  και  Αμαλία  μέχρις  ότου παρουσιαστεί ο Μιχάλης. "Αν δεν παρουσιαστεί σε σαρανταοκτώ ώρες,  οι δεσποινίδες θα σταλούν στη Γερμανία" πρόσθεσε. 

 Ο πατέρας μου,  ο θείος μου Γιάγκος  και  ο  Σάββας, αντέδρασαν άμεσα. "Πάρτε εμάς. Αφήστε τις κόρες." Ήταν σαν να μιλούσαν σε τοίχο. Ο  λοχίας ανέκφραστος, ψυχρός, ασυγκίνητος στα κλάματα της μητέρας μου, εκτελούσε την διαταγή. Ο υπολοχαγός περίμενε στην αυλόπορτα.  Δύο στρατιώτες πλησίασαν την Χριστίνα και την Αμαλία και τις υπέδειξαν να κατευθυνθούν στο αυτοκίνητο. Οι αδελφές μου συμμορφώθηκαν ψύχραιμα, χωρίς διαμαρτυρίες και κλάματα. Τις θαύμασα. Αμέσως μετά λύθηκε η "πολιορκία" του σπιτιού μας. 

Ο πατέρας μου,  η θεία Μαρίκα  και  ο  θείος  Γιάγκος προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη μητέρα μου που ωρυόταν. Η αναπάντεχη  σύλληψη  της Νίνας και της Αμαλίας την  είχε  κυριολεκτικά  συντρίψει. Ο υπολοχαγός, αγέρωχος, παγερός, ανέκφραστος και αδιάφορος μπροστά στον σπαραγμό της μάνας, μπήκε στο αυτοκίνητο του κι’έφυγε.

Νωρίς το απόγευμα ο υπολοχαγός αυτός σταμάτησε ξανά το αυτοκίνητο του έξω από το σπίτι μας. Στην εξώπορτα βρισκόταν η αδελφή μου Μαρίκα η οποία φοβήθηκε όταν τον είδε αλλ’αυτός τη ρώτησε ευγενικά: «Πώς είναι η μητέρα σας;» Το γεγονός αυτό μας έκαμε μεγάλη εντύπωση. Δεν περίμενε κανείς τέτοια ευαισθησία από αυτόν τον ανέκφραστο, αδιαπέραστο πριν λίγες ώρες γερμανό αξιωματικό. Πιθανότατα θα είχε κι’αυτός μια μάνα που υπέφερε και τον περίμενε να γυρίσει. Το καθήκον τού επέβαλλε να είναι ψυχρός και άτεγκτος  αλλά διατηρούσε κάποια ευαισθησία και στοιχειώδη ανθρωπιά. 

Εν τω μεταξύ μάθαμε ότι είχαν συλλάβει  τον  Γιώργο Κωσταρίδη, τον υπάλληλο του Γιώργο Θωμαίδη και τον οδηγό του φορτηγού του Χασάν Παστίδαλη. Δυο μέρες πριν, στις 7 Σεπτεμβρίου,  είχε συλληφθεί ο Σάββας Μαμαλίγκας. Η σύλληψη του δεν ανησύχησε τον Γιώργο και τον Μιχάλη γιατί ο Μαμαλίγκας ήξερε μεν ότι αυτοί είχαν κάποια επαφή με κλιμάκια που έρχονταν από την  Αίγυπτο, αλλά δεν ήξερε λεπτομέρειες. Απόδειξη της σιγουριάς τους είναι το γεγονός ότι την επομένη της συλλήψεως του, ο Μιχάλης πήγε στην Μονόλιθο.    

Το απόγευμα της Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου ήμουνα με τους φίλους μου στο δρόμο,  έξω από το σπίτι  μας  και  σχολιάζαμε τα συγκλονιστικά γεγονότα. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν  ελάχιστα  αυτοκίνητα  γιατί δεν υπήρχαν καύσιμα.  Πού  και  πού  περνούσε  κανένα  στρατιωτικό φορτηγό.  Ιδιωτικά επιβατικά υπήρχαν δύο-τρία.  Από τη  στροφή του δρόμου φάνηκε ένα FIAT  TOPOLINO  μαύρο  με ανοικτή οροφή. Είχε τρεις επιβάτες, δύο μπροστά κι ένα πίσω.  Σαν  πέρασε  από μπροστά μας είδα ότι αυτός που καθόταν πίσω ήταν ο Μιχάλης μας.  Γύρισε το κεφάλι του  και με κοίταξε. Δεν μου έκαμε κανένα νεύμα. Με κοίταζε μόνο.  Επίμονα,  με τρυφερότητα,  χωρίς  καμιά  κίνηση χαιρετισμού.
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.  

Χρόνια μετά,  ο  Γιάγκος  Παπασταμάτης,  από τα πρώτα στελέχη του Καπετάν Κώστα Κουμιανού ή Ντρη,  μου είπε ότι  στη  Μονόλιθο  δεν  ήξεραν  τίποτα  για  την σύλληψη του Κωσταρίδη και των αδελφών μου.  Την Κυριακή το απόγευμα ξεκίνησε για τη Ρόδο με το φορτηγάκι του και  πήρε  μαζί  του  τον  Μιχάλη ο οποίος, ανίδεος,  επέστρεφε στο σπίτι μας. Λίγο έξω  από  την 'Εμπωνα διασταυρώθηκαν με το Τοπολίνο. Οι επιβαίνοντες που ήταν αξιωματικοί της συνεργαζόμενης με τους Γερμανούς Ιταλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ufficio Informazioni), τους έκοψαν τον δρόμο και τους έκαμαν σήμα να  σταματήσουν.   Ο Γιάγκος  σταμάτησε.  Οι  Ιταλοί  τον ρώτησαν: "Από που έρχεστε;" "Από τη  Μονόλιθο".  

"Μήπως είδατε εκεί τον Μιχάλη Βρούχο;" Ο Μιχάλης παρενέβη και είπε: "Sono io". Εγώ είμαι. Τον συνέλαβαν και τον πήραν πίσω στη Μονόλιθο να τους δείξει πού διανυκτέρευσε. Ο Μιχάλης είχε μείνει στο σπίτι του Στάθη Μπάλλη αλλά δεν κατευθύνθηκε εκεί από τον συντομότερο δρόμο. Έκαμε τον γύρο σχεδόν  όλου του χωριού για να τους αντιληφθεί ο Μπάλλης και να βγάλει από το σπίτι του ό,τι μπορούσε να τον ενοχοποιήσει και πρόλαβε να πει σε μια γυναίκα να πάρουν από το αυτοκίνητο, που είχε αφεθεί αφύλαχτο, τη τσάντα του στην οποία είχε τα εργαλεία με τα οποία είχε επισκευάσει τον ασύρματο. Πράγματι η γυναίκα το είπε σε έναν άντρα (όλοι οι κάτοικοι της Μονολίθου και τα παιδιά ακόμη, ήξεραν για το Λημέρι και τον ασύρματο) ο οποίος πήγε και πήρε την τσάντα. 

Το ίδιο βράδυ αφέθηκαν ελεύθερες οι αδελφές μου. Μάλιστα τις έφεραν με αυτοκίνητο στο σπίτι μας.  Στη μητέρα μου που τις υποδέχθηκε κλαίοντας είπαν: "Άς μέναμε χρόνια στη φυλακή,  τι θα μας  έκαμναν;  Ο  Μιχάλης  όμως  κινδυνεύει.”  

Η διήμερη παραμονή τους στη φυλακή δεν τις είχε τραυματίσει ψυχολογικά. Ο ιταλός διευθυντής που γνώριζε τον Κώστα από την κράτηση του εκεί και τον εκτιμούσε, τις περιέβαλε με ιδιαίτερη φροντίδα, η γυναίκα του τους έπαιρνε σπιτίσιο φαγητό και το παιδάκι τους πήγαινε στο κελλί και τους έκαμνε συντροφιά. Με ειλικρινή συγκίνηση αναφέρονταν στις συγκρατούμενες τους. Οι περισσότερες ήταν πόρνες αλλά και μια μεσόκοπη αρχαγγελίτισσα που είχε σκοτώσει τον άντρα της. Όλες τις περιέβαλαν με καλωσύνη προσπαθώντας να καταστήσουν την κράτηση τους λιγότερο επώδυνη. 

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Τον Μιχάλη τον έκλεισαν μόνο του σ'ένα κελλί των φυλακών που είναι πίσω από το σημερινό Δημαρχείο που προηγουμένως είχε χρησιμοποιηθεί ως ΄΄κοντσεντραμέντο’’. Στην ίδια φυλακή είχαν πάρει και τον Κωσταρίδη, καθώς και τρεις Ιταλούς συνεργάτες  τους,  τον  Οsvaldo  Remotti,  τον Giorgio Levitz, σμηνίτες ασυρματιστές στο γερμανικό σταθμό στα Τριάντα  (Ιαλυσό)  και  τον  Ferdinando  Cellini   που  υπηρετούσε στο αεροδρόμιο Μαριτσών.  

Την άλλη μέρα στις 11 Σεπτεμβρίου με υπόδειξη του Ρεμόττι,  συνέλαβαν  και τους Σταμάτη Καζούλλη και Δημήτρη Κουντούρη. Ο Σταμάτης, όπως ο ίδιος μου διηγήθηκε επανειλημμένα, πήγαινε με το ποδήλατο στη Ρόδο, στο σπίτι του Φιλήμονα  Γιαμαλή,  να  ειδοποιήσει  για  τη σύλληψη  του Κωσταρίδη και του Μιχάλη.  Εκεί κοντά στο MIRAMARE είδε ένα  επιβατικό  αυτοκίνητο  που  ερχόταν αντίθετα.  Με την άκρη του ματιού του διέκρινε κάποιον που καθόταν στο πίσω κάθισμα να τον δείχνει στους  δύο Γερμανούς που καθόντουσαν στα μπροστινά καθίσματα.

Το αυτοκίνητο έκαμε μεταβολή,  τον έφτασε και τον συνέλαβε.  Αυτός που τον υπέδειξε  ήταν  ο  Ρεμόττι  ο οποίος τον είχε δει κάποτε με το Μιχάλη,  αλλά δεν τον γνώριζε με το όνομά του. Γι αυτό οι Γερμανοί τον πήραν για να τους τον υποδείξει.  Το ίδιο περίπου συνέβη  με  τον  Δημήτρη  Κουντούρη,   εισπράκτορα  των  δημοτικών λεωφορείων,  που μετέφερε  τα  μηνύματα  από  και  στη Μονόλιθο.  'Επαιζε τάβλι μ'ένα φίλο του  στο  καφενείο Μπελβεντέρε στα Τριάντα.

 

 

Τον συνέλαβαν εκεί. Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν ο Ρεμόττι ο οποίος  τον  γνώριζε  μόνο φυσιογνωμικά.  
Επίσης με υπόδειξη του Ρεμόττι συνέλαβαν τον Γιάννη Δενδρινό στη Ρόδο, τον Στέφανο Γέροντα στην Αρχάγγελο και  τον  Κλεόβουλο Χατζηγεωργίου κοντά στην Φανερωμένη. Και  οι  τρεις τους είχαν στο παρελθόν επαφές με τον Ρεμόττι.  

Απ' εδώ  βγαίνει  το  συμπέρασμα  ότι  αυτός "μίλησε".  Διεδόθη τότε ότι ο αξιωματικός που τον ανέκρινε του υποσχέθηκε να  τον απαλλάξει αν κατονόμαζε εκείνους για λογαριασμό των οποίων δούλευε. Κι’αυτός αφελώς έπεσε στην παγίδα και κατονόμασε τον Μιχάλη και τον Γιώργο με τους οποίους συνεργαζόταν και υπέδειξε τους άλλους των οποίων δεν ήξερε τα ονόματα.

Η  ανάκριση  δεν κράτησε πολύ. Οι συλληφθέντες δεν βασανίστηκαν. Τότε κυκλοφόρησαν φήμες για φοβερά βασανιστήρια αλλά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στις 16, μετά το πέρας της ανακρίσεως, μετέφεραν τον Μιχάλη  στη φυλακή Καζέρμα Ρετζίνα και τον  έβαλαν στο  ίδιο  μεγάλο  κελλί που ήταν ο αδελφός μας Κώστας και  ο  εξάδελφός  μας  Κωστής  Σουλούνιας   από   τον προηγούμενο Οκτώβριο.  

Ο Σταμάτης Καζούλλης μου διηγήθηκε στην Αθήνα, όταν ήμασταν φοιτητές, και μου το επανέλαβε άλλες δυο-τρεις φορές, προφανώς γιατί είχε ξεχάσει ότι μου το είχε ξαναπεί, ότι άκουε τους Ιταλούς συγκρατούμενους του να συνομιλούν μεγαλόφωνα από το ένα κελλί στο άλλο. Συγκεκριμένα άκουσε ένα που ρωτούσε τον Ρεμόττι: “Remotti vuoi morire?” (Ρεμόττι θέλεις να πεθάνεις;) και εκείνος απάντησε: “Filosoficamente si, praticamente no.” (Από φιλοσοφική άποψη ναι, αλλά στην πραγματικότητα όχι.) Ο Κωσταρίδης που άκουσε κι’αυτός τον διάλογο, φώναξε στον Σταμάτη που ήταν στο απέναντι κελλί: «Ακούς Σταμάτη τα ματτάρια; Μας πρόδωσαν και τώρα έχουν κέφια και αστειεύονται.» 

Στις 18 τους δίκασαν στο Στρατοδικείο της Μεραρχίας Εφόδου ΡΟΔΟΣ (STURMDIVISION  RODOS),  στο  κυβικό  κτήριο  που  βρίσκεται στην μπροστινή αυλή του Καστέλλου.  Ο Σταμάτης Καζούλλης που αθωώθηκε, μου διηγήθηκε πολλές φορές, τις λεπτομέρειες της μοιραίας δίκης. Μέχρι  την  ημέρα εκείνη δεν είχε δει τον Μιχάλη.

Τον είδε εκεί για πρώτη φορά από τη σύλληψη τους,  αλλά από μακριά.  Δεν μπόρεσε  να  του μιλήσει,  να  μάθει τι είχε πει στην ανάκριση,  να ξέρει κι'αυτός τι  έπρεπε  να πει στην απολογία του.  Μόλις άρχισε η συνεδρίαση τους έβαλαν όλους στην αίθουσα. Διάβασαν το κατηγορητήριο και τους ρώτησαν αν ήθελαν να ζητήσουν την εξαίρεση κάποιου Στρατοδίκη. Οι κατηγορούμενοι δεν ζήτησαν την εξαίρεση κανενός.  

Απήγγειλαν   το   κατηγορητήριο   και   διέταξαν   να   παραμείνει στην αίθουσα μόνο ο Osvaldo Remotti. 'Ολους τους άλλους τους έβγαλαν έξω από την αίθουσα, στον διάδρομο. Τότε, συνέπεσε να βρεθεί ο Σταμάτης πλάι στον Μιχάλη ο οποίος, ακουμπώντας στον τοίχο και προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς, του είπε: "Σταμάτη μη φοβάσαι. Δεν  είπα  τίποτε. Εσύ θα αθωωθείς.  Ο Γιώργος κι εγώ όμως θα τουφεκιστούμε. Ο Ρεμόττι τα ομολόγησε όλα.’’

Όταν τελείωσε η κατάθεση του Ρεμόττι το δικαστήριο καλούσε ένα τους υπόλοιπους κατηγορούμενους και τους εξέταζε κατ’αντιπαράσταση μ’εκείνον. Όποιος είχε την ατυχία να συναντηθεί κάποτε με τον Ρεμόττι καταδικάστηκε.  

Ο Γιώργος  Κωσταρίδης,  ο  Μιχάλης,  ο  Οσβάλντο Ρεμόττι, ο Φερντινάντο Τσελλίνι και ο Τζιόρτζιο Λέβιτς καταδικάστηκαν σε θάνατο.  

 Οι Γιάννης  Δενδρινός,  Κλεόβουλος  Χατζηγεωργίου και Στέφανος Γέροντας σε δεκαετή καταναγκαστικά  έργα, αλλά   εκτελέστηκαν   στις   25  Απριλίου  1945,   στο Στρατόπεδο  Μέγκαβλης (Casa dei Pini),  σε  εφαρμογή του απάνθρωπου κανονισμού   που   προέβλεπε   τον   τουφεκισμό  τριών κρατουμένων σε περίπτωση αποδράσεως ενός.  

Οι Σταμάτης Καζούλλης, Δημήτρης Κουντούρης, Χασάν Παστίδαλη αθωώθηκαν.  

Οι  Γιάννης Σείτης και Στάθης Μπάλλης,  στο σπίτι του οποίου στη Μονόλιθο είχε διανυκτερεύσει ο Μιχάλης καταδικάστηκαν  σε μικρές ποινές για κατοχή εκρηκτικών και ενός παλιού όπλου.  

Ο  Ρεμόττι  μάλιστα, όπως μου διηγήθηκε ο  Χασάν  Παστίδαλης, αφοσιωμένος φίλος της οικογένειας μας, διαμαρτυρήθηκε ότι τον εξηπάτησαν,  ότι  του υποσχέθηκαν  να τον αθωώσουν αν αποκάλυπτε τους συνεργάτες του και τώρα τον καταδικάζουν σε θάνατο. Ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου τον ρώτησε: "Ποιός  σου  υποσχέθηκε   τέτοιο   πράμα;" - "Η Feldgendarmerie απάντησε αυτός." Και ο Πρόεδρος ανταπάντησε: "Εμείς είμαστε Δικαστήριο και σε κρίνουμε ένοχο. Εις θάνατο".  
 
Η απόφαση   του  Γερμανικού Στρατοδικείου με αριθμό 211/1944 είναι, σε  επικυρωμένη ιταλική  μετάφραση, που την βρήκα στον φάκελο του Μιχάλη στα αρχεία της Ιταλικής Αστυνομίας τα οποία διατηρούνται  στην Διεύθυνση Ασφαλείας,  η παρακάτω: 

Δικαστήριο της Μεραρχίας Εφόδου ΡΟΔΟΣ
Απόφαση ΙΙ αριθ. 211/1944
ΕΠΙΚΥΡΩΜΕΝΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Απόφαση
Στο όνομα του Γερμανικού Λαού
Στην ποινική δίκη κατά
1. ΚΩΣΤΑΡΙΔΗ Γεωργίου, κατοίκου Τριάντα, γεννηθέντος  την 6.1.1915              
2. ΒΡΟΥΧΟΥ Μιχαήλ,  κατοίκου Τριάντα, γεννηθέντος  την 3.10.1921 
3. ΡΕΜΟΤΤΙ Οσβάλντο, προσχωρήσαντος μαχίμου, Λόχου  Γραμμών Δωδεκανήσου, γεννηθέντος την 2.3.1922. 
4. ΛΕΒΙΤΣ Τζιόρτζιο, προσχωρήσαντος μαχίμου, Λόχου Γραμμών Δωδεκανήσου,  γεννηθέντος την 7.5.1922.  
5. ΤΣΕΛΛΙΝΙ Φερντινάντο, προσχωρήσαντος βοηθητικών υπηρεσιών, Διοικήσεως  Αεροδρομίων    Δωδεκανήσου, γεννηθέντος την 25.1.1922.

6. ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ Ιωάννου,   εκ  Ρόδου,   γεννηθέντος την 31.1.1926.  
7. ΓΕΡΟΝΤΑ Στεφάνου, εξ Αρχαγγέλου, γεννηθέντος την 2.6.1911.  
8. ΚΑΖΟΥΛΛΗ Σταματίου, εκ Ρόδου-Ιξιάς, γεννηθέντος  την 20.5.1923 
9. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ Δημητρίου, εκ Τριάντα, γεννηθέντος την 15.6.1920.  
10. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ Κλεοβούλου εκ Σορωνής, γεννηθέντος την 1.5. 1913.  
11. ΜΠΑΣΤΙΑΛΗ Χασάν από τα Κρητικά. γεννηθέντος την 15.4.1914.  

12. ΜΠΑΛΛΗ Ευσταθίου εκ Μονολίθου,  γεννηθέντος την  8.3.1914.  
13. ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΗ Δημητρίου, εκ Μονολίθου, γεννηθέντος την 11.1.1922.  
14.  ΜΠΑΛΛΗ Παναγή εκ  Μονολίθου,  γεννηθέντος  την 3.1.1903.  
15. ΣΕΙΤΗ   Ιωάννου  εκ.......   γεννηθέντος  την  4.3.1911  

δια  το   αδίκημα   συνδρομής   της   υπηρεσίας  πληροφοριών του εχθρού, το Στρατοδικείο της Μεραρχίας Εφόδου Ρόδου, απεφάσισε: 

Καταδικάζονται  για  συνδρομή  προς την υπηρεσία πληροφοριών του εχθρού οι κατηγορούμενοι:   Κωσταρίδης, Βρούχος, Ρεμόττι,  Λέβιτς,  Τσελλίνι, εις θάνατο 
 
Οι κατηγορούμενοι:  Δενδρινός,  Γέροντας,  Χατζηγεωργίου, εις δεκαετή κάθειρξη.  

Οι κατηγορούμενοι: Καζούλλης, Παπασταμάτης, Κουντούρης, Μπάστιαλη, Μπάλλης Παναγής,  Σείτης,  κηρύσσονται αθώοι. 

Ο κατηγορούμενος Μπάλλης Ευστάθιος  καταδικάζεται για  παράνομη οπλοκατοχή,  σε  πρόστιμο λιρεττών 24.000 (εικοσιτεσσάρων χιλιάδων) και αν δεν το πληρώσει, σε φυλάκιση δύο (2) ετών.   

Επικυρώνεται το αντίγραφο και κηρύσσεται η  εκτελεστότητα  της  καταδίκης.  
Ο Προιστάμενος του Δικαστηρίου επεκύρωσε την απόφαση και διέταξε την εκτέλεση.
22 - 9 - 1944
Υπογραφή: Μπόλμαν
Επιθεωρητής Στρατιωτικής Δικαιοσύνης
Ο Μεταφράσας 
Υπογραφή δυσανάγνωστη "

Η αδελφή του Γιώργου Κωσταρίδη,  Ανθούλα, κατόπιν σύζυγος του αδελφού  μου  Κώστα,  και  ο  αδελφός  μου  Σάββας,  είχαν  μάθει ότι γινόταν η δίκη και περίμεναν την απόφαση έξω από την Πύλη ντ'Αμπουάζ.  Κατά τις  11 φάνηκε η συνοδεία.  Ο Γιώργος,  ο Μιχάλης και οι τρεις Ιταλοί είχαν τα  χέρια  πίσω, περασμένα  σε  χειροπέδες. Κατάλαβαν.

Οι Γερμανοί περνούσαν χειροπέδες μόνο στους θανατοποινίτες.  

Ο Γιώργος απευθύνθηκε στην αδελφή του:  "Ανθούλα, κουράγιο. Ο πόλεμος κοντεύει να τελειώσει.  Θάρθει ο  Παντελής". (Ο Παντελής Κωσταρίδης ήταν σε φυλακή στην Ιταλία).  Ο  Μιχάλης  πέρασε  αμίλητος.  Δεν  είπε  τίποτα στον  Σάββα.  Είχε μεγάλα εκφραστικά μάτια.  'Εφτανε  να  σε  κοιτάξει για να καταλάβεις τι ήθελε να πει. Φορούσε κοντό παντελονάκι και σάνταλα ‘’σαχαριάνες’’, αυτά που είχαν τη μύτη ανασηκωμένη και ήταν τότε πολύ της μόδας. Με αυτά συνελήφθη, με αυτά παρουσιάστηκε στο Στρατοδικείο, με αυτά εκτελέστηκε. 

Τον  Κωσταρίδη  και  τους  Ιταλούς  τους  πήραν στις φυλακές πίσω από το Δημαρχείο, τον Μιχάλη στην Καζέρμα  Ρετζίνα, στο κελλί των μελλοθανάτων.  

Ο Σάββας ήρθε σπίτι,  πήρε κατά μέρος τον πατέρα μου και τον θείο μου τον Γιάγκο και τους ενημέρωσε.  Ο πατέρας μου ψύχραιμα,  είπε στη μητέρα μου  ότι  η κατάσταση  είναι σοβαρή,  ότι πρέπει να κάνει κουράγιο και ότι θα προσπαθήσουμε να επιτύχουμε χάρη.    

Σε  λίγο  γέμισε  η  αυλή μας από κόσμο. 'Ετρεξαν οι γειτόνισσες, η Πολυξένη Κόχυλα, αδελφική φίλη της μητέρας μου που αγαπούσε τον Μιχάλη σαν δικό της παιδί, η Ευαγγελία Κοτζιά,  η Σοφία  Μικρομανώλη  με τις αδελφές της Μαρία και Χρυσή Δεληγιάννη, η Ξανθίππη Παπανικολάου με τα παιδιά τους. Πολύς κόσμος.  'Ηρθαν  και  οι  πρόκριτοι  της  εποχής εκείνης:  Γιάννης Οικονομίδης, Κώστας Χατζηκωσταντής, Μιχάλης Πετρίδης, Μιχάλης Βιττώριας,  Συμεών  Λαμπαδάριος και  ο  Αργύρης  Θεοχάρης,  ο  οποίος  ήταν συνεργάτης  των  καταδικασθέντων,   περιφρονώντας  τον  κίνδυνο  που  διέτρεχε,  και συζητούσαν με ποιό τρόπο θα ματαίωναν  την  εκτέλεση  της  θανατικής καταδίκης.  Τ'απόγευμα της ίδιας μέρας,  ο Σάββας πήγε στον πρώην καθηγητή  του  Fratel   Angelino  Guyot,  γλωσσομαθέστατο,  ο  οποίος  του  συνέταξε  την αίτηση  χάριτος στα γερμανικά.  

Το βράδυ ήρθαν στο σπίτι μας η  Ανθούλα  Κωσταρίδη με  τη  θεία  της  Καλλιόπη Σουγιουλτζόγλου,  μια αγία  γυναίκα, για νάμαστε  όλοι μαζί. Την επομένη,19 Σεπτεμβρίου, ο Ευάγγελος Φώκιαλης που είχε άδεια να κυκλοφορεί το αυτοκίνητο του ως προμηθευτής κρασιού στον Στρατό, προσφέρθηκε και μετέφερε τη μητέρα μου και την Ανθούλα  στον  Προφήτη Ηλία,  όπου είχε την έδρα του ο Γερμανός Διοικητής,  για να υποβάλουν την αίτηση χάριτος και να τον  παρακαλέσουν  να δείξει επιείκεια.  Δεν είδαν τον ίδιο.  'Ενας ανώτερος αξιωματικός παρέλαβε την  αίτηση και είπε ότι θα την φέρει υπ'όψη του Στρατηγού.  

'Οπως  επέστρεφαν  απογοητευμένες,  επισκέφθηκαν τον Δεσπότη Απόστολο που έμενε στην έπαυλη του μεταξύ Κρεμαστής και Τριάντα,  και  τον  παρεκάλεσαν  να  καταβάλει κάποια προσπάθεια.  Εκείνος που γνώριζε καλά τα παιδιά, τις βεβαίωσε ότι ήδη  είχε  κάμει διάβημα. Πράγματι,  μετά  τον  θάνατο του βρέθηκε ανάμεσα στα χαρτιά του σχετική αλληλογραφία και πήρα φωτοτυπίες αλλά και στα Απομνημονεύματα του αναφέρεται στην προσπάθεια του και στην αρνητική απάντηση του Στρατηγού.  

'Ολη  τη  νύκτα (στο σπίτι μας) ψάλλαμε τον μικρό παρακλητικό κανόνα στην Παναγία, αυτόν που ψάλλεται τα βράδια  Δεκαπεμταύγουστο:  "Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού δέξαι παρακλήσεις αναξίων σων ικετών.........Ελπίς απηλπισμένων, συ μοι βοήθησον". Από τότε όταν θυμηθώ αυτά τα τροπάρια  δακρύζω χωρίς να το θέλω και για τον λόγο αυτό δεν πάω στις παρακλήσεις.  

Το  πρωί  της  Τετάρτης 20 Σεπτεμβρίου ο πατέρας μου και ο Σάββας  κατέβηκαν  από  νωρίς  στη  Ρόδο  να  μάθουν νέα.  Από πού;  Δεν ήξεραν.  Πήγαν στις φυλακές της Καζέρμα Ρετζίνα και έμαθαν ότι τη νύχτα πήραν τον Μιχάλη. Κακά  προαισθήματα.  Ζήτησαν  να δουν τον Κώστα. Τους επετράπη.  Ο Κώστας είχε μάθει από τους  φρουρούς ότι  πήραν  τον  Μιχάλη  στις άλλες φυλακές για νάναι μαζί με τον Κωσταρίδη. Τελικά συνάντησαν τον Τάσο Χαραλάμπη,  διευθυντή  του  ξενοδοχείου  "ΘΕΡΜΑΙ"  στο  οποίο έμεναν Γερμανοί Αξιωματικοί και συνεργαζόμενοι μ'αυτούς  Ιταλοί.  Τους πληροφόρησε  ότι τα παιδιά είχαν εκτελεστεί εκείνο το πρωί στη θέση Μπελπάσσο,  στα κτήματα  της  ΚΑΙΡ,  πίσω από το σημερινό εργοστάσιο ΠΛΑΚΑΓΕ.  

Ο Στρατιωτικός Ιερέας Don Giuseppe Della Vedova, που   έμενε   στο   ΘΕΡΜΑΙ συμπαραστάθηκε σ'όλους, Καθολικούς και Ορθοδόξους.  Οι δικοί μας  του  ζήτησαν χαρτί  και μολύβι και έγραψαν τρία γράμματα.  Ο Ιερέας  τα έδωσε στον Χαραλάμπη.  Του Μιχάλη απευθυνόταν στην οικογένεια μας. Του Γιώργου στην αδελφή του Ανθούλα, Το τρίτο το οποίο υπέγραφαν και οι δύο απευθυνόταν στον αρχηγό του κλιμακίου.

Το φορτηγό του Σάββα,  ένα FIAT 126,  σταμάτησε  κατά τις 11 έξω από την έπαυλη όπου μέναμε. Καθόμασταν έξω, κάτω από την βεράντα, ήταν ακόμα καλοκαίρι, και βλέπαμε τον δρόμο με αγωνία. Κατέβηκαν  ο  πατέρας  μου  και  ο Σάββας αμίλητοι. Ο πατέρας μου συγκρατούσε με  μεγάλη  προσπάθεια  τα  δάκρυα  του. Στο πρόσωπο του Σάββα ήταν ζωγραφισμένος ο πόνος.    

'Ετρεξε πρώτη η Αμαλία.
"Πάνε" είπε μόνο ο πατέρας μου.
"Τελείωσε;" ρώτησε με απόγνωση η  Αμαλία. 

Αντί  άλλης  απαντήσεως  ο  πατέρας μου  κατευθύνθηκε προς τη μητέρα μου με δάκρυα στα μάτια. Εκείνη δεν είχε ακούσει, αλλά είχε καταλάβει.

'Αρχισε ο θρήνος. Τι θρήνος!..  Μαζεύτηκαν πάλι οι γειτόνισσες κι έκλαιγαν  όλες  μαζί. Χορός αρχαίας τραγωδίας. ‘Οταν στην έκτη γυμνασίου διδασκόμασταν τον Επιτάφιο του Περικλέους,  στάθηκα στην  φράση "και γυναίκες Παρίσι αι προσήκουσα επί τον τάφων όλου-ρόμεναι". Ολοφυρόμεναι... Γνώριζα καλά πώς ολοφύρονται οι γυναίκες σε τέτοιες περιπτώσεις και φανταζόμουν εκείνες τις αρχαίες Αθηναίες, μάνες, συζύγους, αδελφές.  

Ο Σάββας πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο του. Δεν τον είδα να κλάψει. Δεν τον είδα ποτέ να κλαίει.  Αυτός, ο λεπτός  και  ευαίσθητος  νέος,  το γλυκό παιδί,  με τα ευγενέστερα  αισθήματα,   με  την  απέραντη  καλωσύνη, έκρυβε μέσα του απίστευτη δύναμη. Κλείστηκε μόνος του. 'Ισως  έκλαψε  εκεί στο δωμάτιο,  που πριν δέκα μόλις μέρες μοιραζόταν με τον Μιχάλη.  

Ο πατέρας μου με φώναξε παραπέρα προς  την  μικρή στρογγυλή δεξαμενή της έπαυλης και έβγαλε από τη τσέπη του ένα φύλλο τετραδίου. 'Ηταν το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Μιχάλη. Το διάβαζε και  εγώ  άκουα  και  συνάμα παρακολουθούσα με το βλέμμα. 'Ηταν  ένα  όμορφο γράμμα,  γραμμένο με σταθερό χέρι. Λιτό, λακωνικό, σοβαρό, όπως άρμοζε στην περίπτωση. Ο Μιχάλης ήταν άριστος μαθητής στο Γυμνάσιο. Διάβαζε βιβλία και περιοδικά και έγραφε ωραία. Θυμούμαι το περιεχόμενο του. 'Εγραφε περίπου αυτά: 

"Αγαπητοί μου γονείς,  σας  ζητώ να με συγχωρήσετε για τη μεγάλη λύπη που σας προξενώ. 'Οταν αναμίχθηκα σ'αυτήν την  υπόθεση,  ήξερα ποιό θα είναι το τέλος μου, αλλά πίστευα ότι είχα χρέος να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στην Πατρίδα. Παπά, εσύ μας έλεγες πάντα ότι πάνω απ'όλα πρέπει νάχουμε την Ελλάδα. Αυτό έκαμα.  Θέλω  να  μη λυπάστε αλλά να είστε περήφανοι για  το παιδί σας. 
Φιλιά σ’όλους, Χριστίνα, Κώστα, Σάββα, Αμαλία,  Μαρίκα,  Γιώργο, Πόπη, και προπαντός στην Χριστίνα και την Αμαλία που φυλακίστηκαν για μένα.
 Να προσέχετε την μαμά.

Καζέρμα Ρετζίνα 20 Σεπτεμβρίου 1944
Ο υιός σας
+ Μιχάλης "

Η φωνή του πατέρα μου,  που μέχρι τότε ήταν  σταθερή, βράχνιασε.  Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.  "Μιχάλη μου, τι ψυχραιμία  είναι  αυτή!  Βλέπε  Γιώργο,  έβαλε  έναν  σταυρό  πριν  από το όνομάν του. Θέλει να πει ότι όταν θα διαβάζουμε το γράμμα θάναι πεθαμμένος".  

Αμέσως όμως ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του: "Σωστά τα γράφει - είπε-  Τέσσερις γιούς έχω.  Να  μη δώσω τον έναν στην Πατρίδα; Χαλάλι. Χαλάλι." 

Οι Γερμανοί  πληροφορήθηκαν, άγνωστο πώς, ότι οι εκτελεσθέντες είχαν παραδώσει στον Don Giuseppe κάποια γράμματα, δεν ήξεραν πόσα, και δύο αξιωματικοί της Feldgendarmerie πήγαν στο Θέρμαι και ζήτησαν να δουν τον ιερέα. Ο Τάσος Χαραλάμπης είχε διαβάσει τα γράμματα και  ήξερε  το  περιεχόμενο  τους, γι’αυτό μόλις είδε τους Γερμανούς έριξε στο δάπεδο το  τρίτο γράμμα και το έσπρωξε με το πόδι του κάτω από τον πάγκο της ρεσεψιόν.

Οι αξιωματικοί ζήτησαν τον ιερέα. Αυτός ήταν στο εστιατόριο κι’ ο Χαραλάμπης, φοβούμενος μήπως ο παπάς πει ότι οι εκτελεσθέντες του έδωσαν τρία γράμματα,  προθυμοποιήθηκε να τους συνοδεύσει ως εκεί. Καθώς προηγείτο λίγο των Γερμανών, πρόλαβε και ψιθύρισε στον παπά: Padre, le lettere erano due".  Πάτερ,  τα  γράμματα  ήταν δυο.

Ο Don Giuseppe μπήκε στο νόημα και είπε στους γερμανούς αξιωματικούς ότι οι μελλοθάνατοι του έδωσαν  μόνο δύο  γράμματα. Με το ψέμα του αυτό μας γλίτωσε από μεγάλη συμφορά. Οι Γερμανοί ζήτησαν  τα  δύο  γράμματα  που  απευθύνονταν   στις οικογένειες μας. Ηρθε ο Νίκος Κόκκινος, νέος 16-17 ετών  που  εργαζόταν  στο ΘΕΡΜΑΙ, με το ποδήλατο στο σπίτι μας να πάρει τα γράμματα,  λέγοντας ότι  τα  θέλουν οπωσδήποτε οι Γερμανοί αλλά ότι θα μας τα επέστρεφαν.  Ο πατέρας μου παρέδωσε το γράμμα του Μιχάλη και η Ανθούλα του Γιώργου. Οι Γερμανοί δεν μας τα  επέστρεψαν. 

Δύο μέρες μετά, την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου, πήγα στο σχολείο. Δεν είχε αρχίσει ακόμη το σχολικό έτος,  αλλά το καλοκαίρι ο καθηγητής μου Fratel Flavio,  δεχόταν  κάθε  Τετάρτη και  Παρασκευή  τρεις  μαθητές,   τους  φίλους μου Luigi Azzolini και Franco Cocchiglia κι΄ εμένα  και  μας  δίδασκε  γαλλικά. 'Ηθελα πολύ να τον δω τον καθηγητή μου.  'Ενιωθα  ότι η συνάντηση μαζί του θα μούκανε καλό.  

Ο  Φρατέλ  Φλάβιο  ήξερε πολλές λεπτομέρειες από την εκτέλεση που του της είχε πει  ο  στρατιωτικός ιερέας.  Μου  πρότεινε μάλιστα  να  με  συνοδεύσει στο ΘΕΡΜΑΙ να τον γνωρίσω. Πήγαμε. Ο Don Giuseppe, κοντός και σχετικά παχύς, φορούσε στολή λοχαγού του ιταλικού στρατού με ένα σταυρό στο αριστερό μέρος του στήθους.. Όταν ο Φρατέλ Φλάβιο με σύστησε, εκείνος με αγκάλιασε και μου είπε τα συνηθισμένα στην περίσταση παρηγορητικά λόγια.  

'Επειτα  μου   περιέγραψε   την εκτέλεση,  και  μου  προσδιόρισε  ακριβώς  το  σημείο.  «Πέθαναν  ζητωκραυγάζοντας  για  την   Ελλάδα.   'Ηταν ψύχραιμοι  και  αξιοπρεπείς.  Βάδιζαν προς τον Γολγοθά τους με ψηλά το κεφάλι  (A testa alta),  θυμούμαι αυτή την χαρακτηριστική έκφραση).  Πώς είναι η μητέρα σας;  Γιατί τα τελευταία λόγια  του  αδελφού  σου,  ήταν  να προσέξω  πώς  θα  της ανακοινώσω τον θάνατό του.  Τους έρριξαν βάναυσα σ' ένα  κοινό  τάφο.  'Οταν  τελειώσει αυτός  ο  καταραμένος  πόλεμος θα σου δείξω το σημείο. Για κάθε ενδεχόμενο πάντως να ξέρεις ότι ο  Κωσταρίδης είναι ο πρώτος στη σειρά και ο αδελφός σου τρίτος.»  

Ο Don Giuseppe εξέδωσε το 1957 στην Ιταλία ένα βιβλίο με τίτλο IL PALO DELLA MORTE (Ο στύλος του θανάτου) στο οποίο αφηγείται τις τελευταίες ώρες των θανατοποινιτών, κυρίως ιταλών στρατιωτών, στους οποίους συμπαραστάθηκε. Αναφερόμενος στους Γιώργο και Μιχάλη, γράφει μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα που κατά τη γνώμη μου αποτελούν ύμνο και έπαινο για τους παπάδες μας:

"Το   προηγούμενο   βράδυ   είχα   ζητήσει   από   το  Στρατοδικείο  να  διορίσει  για τους  δύο  Ορθοδόξους μελλοθανάτους τον ιερέα του δόγματός τους.  Η  αίτηση  μου απορρίφθηκε, διότι ο Ορθόδοξος Κλήρος ήταν ύποπτος συνεργασίας  με  τους  καταδικασθέντες και οι Γερμανοί  δεν ήθελαν να διευκολύνουν την  συνέχιση της κατασκοπείας  φέρνοντας  τους σε επαφή. Πράγματι ο Δωδεκανησιακός Ορθόδοξος Κλήρος,   πέραν  της θρησκευτικής αποστολής του, ανέπτυσσε και σαφώς πολιτική δράση." και σε άλλη σελίδα "Ο Πρόεδρος (σημείωση = του Στρατοδικείου που παρίστατο στην εκτέλεση) με πλησίασε και  με  ρώτησε  αν  μπόρεσα  να  προσφέρω  την δέουσα συμπαράσταση στους δύο Ορθο-δόξους. Απάντησα: "'Οσο καλύτερα μπόρεσα".  Πρόσθεσε:  "Δεν έκρινα σωστό να δώσω την  άδεια  σ'ένα Ορθόδοξο Ιερέα, διότι είναι πασί-γνωστο ότι οι 'Ελληνες θρησκευτικοί   λειτουργοί   είναι  σύμφωνοι  στο  έργο προπαγάνδας, δολιοφθοράς και κατασκοπείας εναντίον των στρατευμάτων μας Κατοχής." 

Ο Ντον Τζιουζέππε,  όταν τελείωσε ο πόλεμος, μας υπέδειξε τον ομαδικό τάφο.  'Ετσι τα λείψανα των δικών μας παιδιών μεταφέρθηκαν  στο Νεκροταφείο του Άη Δημήτρη όπου κατασκευάσθηκε από τις οικογένειες μας ένα  λιτό μνήμα. Στην πλάκα του είναι χαραγμένη η επιγραφή: 
Γεώργιος Κωσταρίδης - Μιχαήλ Βρούχος
Εξετελέσθησαν υπέρ Πατρίδος
την 20-9-1944 υπό των Γερμανών.

Τα οστά των Ιταλών διακομίστηκαν αργότερα στην Ιταλία. Στις οικογένειες των Ρεμόττι  και  Λέβιτς  η  Ιταλική Αεροπορία   απένειμε εις μνήμη το  χρυσό  μετάλλιο της στρατιωτικής   ανδρείας   (Medaglia   d'oro al valor militare) και στην οικογένεια του Τσελλίνι το αργυρό μετάλλιο. Στη γενέτειρα του Ρεμόττι (Αλεξάνδρεια του Πιεμόντε) δόθηκε το όνομα του σε μια οδό.  Για τους άλλους δύο δεν γνωρίζω σχετικά. 

Στις   20   Σεπτεμβρίου  1945,   ημέρα  του  ετήσιου μνημοσύνου των παιδιών,  ο πατέρας μου,  που  πάντα  του  ξυπνούσε πρωί,  μου  είπε:  "Ήβγα την αυγή στον  κήπο και κοίταξα τον ουρανό, τα άστρα. Αυτά τα ίδια άστρα που ο Μιχάλης μας  είδε  πέρσι  τέτοια  μέρα  για  τελευταία φορά".  

Από  τότε  κάθε χρόνο στις 20 Σεπτεμβρίου, ξυπνούσα κι’ εγώ πολύ πρωί, και μέχρι να με ρίξει η αρρώστια,  πήγαινα  στο νεκροταφείο,  ή στον τόπο της εκτελέσεως  και αφιέρωνα τη σκέψη μου στον αδελφό μας Μιχάλη, στον Γιώργο, πούταν σαν αδελφός μας,  αλλά και  στους τρεις Ιταλούς,  εικοσάχρονα παιδιά,  σαν τα δικά μας, που είχαν μάνες σαν τη δική μου,  που θυσιάστηκαν για   μια  ιδέα,   για  την  Πατρίδα  τους,   για  την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για τη δική μας Ελευθερία.  

Ο Δήμος της Ρόδου, αμέσως μετά την απελευθέρωση, επί δημαρχίας Καζούλλη, έδωσε τα ονόματά των Κωσταρίδη,  Βρούχου,  Γέροντα, σε πλατείες της πόλης και των Δενδρινού και Χατζηγεωργίου σε δύο δρόμους. Αργότερα, επί δημαρχίας Πετρίδη, τα ανέγραψε και στη γνωστή μαρμάρινη πλάκα των μαρτύρων και ηρώων που βρίσκεται στην  είσοδο  του Δημαρχείου.  

Εξάλλου το Βενετόκλειο  Γυμνάσιο  του  οποίου  ο Κωσταρίδης  και ο Μιχάλης υπήρξαν  μαθητές,  χάραξε τα ονόματά τους σε πλάκα που βρίσκεται στο αριστερό μέρος της εισόδου του σχολείου μαζί με τα ονόματα των  άλλων πεσόντων μαθητών του "Υπέρ Πατρίδος" .  

Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1994, στους αμπελώνες της Κ.Α.Ι.Ρ., στον τόπο όπου  εκτελέστηκαν  στις  20 Σεπτεμβρίου 1944, στήθηκε αθόρυβα με δική μου πρωτοβουλία και δαπάνη, ένα μνημείο.  
Τον χώρο παρεχώρησε με συγκινητική  γενναιοδωρία  το Διοικητικό Συμβούλιο  της  Κ.Α.Ι.Ρ.  συνοδεύοντας την απόφαση  του  με  μια  επιστολή   υψηλού   πατριωτικού περιεχομένου.    
              
Το  μνημείο  σχεδίασε  ο άντρας της Λίτσας, κόρης του αδελφού μου Κώστα και της Ανθούλας Κωσταρίδη, Νίκος Αρβανιτίδης και  το  κατασκεύασε  ο  πολιτικός μηχανικός Νίκος Χρυσοχόος, γιος της αδελφής μου Πόπης.  
 Σε  μαρμάρινη  πλάκα  είναι  χαραγμένο το εξής επίγραμμα που συνέταξα «κλέβοντας» την ιδέα από τον Επιτάφιο του Περικλέους: [Θουκυδίδου Ιστορία. Βιβλίο Β, 43  (άνδρες) τολμώντες και γιγνώσκοντες τα δέοντα.......κάλλιστον δε έρανον αυτή (τη πόλει) προιέμενοι].

ΣΤΙΣ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944
ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ  ΕΔΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ
ΟΙ  ΓΙΩΡΓΟΣ  ΚΩΣΤΑΡΙΔΗΣ ΚΑΙ  ΜΙΧΑΛΗΣ  ΒΡΟΥΧΟΣ
ΑΝΔΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ  ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ  ΚΑΙ  ΗΞΕΡΑΝ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥΣ
ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
ΤΟ ΠΙΟ ΑΚΡΙΒΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ.