Ημέρα Εθνικής Μνήμης  Μικρασιατικού Ελληνισμού

Ομιλία εκφωνηθείσα από τη ΣΤΕΛΛΑ Π. ΒΟΥΤΣΑ
Καθηγήτρια Φιλόλογο 4ου Λυκείου Ρόδου, Διδάκτορα Λογοτεχνίας

Ρόδος, Ιερός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, 17-9-2017 

Με ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, καθιερώθηκε να τιμάται κάθε χρόνο η 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Μικρασιατικής Καταστροφής και του ξεριζωμού του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Στο πλαίσιο αυτής της επετείου θα εξιστορήσω εν συντομία μια από τις πιο οδυνηρές σελίδες της νεότερης ιστορίας μας: τους διωγμούς εναντίον του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης, της Δυτικής Μικράς Ασίας και του Πόντου από το 1908-1920, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Ένα κεφάλαιο που με αγγίζει και προσωπικά, μια και οι δυο παππούδες μου, τόσο από τη μεριά του πατέρα μου, όσο και από τη μεριά της μητέρας μου, ήταν πρόσφυγες Μικρασιάτες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ιωνία Βόλου [καταγωγή που την καμαρώνουμε ιδιαίτερα οικογενειακώς]. 

Ας δούμε, λοιπόν, συνοπτικά τα ιστορικά γεγονότα ως είχαν. Ήδη από το 1908 το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ με τους Νεότουρκους προσπάθησε να μειώσει την επιρροή των χριστιανικών πληθυσμών του οθωμανικού κράτους. Η πολιτική του εκτουρκισμού και των διωγμών εντάθηκε ακόμη περισσότερο μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων του 12-13. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού εκτοπίζεται προς τη μικρασιατική ενδοχώρα, όπου μακριά από το Πατριαρχείο και χωρίς ελληνικά σχολεία  εξαναγκάζεται να εκτουρκιστεί. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους στις αρχές του 1914, ενώ σταδιακά οι διώξεις επεκτάθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο. 

Τα καταπιεστικά μέτρα των Νεοτούρκων ήταν πολλά και ποικίλα, όπως έκτακτες οικονομικές επιβαρύνσεις των ελληνοφώνων χριστιανών υπηκόων, εμπόδια στις οικονομικές τους δραστηριότητες, βίαιες μετατοπίσεις στην τουρκική ενδοχώρα. Το πιο εξοντωτικό όμως μέτρο ήταν τα λεγόμενα «τάγματα εργασίας» (αμελέ ταμπουρού). Ουσιαστικά επρόκειτο για στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στα βάθη της Μικράς Ασίας. Όσοι υπηρετούσαν σε αυτά δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία, στη διάνοιξη δρόμων και αλλού σε συνθήκες εξουθενωτικές. Τα αμελέ ταμπουρού τα περιγράφει πολύ παραστατικά και με έντονο δραματισμό ο Μικρασιάτης συγγραφέας μας, Ηλίας Βενέζης, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Το νούμερο 31.328».

Εκεί, ο συγγραφέας της «Αιολικής Γης», μάς διηγείται πώς τα τάγματα εργασίας αποτέλεσαν χώρο μαρτυρίου για χιλιάδες Έλληνες οι οποίοι σύρθηκαν βίαια μέχρι εκεί (ανάμεσά τους κι ο ίδιος ο συγγραφέας), έχασαν την ταυτότητά τους, αντιπροσωπεύοντας απλώς ένα νούμερο σε ένα βασανιζόμενο πλήθος και υπέστησαν ανείπωτα βασανιστήρια, πόνο και εξευτελισμούς. Στην εισαγωγή του συγκλονιστικού βιβλίου του ο Βενέζης συνοψίζει την τραγωδία που έζησε η γενιά του (και που οι ατσαλάκωτοι, όπως λέει, Ευρωπαίοι ούτε υποψιάζονταν). Γράφει χαρακτηριστικά ο Βενέζης ότι η ύλη του βιβλίου του είναι καυτή, είναι η ανθρώπινη σάρκα στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. «Εδώ μιλάμε για μια ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει», τονίζει ο συγγραφέας, «όχι για ψυχή. Δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής». 

Στον Πόντο οι Έλληνες αποτελούσαν το 40% του πληθυσμού και μαζί με τους Αρμένιους, κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της περιοχής. Συγχρόνως, είχαν ένα υψηλό επίπεδο παιδείας και πολιτισμού (ας θυμηθούμε εδώ το Φροντιστήριο Τραπεζούντος που ιδρύθηκε το 1682 και λειτούργησε ως το 1922, τονώνοντας με την ελληνική παιδεία που προσέφερε το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων Μικρασιατών). Το 1915 το μεγαλύτερο μέρος του αρμένικου πληθυσμού της Τουρκίας σφαγιάστηκε. Και οι Έλληνες του Πόντου όμως δεν είχαν καλύτερη τύχη. Με το τέλος τους Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση και οι Τούρκοι τώρα και επίσημα προσπαθούν να εξοντώσουν το ελληνικό στοιχείο του Πόντου.

Το 1919 οι Πόντιοι μαζί με τους Αρμένιους και με την πρόσκαιρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης προσπάθησαν να προωθήσουν το δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους των Ελλήνων του Πόντου, στα πλαίσια μιας ποντοαρμενικής ομοσπονδίας. Ο Χρύσανθος Φιλιππίδης, μητροπολίτης Τραπεζούντας στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, πρωτοστάτησε στην αγώνα για τη δημιουργία μιας αυτόνομης «Δημοκρατίας του Πόντου». Το σχέδιο αυτό, όμως, γρήγορα ματαιώθηκε και βάφτηκε στο αίμα: έκτακτα τουρκικά δικαστήρια θανάτωσαν βίαια δεκάδες Έλληνες Ποντίους που είχαν αναμιχθεί στην κίνηση αυτή ενώ στα χρόνια 1915-1922, περισσότεροι από 300.000 Έλληνες Πόντιοι χάθηκαν ή θανατώθηκαν. Με ομόφωνη απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου το 1994, έχει οριστεί η 19η Μάϊου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. 

Όλοι αυτοί οι συστηματικοί διωγμοί, αυτά τα πογκρώμ κατά του ελληνικού στοιχείου είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ή ακόμα και σε άλλα κράτη, (όπως για παράδειγμα αρκετοί Πόντιοι κατέφυγαν στη Ν. Ρωσία).

Το αποκορύφωμα όμως όλου αυτού του ξεριζωμού ήταν, όπως είπαμε και στην αρχή, η μικρασιατική καταστροφή του 1922, το οριστικό ναυάγιο της Μεγάλης Ιδέας. Ο ελληνικός στρατός που είχε φτάσει ως το Σαγγάριο ηττήθηκε, κατέρρευσε η γραμμή του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, με αποτέλεσμα να αρχίσει η άτακτη υποχώρηση του στρατού κι ο απηνής διωγμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε απομονωμένη διπλωματικά από τις ξένες δυνάμεις, οι οποίες έβλεπαν πια τα συμφέροντά τους με τον Κεμάλ.

Η Σμύρνη (η «Γκιαούρ Ισμίρ», όπως την αποκαλούσαν οι Τούρκοι, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου) πυρπολήθηκε, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν πια εκτεθειμένοι στο έλεος των Τσετών. Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίχθηκαν στην προκυμαία της φλεγόμενης Σμύρνης. Στην περίπτωση αυτή ισχύει ό,τι είχε παρατηρήσει με πικρία και πόνο ο Θουκυδίδης για την ολοκληρωτική καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία: 

«Ουδέν εστιν ό,τι ουκ απώλετο» 
Δηλαδή δεν έμεινε τίποτα που να μην έχει χαθεί… Το νέο συσχετισμό δυνάμεων ρύθμισε η Συνθήκη της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου 1923. 

Ηρωική μορφή ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο οποίος ως γνήσιος πνευματικός ηγέτης και ποιμενάρχης αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Σμύρνη και το ποίμνιό του, παρόλο που του προτάθηκε μαζί με τις άλλες ελληνικές αρχές. Ο Χρυσόστομος βρήκε μαρτυρικό θάνατο, όταν ο Νουρεντίν Πασάς, διοικητής της Σμύρνης μετά την κατάληψή της από τον τουρκικό στρατό, τον παρέδωσε στον εξαγριωμένο όχλο, ο οποίος τον διαμέλισε θανατώνοντάς τον φρικτά στις 27 Αυγούστου 1922. 

Φέτος συμπληρώνονται 95 χρόνια (1922-2017) και ευχόμαστε να αξιωθούμε να τιμήσουμε και τα 100 χρόνια του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Συνολικά, 1.500.000 Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν βίαια τις εστίες που κατείχαν επί 2.500 χρόνια, τη γη των πατέρων τους και κρίθηκαν ‘ανταλλάξιμοι’ στην τότε ανταλλαγή πλυθυσμών με τους μουσουλμάνους που κατοικούσαν στην Ελλάδα. 

Το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων διοχετεύτηκε κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία αλλά και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας (Στερεά Ελλάδα, Δυτική Θράκη, Θεσσαλία). Οι άνθρωποι αυτοί, ενώ στα σπίτια τους ήταν νοικοκυραίοι, τα έχασαν όλα και ξεκίνησαν από το μηδέν και μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες πρόκοψαν και βοήθησαν και τον τόπο να πάει μπροστά. Ας μην ξεχνάμε ότι οι πληθυσμοί αυτοί από την Τουρκία εκδιώχθηκαν ως Έλληνες, ενώ στην Ελλάδα οι ντόπιοι πληθυσμοί τους αντιμετώπισαν με πολλή δυσπιστία απωθώντας τους στις παρυφές των πόλεων σε άθλιες συνθήκες και αποκαλώντας τους υποτιμητικά «Τουρκόσπορους».

Η ενσωμάτωση των Μικρασιατών προσφύγων στη νεοελληνική κοινωνία υπήρξε μια πραγματική εποποιΐα, ένα θαύμα της νεότερης ιστορίας μας. Πράγματι, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες όχι μόνο ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία, αλλά τη μπόλιασαν γόνιμα με τις παραδόσεις τους, τα έθιμά τους, την κουζίνα και τη ζαχαροπλαστική τους, τη μουσική τους (από αυτούς ξεκινά το ρεμπέτικο τραγούδι), τους χορούς τους, τις καινοτόμες ιδέες τους, ενώ πύκνωσαν το ελληνικό στοιχείο σε περιοχές όπου η χώρα ήταν δημογραφικά αραιοκατοικημένη.  

Οι Έλληνες Μικρασιάτες δεν ξέχασαν ποτέ τις πατρίδες τους, αντίθετα, ένιωθαν έντονη νοσταλγία και διατηρούσαν ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής σε αυτές (με αυτή την ελπίδα θέλω να καταθέσω εδώ πως πέθανε και ο παππούς μου). Ο μεγάλος μας ποιητής, ο Αλεξανδρινός, Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει: 
«Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, 
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη» 
(«ΙΩΝΙΚΟΝ»).

Εκείνος όμως από τους λογοτέχνες μας που κατεξοχήν επηρεάστηκε από το δράμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού, «την Ελλάδα των αρχαίων μνημείων και της σύγχρονης θλίψης», είναι ο Νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης. Ο Σεφέρης καταγόταν από τη Σμύρνη και ο καημός για την τραγωδία της φυλής του έχει διαποτίσει βαθιά την ποίησή του. Ο Σεφέρης νιώθει πάντα ένας τραυματισμένος άπατρις, κουβαλά την πατρίδα ως πληγή. Στο «Μυθιστόρημά» του (1935) θα γράψει πληγωμένος για το βίαιο ξεριζωμό του ελληνισμού και το δράμα της φυγής:

 «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας 
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε….
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα από λιμάνι σε λιμάνι;» 
(Γ. Σεφέρης) 

Δεν θα ήθελα να μακρυγορήσω άλλο. Κλείνοντας, Θα επιθυμούσα μόνο να τονίσω την ανάγκη εμείς, οι Νεοέλληνες του 21ου αιώνα, ΝΑ ΜΗΝ ΛΗΣΜΟΝΟΥΜΕ αυτές τις τραγικές σελίδες της ιστορίας μας, αυτά τα ατομικά και συλλογικά δράματα. Τη μνήμη αυτή την οφείλουμε στους προγόνους μας, στους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Θυμίζω ότι πριν από λίγα χρόνια πέθανε η Φιλιώ Χαϊδεμένου, πρωτεργάτης της ίδρυσης του Μουσείου Μικρασιατικού Ελληνισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια. Η γιαγιά Φιλιώ περιγράφει τις συγκλονιστικές εμπειρίες που έζησε από πρώτο χέρι στο βιβλίο της «Τρεις αιώνες, μια ζωή. 1899-2005».

Οι άνθρωποι αυτοί, οι Έλληνες Μικρασιάτες, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, είδαν από τη μια μέρα στην άλλη τις ζωές τους να αλλάζουν δραματικά, ‘να πνίγονται στο αίμα και στο δάκρυ’ (όπως γράφει και η Διδώ Σωτηρίου στα Ματωμένα Χώματα) και να παίρνουν οριστικά το δρόμο της αιχμαλωσίας και της προσφυγιάς, πεθαίνοντας τελικά με το απραγματοποίητο όνειρο της επιστροφής στις χαμένες πατρίδες.