Οδοιπορικό στο Κεραμί Αρχαγγέλου

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης


Πάντα πίστευα ότι η διαμόρφωση του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου επηρεάζεται ακόμη και από τη γεωμορφολογική κατάσταση του τόπου όπου κατάγεται.

Ο φετινός Αύγουστος μου επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη, αφού μετά από τόσα χρόνια που άκουγα για το Κεραμί του Αρχαγγέλου, κατάφερα να το επισκεφτώ.

Το’ χα πλάσει στη φαντασία μου σαν έναν τόπο μαγικό, ερημικό. Φτάνοντας στην είσοδο του χωριού του αφέντη μου, ρωτάμε έναν ντόπιο από πού θα πάμε για το Κεραμί. Αμέσως αποκρίθηκε “για να θες να πας εκεί, σίγουρα είσαι Αρχαγγελίτισσα”.

Ο δρόμος άσχημος και η φύση άγρια. Ελιές στέκουν διάσπαρτες δεξιά και αριστερά, αγριοκάτσικα βελάζουν και τρέχουν πέρα - δώθε, ώσπου κάπου στα μισά της διαδρομής, συναντάς το Αστεροσκοπείο Αρχαγγέλου.

Τα βράχια γύρω στέκουν επιβλητικά, το ύψωμα που αφύλαχτα βλέπεις σε πολλά σημεία, σου κόβει την ανάσα και η ζέστη σου καίει τα σωθικά.

Όσο πλησιάζεις, τόσο πιο πολύ αγωνιάς να φτάσεις στον προορισμό σου. Περνάς το υδραγωγείο και κατηφορίζεις, ώσπου βλέπεις χέρια να σε χαιρετούν από ένα απροσδιόριστο βαθύ σημείο.

Τι όμορφη που είναι η ζωή... Σπιτάκια σαν να κόλλησαν στο βράχο, σου δηλώνουν ότι εκεί κάποιοι άλλοι μένουν, επιλέγοντας κάτι διαφορετικό και ίσως καλύτερο από σένα.

Μέσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο ξεχύνονται αρώματα του θυμαριού, της ρίγανης, φασκόμηλο, περήφανης συκιάς.

Φτάσαμε στον προορισμό μας και η αφέντρα του σπιτιού στέκει ολόρθη να μας καλωσορίσει. Βγαίνω απ’ το αυτοκίνητο και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Πίσω μου ακούω σε δευτερόλεπτα μια παιδική φωνή να λέει “μαμά να κοιμηθούμε εδώ το βράδυ, θέλω να μείνω εδώ” και κρυφοχαμογελώ...

Πόσο λίγα θέλει ο άνθρωπος για να νιώσει πλήρης και πόσα μας έχουν πείσει ότι χρειαζόμαστε ώστε να είμαστε υπόδουλοι καθημερινά του Εγώ μας! Πατώ το χώμα κι ένα ρήγος διαπερνάει το κορμί. “Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας”... Έρχομαι πρώτη φορά κι όμως το τοπίο μου φαίνεται τόσο οικείο, γαλήνιο, συγκινητικό.

Τα μελωμένα σύκα, ξεσηκώνουν όλες τις αισθήσεις κι έτοιμη πια για τη μεγάλη ώρα, κατηφορίζω τ’ αυτοσχέδια σκαλιά των βράχων και φτάνω στο ξακουστό στο πέρασμα των χρόνων, κολπάκι. Βυθίζομαι στα διάφανα νερά που μου θυμίζουν τ’ ανοιχτόχρωμα μπλε της μάτια της γιαγιάς μου της Ξενοφώνας με το άσπρο το μαντήλι της και είναι σαν αμέτρητα υδάτινα χέρια να με αγκαλιάζουν ζεστά.

Τι αγαλλίαση, τι απόλαυση μοναδική, το νερό στο ανθρώπινο σώμα, ξέπλυμα κάθε ψυχικής ακαθαρσίας, αγίασμα.

Στ΄αριστερά στέκει κάτασπρο το εκκλησάκι το μικρό. Τα βράχια γύρω σου σε περικλύουν στην αγκάλη τους και σου υπόσχονται ασφάλεια.

Αβίαστα, κάνω την σκέψη πως το  μέρος αυτό μου θυμίζει τον πατέρα μου και φίλους συγχωριανούς του. Ψηλό, βραχώδες, σκληροτράχηλο, καμαρωτό, επιβλητικό και ταυτόχρονα ζεστό, στοργικό, ευαίσθητο, ρομαντικό!

Ναι, πάντα πίστευα πως ο τόπος που μεγαλώνουμε είναι καθοριστικός για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας.

Τα βράχια σμίλεψαν το κορμί, τ’ αγριόχορτα γαλήνεψαν την πείνα μαζί με τις μανίτες, τα διάφανα νερά ξέπλυναν τα πάθη τους, η Κυρά η ψηλή τους έκανε πιστούς και υπερήφανους και η ξεραίλα του εδάφους έδωσε το κίνητρο να κυνηγούν τους αγριόσπορους, μοχθώντας πάντα να φυτρώσουν και να γίνουν πνεύμα αχόρταγο και διψασμένο.

Η κυρά του σπιτιού ξέρει για κάθε πέτρα την ιστορία της, κοιτά καταμεσής του πελάγου και νιώθεις πως η ματιά της χάνεται, γίνεται ένα με το άγριο του βυθού, έχει περάσει δυσκολίες, βάδισε ξυπόλητη στα κακοτράχαλα τα βουνά του χωριού της, μα το ξερό δέρμα μάδησε κι έμεινε το βελούδο της ψυχής. Κοιτώ την αυτοσχέδια αλυκιά και γλύφω το αφυδατωμένο χοντρό αλάτι... “το πέλαγο είναι γλυκό χάδι μαζί και δάκρυ”...

Νύχτωσε κι εμείς ακόμη εκεί, βουτηγμένοι στο απέραντο γαλάζιο, ώσπου μια φωνή από ψηλά μας καλεί για το φαγητό. Το’ χαμε ολότελα ξεχάσει το κομμάτι αυτό, του τραπεζώματος, άλλοτε σ’ ένα σινί, τώρα σ’ ένα απλό τραπέζι... “Κάππαρη από το Κεραμί”, ψωμί ζυμωτό σιταρένιο, λεμονάδα από το κτήμα και στο τέλος... το ψωμάκι του Θεού, ο άρτος ο μοσχοβολιστός που μόνο εδώ ζυμώνουνε με τόση μαεστρία.

Κλείνω τα μάτια και σφραγίζω μ’ όλη μου τη δύναμη, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό.

“Αφήνω τα προβλήματά μου στη Ρόδο κι έρχομαι στο “Κεραμί”, λέει κάνοντας πρόποση ο κύρης του σπιτιού. Το λάτρεψα αυτό το μέρος, άνοιξε κάθε σπιθαμή της ύπαρξής μου... “Είναι το αίμα που τραβά κορίτσι μου, οι ρίζες σου”, λέει αποχαιρετώντας με ο γείτονας.

Δίνω κρυφή υπόσχεση του χρόνου να ξαναβρεθώ στον ίδιο τόπο. Ασπάζομαι το απόλυτο σκοτάδι και το λαμπύρισμα της θάλασσας κάτω από το λιγοστό φεγγαρόφωτο και παίρνω το δρόμο για την επιστροφή. Σαν ψίθυρος ακούγεται μέσα από τις σχισμές των βράχων “η ημέρα έχει βάσανα, κι η νύχτα είναι ωραία, γιατί έρχεσαι στον ύπνο μου και μου κρατάς παρέα”...

Αφιερωμένο στην αγαπημένη μου κυρία Χρυσαφίνα Πλατή, καθώς και στον λατρεμένο μου πατέρα, υπόδειγμα λεβεντιάς των αντρών της Αρχαγγέλου!!!