Μια μητέρα από τη Ρόδο βρήκε μετά από 17 χρόνια το χαμένο της παιδί

Μια μητέρα εις την Ρόδον
Μετά 17 χρόνια ανεύρε το χαμένο παιδί της - Πώς εχώρισαν
Μία μητέρα ύστερα από 17 ετών αναζητήσεις ανεύρε το παιδί της προ πενθημέρου τυχαίως εις το Μανδράκι.
Αυτή είναι εν ολίγιος η ιστορία μιας χαροκαμένης μάνας που έδωσε προ 17 ετών το παιδί της δια να το σώση από τον ευρασθενή σύζυγό της. Αλλά ας αρχίσωμεν από την αρχήν, βάσει αυτών που μας διηγήθη η ατυχής μητέρα.

* * *

Εις την νήσον Κάλυμνον ζούσε προ εικοσαετίας μία οικογένεια η οποία ήτο αγαπητή από όλους τους κατοίκους της νήσου. Η οικογένεια απηρτίζετο από μίαν αγαθή μητέρα, τον σύζυγό της ένα άστατο υιό και ένα μωρό μόλις 18 μηνών. Ζούσαν ευτυχισμένοι όταν την άνοιξι του 1940 τα σύννεφα ήλθαν να επισκιάσουν την ευτυχίαν της οικογενείας. Ο σύζυγος υπέστη σοβαρόν κλονισμόν και έχασε τα “λογικά του”.

Πάνω εις την μανίαν της τρέλλας του ήθελε να σκοτώση το παιδί του.
Καθημερινώς η μητέρα κρατούσε το μωρό, εις την αγκαλιά της ο δε φρενοβλαβής σύζυγος με το μαχαίρι στο χέρι την κυνηγούσε για να σφάξη και αυτήν και το σπλάχνο του. Μη μπορώντας να βαστάξη το καθημερινό αυτό μαρτύριο η μάνα ηναγκάσθη να αποχωρισθή το παιδί της, δίνοντάς το εις μίαν γνωστήν οικογένειαν η οποία κατοικούσε πλησίον της οικίας της.

* * *

Ηλθεν ο πόλεμος. Ο σύζυγος ενεκλείσθη εις Ψυχιατρείον των Αθηνών η δε υπόλοιπη οικογένεια-χωρίς βέβαια τον Βενιαμίν της, ανεχώρησεν εις Ρόδον μη δυνάμενη να υποβαστάση την δυστυχία που έδερνε την εποχή εκείνη το νησί της Καλύμνου.

* * *

Μετά την κατοχικήν περίοδον η θλιμμένη μάνα που έχασε σχεδόν και το άλλο τέκνον της, το οποίον είχε το σπιτικό του εις τα καφενεία και εις απόκρυφα λημέρια έστειλεν επιστολή εις την οικογένεια που υιοθέτησε το παιδί της δια να μάθη τι γίνεται. Ουδεμία απάντησις.

Απελπισμένη, καθημερινώς κατέβαινε εις την παραλία του Μανδρακίου και ρωτούσες τους ναυτικούς της Καλύμνου εάν γνωρίζουν περί της οικογενείας. Ολοι σχεδόν δεν ήξεραν. Αλλοι έδιδαν συγκεχυμένες απαντήσεις εις την ερώτησιν. Και η μητέρα πλέοντας συνεχώς μέσα σε πελάγη απελπισίας πέρασε από δεκαεπτά σταθμούς από την εποχήν που έδωσεν το μονάκριβό της. Πέρασαν 17 χρόναι χωρίς να το καταλάβη...

* * *

Οπως και πάντοτε προδεκαημέρου κατέβηκε εις την Νέαν Αγοράν δια να ψωνίση. Κυριακή ξημέρωνε. Αφού έκαμε όλα τα ψώνια της πήγε εις το σημείον που σταθμεύουν τα λεωφορεία του Ρ.Ο.Δ.Α. δι ανα μεταβή γρηγορότερα εις το σπίτι της. Πλησίον της στεκόταν ένας νέος ηλικίας περίπου 18 ετών ψηλός, γεροδεμένος μαυρισμένος ψημένος από τον ήλιον.

Το λεωφορείον αργοπορούσε. Ξάφνουν ο νέος γυρίζει και ερωτά την κυρία:
- Πότε περνούν τα λεωφορεία; Η γυναίκα τον κύτταξε της φάνηκε ωσάν γνωστόν πρόσωπον του απάντησε.
- Εχει αργήσει.
Η ματιά της δεν έφευγε καθόλου από πάνω του. Τα χαρακτηριστικά του την τραβούσαν.
Το μητρικό αίμα ανεστατώθη. Φωτίστηκε το πρόσωπό της από χαρά. Ανεγνώρισε το παιδί της!
- Τίνος είσαι παιδί μου;
- Είμαι από την Κάλυμνο.
Ταξιδεύω με τα καΐκια του πατέρα μου του...
- Γυιέ μου φωνάζει η πικραμένη μάνα.
- Μητέρα! και την αγκαλιάζει με δάκρυα στα μάτια.

Η σκηνή είναι άκρως συγκινητική.
Οι αναμένοντες το λεωφορείον ακούσαντες την συνομιλίαν κλαίουν από την συγκίνησιν.
Τον παίρνει στο σπίτι της.
Τα κουβεντιάζουν.
Δέον να σημειωθή ότι η δεύτερη μητέρα του όταν αυτός έφθασε εις ώριμον ηλικίαν του είπε ότι τον υιοθέτησε.

* * *

Τώρα το παιδί ταξιδεύει με το καΐκι του θετού πατρός του περιμένει δε να ξανάρθη εις Ρόδον και να ξαναπέση στην αγκαλιά της πικραμένης μάνας. Οι τελευταίες του λέξεις όταν έφευγε ήταν.
- Μάνα θα τακτοποιηθώ και θα σου στέλνω χρήματα. Θα τα κανονίσω και για τον αδελφό μου να δουλεύη κοντά μου.

Κ. ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ