Η πυρκαγιά που έκαψε την πλατεία στο μεγάλο σιντριβάνι!

Η περιοχή στο μεγάλο σιντριβάνι της Μεσαιωνικής Πόλης ονομαζόταν «Τα καμένα», αλλά πόσοι γνωρίζουν γι’ αυτό;

Στις 17 Ιουλίου του 1924, ξέσπασε πυρκαγιά σε κεντρικό οινοπνευματοπωλείο που γρήγορα επεκτάθηκε και κατέστρεψε ολοσχερώς το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς.

Συνολικά καταστράφηκαν 60 καταστήματα ενώ ο τραγικός απολογισμός μετράει και δύο νεκρούς: τον ιδιοκτήτη του οινοπνευματοπωλείου και τον 16χρονο παραγιό του.

Η διαμόρφωση της σημερινής πλατείας του σιντριβανιού έγινε από τους Ιταλούς μετά από αυτή την πυρκαγιά  η οποία έκαιγε τέσσερις ώρες και την έσβησε ο στρατός και ένα ναυτικό άγημα, με τη βοήθεια των ντόπιων. Αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που ξέσπασε φωτιά καταστροφική μέσα στο Κάστρο.

Η προηγούμενη ήταν στις 17 Ιουλίου (και πάλι) 1876, ημέρα Κυριακή, κι ενώ ήταν βράδυ. Αυτή η φωτιά έμεινε γνωστή στην ιστορία ως το «γιαγκίνι» και οι Τουρκικές αρχές όχι μόνο αδιαφόρησαν για την κατάσβεσή της, αλλά ανέχθηκαν και τη λεηλασία στα καταστήματα η οποία ακολούθησε!

Η φωτιά του 1924
Όπως γράφει η εφημερίδα «Ροδιακή» του 1924: «Την Πέμπτη 24 Ιουλίου 1924, στις 10 η ώρα το πρωί, η αγορά μας εδοκίμασεν μία από τις ασυνήθεις εκείνας συγκινήσεις, ας δημιουργούσιν όλως απρόοπτα και λίαν ζωηρά γεγονότα, δυνάμενα να μεταβάλωσί μίαν στιγμήν την όψιν ενός τόπου ή την κατάστασιν μιας οιασδήποτε θέσεως.

Από ανάφλεξη οινοπνεύματος εν τω ποτοπωλείο του Μηνά Φώκιαλη,  προκλήθηκε έκρηξη αγγείων, κατ΄ αρχάς, φοβερά δε πυρκαγιά κατόπιν του ποτοπωλείου η οποία σε μια στιγμή εκύκλωσε τα γύρω μικρά καταστήματα, κάνοντάς τα παρανάλωμα του πυρός.

 Η φωτιά βοηθούμενη από τους πνέοντες ανέμους αφ΄ ενός και αφ΄ ετέρου  τρεφομένη υπό των εύφλεκτων υλικών των καταστημάτων και των εμπορευμάτων τους, απειλούσε να λάβει τέτοιες διαστάσεις ώστε να απειληθεί προς στιγμήν όλον το προς τη φοράν του ανέμου μέρος της,  εντός των τειχών πόλεως».
 
Η φωτιά του 1876
Δεν ήταν η πρώτη φορά που  ξέσπασε πυρκαγιά μέσα στη Μεσαιωνική Πόλη. Το 1876 στις 17 Ιουλίου,  εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαγιά που έμεινε στην ιστορία ως το «γιαγκίνι» (yankin= πυρκαγιά). Εκδηλώθηκε Κυριακή βράδυ, οι Έλληνες καταστηματάρχες δεν βρίσκονταν μέσα στο Κάστρο, αφού οι πύλες του έκλειναν μετά τη δύση του ήλιου και μόνον Τούρκοι και Εβραίοι επιτρεπόταν να βρίσκονται μέσα στο Κάστρο. 

Όπως γράφει ο Αντώνης Αγγελής, διευθυντής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου, τότε οι Τουρκικές αρχές όχι μόνον αδιαφόρησαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα να επεκταθεί, αλλά ανέχθηκαν και τη λεηλασία των καταστημάτων της αγοράς.  Άλλωστε η πυρκαγιά ήταν ένα ασφαλές και ανέξοδο πολεοδομικό μέσο ρυμοτομίας, κατά την Τουρκοκρατία.

Τα αίτια της φωτιάς του 1924
Σε άρθρο του ο Αντώνης  Βρατσάλης  με τίτλο «Η πυρκαγιά του 1924 «Τα Καμένα», γράφει ότι η είδηση για την πυρκαγιά διαδόθηκε σαν αστραπή, από στόμα σε στόμα, σ΄ όλα τα μαράσια πως «πήρε φωτιά και καίγεται το Πεζεστένι, της παλιάς Χώρας. Έτσι λέγαν τότε το χώρο του τσαρσί, γύρω από το αψιδωτό κτίριο με την πέτρινη φαρδιά σκάλα του Εμποροδικείου της Καστελλάνιας, όπου τα λογής-λογής μικρομάγαζα σχημάτιζαν ένα λαβύρινθο από σταυροδρόμια. Εκεί στεγάζονταν η θορυβώδικη ψαραγορά και τα κιαπάπικα (κρεοπωλεία) με τις ψησταριές όπου γινόταν κάθε μέρα, ακόμα και τις Κυριακές, το παζάρι και το ζύγισμα των ψαριών και των κρεάτων.

 Η βρωμιά και η δυσοσμία ήταν ανάκατη με τη μπόχα από τα μαύρα μαστελλόνερα των τσαγκαράδων και τα πράσινα αποπλύματα των σκεμπρέδων των τούρκικων πατσατζίδικων, που δημιουργούσαν ένα βρομότοπο που μόνο μια πυρκαγιά μπορούσε να καθαρίσει.

Κι η φωτιά ήρτε κι άναψε όταν ο Μηνάς Φώκιαλης, που είχε οινοπνευματάδικο, προσπαθώντας να κολλήσει με καλάι ένα τσίγκινο βαρέλι γεμάτο σπίρτο που ΄σταζε, κόντεψε το αναμμένο καμινέτο, κι άρπαξε το οινόπνευμα φωτιά και τινάχτηκε το μαγαζί στον αέρα, καίγοντας το Φώκιαλη και το δεκαεξάχρονο παραγιό, τον Στέργο Δημητρίου, που πετάχτηκε στο δρόμο σαν αναμμένη λαμπάδα, τρέχοντας να πέσει στη θάλασσα του παλιού τελωνείου για να σβήσει.

Το παιδί λαμπάδιασε και ξεψύχησε κάτω από την Πύλη της Αγίας Αικατερίνας της θαλασσινής, κι έσβησε μόνο του τσιτσιρίζοντας σαν τ΄  αποκαΐδια κάρβουνα στην παραστιά.

Από τότε οι Ιταλοί διαμόρφωσαν την πλατεία με τη σημερινή της μορφή
Από τότε οι Ιταλοί διαμόρφωσαν την πλατεία με τη σημερινή της μορφή

Η φωτιά δαμάστηκε, όχι τόσο από το νερό που κουβαλούσαν τρέχοντας οι μαγαζάτορες από τις βρύσες του λουτρού, κι από τη θάλασσα με τους κουβάδες και τους γκαζοτενεκέδες, αλλά από την επέμβαση του στρατού, κι από τους ναύτες του ιταλικού αντιτορπιλικού «Γκεναδιέρε».

Σύμφωνα με τη «Ροδιακή»: «Το ποτοποιείον του Μηνά Φώκιαλη κειμένου εις την κεντρικοτέραν θέσιν της αγοράς εν τω μέσω του ετέρου των τετραγώνων άτινα περιλαμβάνονται μεταξύ του αρχαίου κτιρίου της Καστελλανίας (Παλαιά ψαράδικα) και της τραπέζης Αλχαδέφ, η πυρκαγιά αύτη ήτο επόμενον ότι εξέθετε εις μέγαν κίνδυνον όλο το κέντρο της αγοράς.  Ευθύς δε κατόπιν έφθασαν λόχοι στρατού και ναυτικόν άγημα άτινα ετέθησαν  επί το έργον της κατασβέσεως του πυρός, ενώ συγχρόνως οι αντλίαι ειργάζοντο.  Το έργον της αποσβέσεως εξακολούθησεν επί τέσσαρας ολοκλήρους ώρας».

Χρειάσθηκε να κατεδαφιστούν σε αρκετά μακρινή ζώνη, καταστήματα, να μεταφερθούν εμπορεύματα, έπιπλα, ξυλεία και άλλα, που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την φωτιά.  
Αξιοθαύμαστη εις όλην αυτήν την εργασία ήταν η Αυτού Βασιλική Υψηλότης, ο δούκας του Σπολέτο, ο νεαρός πρίγκηπας Αιμόνε, της Σαβοΐας, επικεφαλής του ναυτικού αγήματος που εν τω μέσω του καπνού έδινε το παράδειγμα της αποτελεσματικότερης διά την απόσβεσιν του πυρός δράσεως .

Οι ζημιές
Τα καταστήματα που καταστράφηκαν ανέρχονται στα 60, και ανήκαν κατά το πλείστον σε ομογενείς. Εκ των ημετέρων εκάησαν ή κατεδαφίσθησαν: τα ποτοπωλεία Αδελφοί Φώκιαλη και Δημήτρη Χατζηελευθερίου, τα χρυσοχοεία Κοντοβέρου, Θωμά Κατζικάκη και Φώτη Kρομμύδα, τα παντοπωλεία και ποτοπωλεία Ιωάννη Χιώτη, Εμμανουήλ Δελληγιάννη και Μιχάλη Πωλή, τα υποδηματοποιεία Αντώνη Πετρίδου, Κωνσταντίνου Θεοδώρου, Ευαγγέλου Μυλωνά, και Α. Χαραλάμπους, τα γραφεία των αδελφών Βιττώρια και Γεωργίου Μακρή και το κουρείον του Γ. Περδικάκη.

Η εκ μέρους της Διοικήσεως διαβεβαίωση ήταν ότι ή θα επιτραπεί η ανοικοδόμησή τους υπό νέο σχέδιο, με την ανάλογη αποζημίωση.

Στη συνέχεια οι Ιταλοί, με απαλλοτριώσεις, αναστηλώσεις και άλλες επεμβάσεις δημιούργησαν το εμπορικό κέντρο της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου, με τη μορφή που διατηρείται μέχρι σήμερα.

Έτσι ανοίχτηκε η πλατεία με το ωραίο σιντριβάνι που πήρε από τη φωτιά τον ελληνικό χαρακτηρισμό «τα καμένα» και τον ιταλικό «πιάτσα Μπρουτσιάτα», κι έγινε ο πρώτος σταθμός των μουστακαλήδων καροτσιέρηδων και το στέκι των λούστρων.