Βαρύ το φορτίο φόρων για τα ξενοδοχεία

Του Λάμπρου Καραγεώργου από την Ναυτεμπορική

Τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα υπόκεινται στο δεύτερο υψηλότερο συντελεστή φορολόγησης εισοδημάτων έναντι των ευθέως ανταγωνιστών τους, στη διεκδίκηση της πίτας στην αγορά του τουρισμού.


Με εξαίρεση την περίπτωση της Γαλλίας, οι υπόλοιπες χώρες έχουν υιοθετήσει σαφώς χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος σε σχέση με την Ελλάδα.

 


Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η μελέτη της Grant Thornton που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδος με τίτλο: «Η φοροδοτική δυνατότητα των ξενοδοχείων και δυνατότητα αξιοποίησης της οικονομίας του διαμοιρασμού για τη φορολογική εξομάλυνση του κλάδου». Στη μελέτη τονίζεται ακόμη ότι το μέσο περιθώριο κέρδους των ξενοδοχείων της χώρας μετά από φόρους εκτιμάται μόλις στο 1,52%.

Η μελέτη που πραγματοποιήθηκε για να αναδείξει την άνιση φορολογική αντιμετώπιση της οικονομίας διαμοιρασμού στη διαμονή σε σύγκριση με τον ξενοδοχειακό κλάδο (έγραψε σχετικά η «Ν») προχώρησε και σε συγκεκριμένη ανάλυση του φορολογικού καθεστώτος των ξενοδοχείων σε μια σειρά από χώρες. 

Οι φορολογικές επιβαρύνσεις που μελετήθηκαν αφορούν τους άμεσους φόρους, οι οποίοι επιδρούν στην οικονομική δυναμική των ξενοδοχείων και στους έμμεσους φόρους, που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα του προσφερόμενου προϊόντος. Στους άμεσους φόρους ανήκει ο φόρος εισοδήματος, ενώ στους έμμεσους ο φόρος προστιθέμενης αξίας που επιβαρύνει την τιμή του προϊόντος διαμονής και των λοιπών υπηρεσιών των ξενοδοχείων.

Πέραν αυτών, υπάρχουν επιπρόσθετοι άμεσοι, έμμεσοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως ο φόρος περιουσίας, τα τέλη παρεπιδημούντων, ο φόρος διαμονής, τα δημοτικά και λοιπά τέλη. 

Στο πλαίσιο της μελέτης έγινε αντιπαραβολή των χωρών μόνο επί του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, γιατί οι φόροι αυτοί αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης του ξενοδοχειακού προϊόντος, και δεύτερον γιατί οι υπόλοιποι φόροι επηρεάζονται από τις αξίες των αγαθών (όπως π.χ. ο φόρος περιουσίας) ή από ειδικές διατάξεις (όπως π.χ. ο φόρος διαμονής), με αποτέλεσμα να υπάρχει ανομοιογένεια των αρχών εφαρμογής τους σε κάθε χώρα, καθιστώντας δυσχερή τη διαστρωματική σύγκριση και ανάλυσή τους.

Ξεκινώντας από την ελληνική αγορά, ο φόρος εισοδήματος των νομικών προσώπων ανέρχεται σε 29% επί των φορολογητέων κερδών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4334/2015. Το ξενοδοχειακό προϊόν επιβαρύνεται με ΦΠΑ που ανέρχεται σε 13% για τις υπηρεσίες διαμονής και σε 24% για τις λοιπές υπηρεσίες, βάσει του αρ. 52 του Ν.4389/2016, για τις περισσότερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. 

Η έκπτωση κατά 30% που υπάρχει στον ΦΠΑ για τα νησιά των Νομών Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου (πλην Ρόδου και Καρπάθου) θα ισχύει μέχρι την 31/12/2017 σύμφωνα με το αρ. 118 του Ν. 4446/2016.

Στην αγορά της Ισπανίας, ο φόρος εισοδήματος ανέρχεται σε 25% επί των φορολογητέων εισοδημάτων των νομικών προσώπων. Ο ΦΠΑ για τις υπηρεσίες διαμονής και για τις λοιπές υπηρεσίες ανέρχεται σε 10%. Στην Κροατία, ο συντελεστής φόρου εισοδήματος επιχειρήσεων για κάθε είδους επιχειρηματική δραστηριότητα είναι της τάξης του 18%. Σε ό,τι αφορά τώρα στον ΦΠΑ, το ξενοδοχειακό προϊόν επιβαρύνεται με συντελεστή 13%.

Στην Ιταλία οι νομικές οντότητες υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος (IRES) που ανέρχεται σε 27,9% επί των καθαρών φορολογητέων εισοδημάτων της εταιρείας. Αναφορικά στον ΦΠΑ (Imposta sul Valore Aggiunto - IVA), ο συντελεστής που εφαρμόζεται σε όλες τις υπηρεσίες των ξενοδοχείων ανέρχεται σε 10%.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, οι εταιρείες υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος (CIT) με συντελεστή 20% επί των φορολογητέων εισοδημάτων τους. Ο συντελεστής ΦΠΑ, ο οποίος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαμονής σε ξενοδοχειακά καταλύματα ανέρχεται σε 8%, ενώ στις λοιπές υπηρεσίες σε 18% (European Commission, 2017) και (OECD, 2017).

Τέλος, στη Γαλλία ο φορολογικός συντελεστής που επιβάλλεται στα φορολογητέα εισοδήματα των επιχειρήσεων ανέρχεται σε 33,33%. Ο συντελεστής του φόρου προστιθέμενης αξίας για την παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών ανέρχεται σε 10%.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα στοιχεία των φορολογικών συντελεστών ανά χώρα, προκύπτει πως τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα υπόκεινται στον δεύτερο υψηλότερο συντελεστή φορολόγησης εισοδημάτων. 
Με εξαίρεση την περίπτωση της Γαλλίας, οι υπόλοιπες χώρες έχουν υιοθετήσει σαφώς χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος σε σχέση με την Ελλάδα. Ως προς την έμμεση φορολογία, το ξενοδοχειακό προϊόν στην Ελλάδα επιβαρύνεται με τον υψηλότερο συντελεστή διαμονής και τον υψηλότερο λοιπών υπηρεσιών.

Λαμβανομένου υπ’ όψιν το σύνολο των δεικτών, γίνεται φανερό πως το ξενοδοχειακό προϊόν στην Ελλάδα φέρει τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση σε σύγκριση με εκείνο των υπολοίπων ανταγωνιστριών χωρών στον τομέα του τουρισμού. 

Η διαπίστωση αυτή θα γίνει ακόμα σαφέστερη, αναφέρει η μελέτη, μέσα από την παράθεση μιας εφαρμογής της φορολογικής επιβάρυνσης του ξενοδοχειακού προϊόντος ανά χώρα. 

Στη συνέχεια η μελέτη της Grant Thornton προχωρεί σε μία σειρά υπολογισμών προκειμένου να συγκρίνει το ελληνικό ξενοδοχείο με το ευρωπαϊκό και να αναδείξει ποια θα πρέπει να είναι η μέση τιμή του ελληνικού ξενοδοχείου για να επιτύχει το ίδιο ποσοστό κέρδους με το ευρωπαϊκό το οποίο το τοποθετεί στο 10,56% όσο και το μέσο κόστος κεφαλαίων.

Οι σχετικοί υπολογισμοί δείχνουν πως στην Ελλάδα τα ξενοδοχεία, λόγω υπερφορολόγησης, είναι υποχρεωμένα να θέσουν στο τελικό προϊόν τους τιμές υψηλότερες κατά 3,21% έως 6,77% σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους προκειμένου να επιτύχουν αντίστοιχα ποσοστά κέρδους με εκείνα των άλλων χωρών.

Το γεγονός βέβαια αυτό θα καθιστούσε το ξενοδοχειακό προϊόν της χώρας λιγότερο ανταγωνιστικό από αυτό των υπολοίπων χωρών. Ως εκ τούτου τα ξενοδοχεία τελικά υποχρεώνονται να συμβιβαστούν με σαφώς χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. 

Σύμφωνα με τα ευρήματα της εφαρμογής αυτής, το γεγονός ότι η μέση τουριστική δαπάνη στην Ελλάδα είναι χαμηλή, ειδικά σε σύγκριση με εκείνη των ανταγωνιστών, τότε γίνονται απόλυτα κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους το μέσο περιθώριο κέρδους των ξενοδοχείων της χώρας μετά από φόρους εκτιμάται μόλις στο 1,52%.

Η υψηλή φορολόγηση των ξενοδοχείων στην Ελλάδα συρρικνώνει τα επίπεδα κερδοφορίας, περιορίζοντας τις δυνατότητές τους να προχωρήσουν σε επενδύσεις και να ενισχύσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο. Συγχρόνως, εγκλωβίζονται σε συνθήκες αδυναμίας για την αντιμετώπιση κάποιας έκτακτης δαπάνης, με αποτέλεσμα να τίθενται εντέλει κίνδυνοι βιωσιμότητας.

Τέλος, η μελέτη αναφερόμενη στη φοροδοτική ικανότητα του ξενοδοχειακού κλάδου, στις δυνατότητες που ενδεχομένως υπάρχουν για υψηλότερη φορολογία, αλλά και τους περιορισμούς που επιφέρει αυτή στην ανάπτυξη του κλάδου, σημειώνει ότι οι σχετικοί υπολογισμοί δείχνουν πως υπάρχουν κατηγορίες ξενοδοχείων, όπως π.χ. τα 1* και 5* που ουσιαστικά οι λειτουργικές τους ροές μετά φόρων εξαντλούνται πλήρως από την ανάγκη εξυπηρέτησης του δανεισμού και από την υλοποίηση των απαιτούμενων επενδύσεων.

Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου οι λειτουργικές ροές είναι μεγαλύτερες, όπως στις κατηγορίες 2*, 3* και 4* το υπολειπόμενο μέγεθος είναι ιδιαίτερα μικρό, καθιστώντας οποιεσδήποτε δυνατότητες των ξενοδοχείων για περαιτέρω εκροές (π.χ. υλοποίηση νέων επενδύσεων ή αντιμετώπιση έκτακτων δαπανών) απολύτως περιορισμένες.

Ουσιαστικά τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το μέσο τυπικό ξενοδοχείο της χώρας έχει εξαντλήσει τη φοροδοτική του ικανότητα με το ισχύον φορολογικό καθεστώς, χωρίς μάλιστα να συμπεριλαμβάνονται οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που έχουν θεσπιστεί και θα εφαρμοστούν από το επόμενο έτος (όπως π.χ. ο φόρος διαμονής και η κατάργηση της έκπτωσης στον ΦΠΑ).

Αν προσμετρηθούν και οι εν λόγω επιβαρύνσεις, τότε τίθεται ζήτημα κατά πόσο τα ξενοδοχεία θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο, καθώς στην περίπτωση αυτή θα υποχρεωθούν να περιορίσουν τις απαιτούμενες επενδύσεις τους προκειμένου να ανταποκριθούν στα νέα φορολογικά βάρη.