Ένοχος χωρίς ελαφρυντικά  κρίθηκε 46χρονος ασφαλιστής

Ένοχος κατά πλειοψηφία, όπως κατηγορείται και χωρίς ελαφρυντικό κρίθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου ο 46χρονος ασφαλιστικός σύμβουλος για πλαστογραφία μετά χρήσεως και υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση.

Το δικαστήριο επέβαλε ποινή κάθειρξης 7 ετών για κάθε πράξη στον 46χρονο, δηλαδή συνολική ποινή κάθειρξης 10 έτη με αποτέλεσμα να πάρει το δρόμο για τις φυλακές.
Στην ίδια υπόθεση κατηγορούνταν και 44χρονος τραπεζικός υπάλληλος για τον οποίο το δικαστήριο μετέτρεψε την κατηγορία της συνέργειας σε υπεξαίρεση σε πλημμέλημα, αδίκημα το οποίο παύει για τον κατηγορούμενο λόγω παραγραφής.

Το πρωτόδικο δικαστήριο, (Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου), για αυτή την υπόθεση είχε κρίνει ένοχους και τους δύο κατηγορούμενους και είχε επιβάλλει ποινή κάθειρξης 8 ετών για κάθε πράξη στον 46χρονο ασφαλιστικό σύμβουλο, δηλαδή κατά συγχώνευση 11 έτη κάθειρξης με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη υπό τους όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, της εμφάνισης του μία φορά το μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού 1000 ευρώ, και στον 44χρονο τραπεζικό υπάλληλο ποινή φυλάκισης 5 ετών με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Συνήγοροι υπεράσπισης παραστάθηκαν και στις δύο δίκες οι κ.κ. Άκης Δημητριάδης και Φώτης Κωστόπουλος ενώ ως πολιτική αγωγή ο δικηγόρος κ. Κώστας Κυπραίος.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε σε δίκη μετά την άσκηση ποινικών διώξεων  που αφορούσαν τις κατηγορίες: της υπεξαίρεσης κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ το συνολικό ποσό είναι άνω των 120.000 ευρώ, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με το συνολικό όφελος και τη συνολική ζημία να υπερβαίνουν τις 30.000 ευρώ τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση και άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, στις 31 Οκτωβρίου 2001 ο 46χρονος ασφαλιστικός σύμβουλος πλαστογράφησε την υπογραφή συμπολίτισσας μας, την οποία και έβαλε για λογαριασμό της σε ένταλμα πληρωμής ύψους 9.134 ευρώ και στην συνέχεια το προσκόμισε σε υποκατάστημα τράπεζας και εισέπραξε το ποσό αυτό.

Ο ίδιος κατηγορείται ότι και στις 18 Ιανουαρίου 2002 έκανε το ίδιο σε δεύτερο ένταλμα πληρωμής βάζοντας την ίδια υπογραφή συμπολίτισσας μας και καταφέρνοντας έτσι να εισπράξει το ποσό των 29.347 ευρώ.

Αλλά και στις 8 Ιουλίου 2008 ο 46χρονος ασφαλιστής υπέγραψε αντί της συμπολίτισσας μας γραμμάτιο είσπραξης τράπεζας υπέρ της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία εργαζόταν, ποσού 11.345 ευρώ, το οποίο και στη συνέχεια κατέθεσε στο λογαριασμό της εταιρείας του. Δηλαδή η συνολική ζημία ανέρχεται στο ποσό των 49.826 ευρώ.

Ο ασφαλιστής κατηγορείται και για υπεξαίρεση, και ειδικότερα ότι το χρονικό διάστημα από το 1996 έως το 2008 ως ασφαλιστικός σύμβουλος υπεξαίρεσε από τους λογαριασμούς της συμπολίτισσας μας συνολικά το ποσό των 345.430 ευρώ, ενώ ο 44χρονος ταμίας κατηγορείται για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή.

Αξίζει να σημειωθεί πως οι ίδιοι κατηγορούνται και για υπόθεση πλαστογραφίας μετά από μήνυση που υπέβαλε ο σύζυγος της συμπολίτισσας μας και η οποία ορίστηκε να εξεταστεί από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου τον Ιούνιο του 2018.