Στην παλιά μου γειτονιά, στη Ρόδο

Γράφει η Ρένα  Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Ο Σεπτέμβρης είναι μήνας όλο των … ανα.

Αναδιοργάνωση, αναθεώρηση καταστάσεων, ανατροπών, αναμνήσεων. Έτσι και εγώ ανακαλώ στη μνήμη μου ό,τι με έκανε να πάω λίγο πιο ψηλά αυτό το καλοκαίρι.

Ένα ατύχημα του παππού, μου έδωσε τη δυνατότητα να φιλοξενηθώ στο σπίτι του, στη γειτονιά μου την παλιά.

Φτάνω στη Βορείου Ηπείρου 21 και αφήνω διάσπαρτα στην είσοδο του οικήματος τα μπαγκάζια από το πλοίο. Κοιτώ την ασύλληπτη αρχιτεκτονική του κτιρίου και μαγεύομαι κοιτώντας το διπλό σκαλί της κεντρικής εισόδου. Πόσες ώρες παιχνίδι σε αυτά τα σκαλιά, πόσες καστροπολιτείες χτίστηκαν και γκρεμίστηκαν με αρχιτέκτονα τη Φερενίκη, πόσοι γάμοι έγιναν και διέλυσαν με κουμπάρες τη Μαρία και τη Βαλεντίνη, πόσα σχέδια σκαρφίστηκαν και έγιναν αυτοσχέδιοι πίνακες για το μέλλον.

Ρουφώ ασταμάτητα ό,τι απλώνεται στη σκέψη μου, άλλωστε τι είναι το μνημόσυνο, οι σκέψεις είναι, οι θύμησες που ποτέ δεν ξεφτίζουν, αλλά φωτίζουν όπως μου είπε πρόσφατα μία αγαπημένη. Μαζεύω τα υπάρχοντά μου και ανεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλιά φτάνοντας στην ψηλή κατάλευκη πόρτα που κρατώ το κλειδί της παραδείσου.

Η όσφρηση αποτελεί για μένα κυρίαρχο στοιχείο της ύπαρξής μου, όλα τα συνδέω με αυτή. Όταν μου έρχεται στο μυαλό κάτι δεν ανακαλούνται εμπρός μου εικόνες, μα η μυρωδιά αυτού που σκέφτομαι.

Ανοίγω την πόρτα και χαζεύω το φωτεινό χωλ, με τις φωτογραφίες και τις δυό πολυθρόνες. Συνεχίζω στο κεντρικό σημείο που οδηγεί στους κύριους χώρους του σπιτιού και αμέσως δεξιά όπου είναι η κουζίνα, και ανααδυονται διάχυτα τα αρώματα από τα βοτάνια που πάντα ήταν το βασικό στοιχείο μακροζωίας του κυρίου του σπιτιού.
Αλισφακιά, τσάι του βουνού, γλιφώνι.....

Πάνω στα μάτια της κουζίνας που άλλοτε έστεκαν υπερήφανες κατσαρόλες κάθε μεγέθους και μαγειρεύοντας γεύματα πεντανόστιμα και μοσχομυριστά, στέκει τώρα μία κορνίζα και δίπλα ένα άνυδρο καντήλι.

Χαμογελώ και δίνω ένα κλεφτό φιλί στην όμορφη αγαπημένη. Κάθε μόριο του σπιτιού, αποτελεί για μένα μόριο της ύπαρξής μου.
Το ψηλοτάβανο σπίτι σε κάνει να νιώθεις υπερήφανος, σημα-ντικός, σου δίνει έναν άλλον αέρα.

Ανοίγω την πόρτα της κάμαρας της νυφικής και θαυμάζω το αναλλοίωτο στον χρόνο κάλυμμα με την χρυσοκλωστή, που σκέπαζε τόσες δεκαετίες τους πόθους και τα πάθη, τα βάσανα και τις χαρές των οικοδεσποτών. Γυρνώ το πόμολο της μπαλκονόπορτας και ανοίγω τα παντζούρια,  ο ήλιος λούζει το δωμάτιο και εγώ Κοιτάω από πίσω την πολυκατοικία του Παλαιολόγου που όλοιδια ορθώνεται μπροστά μου.

Συνεχίζω την περιδιάβασή  μου στην τραπεζαρία του σπιτιού, την Αρχόντισσα. Τι όμορφες που είναι οι πόρτες που χρησιμοποιούσαν Ιταλοί! Πανύψηλες με τζάμια που σε αφήνουν αβίαστα να βλέπεις τη θέα απέναντί σου.
Έχω γυρίσει όλη τη Ρόδο, ξέρω την κάθε της γωνία, σαν αυτό το σημείο άλλο δεν υπάρχει πουθενά.

Βγαίνω στο δαντελωτό μπαλκόνι που μετά βίας χώρα δεύτερο άτομο, λες και το έκαναν για να σου θυμίζουν πως πρέπει να στέκεις δυναμικά στα πόδια σου στη ζωή και να κοιτάς κατάματα ποια θέα σου ταιριάζει.
Κοιτώ τα πεύκα των αιώνων και μέσα από τα κενά τους χάνεται το βλέμμα στο Αιγαίο...κι ώ!

" Ελα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ  τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο..."
Χαμηλώνω το βλέμμα και ακούω παιδικές φωνές, σωματάκια μικρά να τρέχουν αριστερά και δεξιά και μία λιτή και συνάμα αυστηρή παρουσία να τραγουδά μαζί τους
...... μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
και έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον ήλιο τον ηλιάτορα....

Ω Θεέ μου ναι, είναι η Μαρία η Μαύρου, η ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ με όλα τα γράμματα κεφαλαία, τέσσερις δεκαετίες και βάλε πριν μας μάθαινε τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μάνο, τον Μίκη, τον γείτονα Σεμερτζίδη, μας έντυνε μελισσούλες να τραγουδούμε

«ζει και ζει και ζει ο βασιλιάς ο ήλιος ζει»…. Σάββα ,Μαρία, Γιώργο, Λάζαρε, εδώ, εδώ είμαι…..

Ανοίγω ντουλάπια και συρτάρια, ανακατεύω ό,τι βρω και δεν μπορώ να πειθαρχήσω την τρέλα που διαχέεται στα μάτια μου, στη σκέψη μου, στο άγγιγμα μου.

Μία κάρτα μου στη γιαγιά και τον παππού - τα γραπτά πάντα μένουν- βιβλία,  φωτογραφίες, παστίλιες του λαιμού και πάλι βιβλία, βιβλία.

Σε αυτό το σπίτι τα βιβλία είναι αμέτρητα. Αντί για τουβλάκια, ο υιός του σπιτιού έφτιαχνε πύργους με βιβλία και έφτασε στους ουρανοξύστες, να αφήσει χαραγμένο το όνομά του για πάντα σε όσους τον συνάντησαν εκεί.

Και τώρα μου  χαμογελά μέσα από το γαμπριάτικο κοστούμι του και εγώ παιδούλα πλάι του καμαρώνω τον όμορφο νιο.

Φτάνει, φτάνει το ανακάτεμα, όλες οι αισθήσεις υπέρ λειτουργούν και έστησαν εργαστήρι αναμνήσεων τόσες ώρες τώρα...

Κλεφτοκοιτώ το καμαρωτό παράθυρο της κουζίνας και μου ‘ρχεται η γεύση του Μελά του αυγού στο ποτηράκι του καφέ, με ψίχουλα από ψωμί,μμμ μου τρέχουν τα σάλια από τη νοστιμιά και να είναι ακόμα εκεί το φουλι το αράπικο και ο ιβίσκος ο περίτεχνος.

Κατεβαίνω τα σκαλιά και ανηφορίζω λίγο προς το Μόντε Σμιθ «Μαριώ, να το Μαριώ μου» ακούω μία φωνή να λέει και να χαμογελάς στο αντίκρισμα της όμορφης γυναίκας που περπατά, της κόρης της Φερενίκης, της φιλενάδας της καλής. Κοιτώ το σπίτι και γνέφω καταφατικά στη θεία που με φωνάζει να με κεράσει γλυκό του κουταλιού σταφύλι ,από το Βάτι το μακρινό.

Σκέφτομαι πως τα σπίτια αυτά σου χαρίζουν καθημερινά τη δυνατότητα να κυριαρχείς σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό, ναέχεις μονίμως μία αόρατη κάμερα να καταγράφει τις μέρες και τα χρόνια σου και μετά να τα καδρώνει και να στα χαρίσει στο διάβα της ζωής σου.

Κύρια Σεβαστή, είσαι εδώ; Τα γεράνια και τα γιασεμί, το νυχτολούλουδο και οι βασιλικοί μου κάνουν σινιάλο.

Αλλάζω κατεύθυνση και κινούμαι προς το Μανδράκι.

Κοιτώ τις μεταλλαγμένες ντισκοτεκ και χαμογελώ,  πάντα απ’έξω τις κοιτούσα, ήμουν τόσο μικρή τότε για την Aquarius.

Φτάνω στο Ορφανοτροφείο και αποφασίζω να μπω μέσα για να κόψω δρόμο. Σαν ψευδαίσθηση έρχεται στο νου η Ηγουμένη, με το χλωμό το πρόσωπο και την αγγελική φωνή …. «κι η Παναγιά κι η Παναγιά κι η Παναγιά σαν τα άκουσε έπεσε και  ελυγώθει». Ρίγος με διαπερνά και αναλογίζομαι πόσες φορές  μετέλαβα εδώ το αίμα του Χριστού, πόσες φορές. Τον σταύρωσα και Τον ανέστησα.
 


Κατεβαίνω τα πλατύσκαλα με ταολανθιστα παρτέρια και περνώ απέναντι. Κοιτώ το δρόμο με τα δέντρα και το πεζοδρόμιο με τα βοτσαλωτά σχέδια και είμαι βέβαιη πως σε όποιο μέρος της Ελλάδας και αν έχω βρεθεί τέτοια Όμορφη Πόλη δεν υπάρχει στο κέντρο της.

Θαυμάζω τα παλιά κτίρια που στεγάζουν τώρα διάφορους οργανισμούς και αποφασίζω να κάτσω λίγο στο βασιλικό τον κήπο να ξαποστάσω.

Κλείνω δευτερόλεπτα τα μάτια και χαμογελώ.
 


 


Συνειδητοποιώ πως η ζωή είναι η σύνθεση αναμνήσεων,  συναισθημάτων, βιωμάτων, εικόνων και εγώ μόλις βίωσα μία πολύ δυνατή στιγμή στην πορεία μου.

«Πέτρες και αγκάθια και θυμάρια φόρεμα.
Λιποτακτώ από τις στέγες και έχω να ζήσω αγκαθιών φωτιές,φιλιά της πέτρας
Αγκάλες θυμαριών».

Παντελής Ευθυμίου
«Καθαρόαιμη κόρη του Ήλιου η πατρίδα μου»
Αφιερωμένο στη Λατρεμένη μου κυρία Μαρία
Βαρδέλη και σε όλους τις υπέροχες γείτονες της
Βορείου Ηπείρου
παρόντες και μη.