Η  Ανταγωνιστικότητα και η  μεγάλη   συμβολή της στην Εθνική Οικονομία

Του Γιάννη Σαμαρτζή

Η ανταγωνιστικότητα είναι έννοια ευρεία και «πολυεπίπεδη» και επομένως μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση.

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχει υιοθετηθεί από διάφορες διαδοχικές εκθέσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης (ΕΣΑΑ), η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως «η ικανότητα διατήρησης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας - αναβάθμισης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ενίσχυσης της απασχόλησης και της πραγματικής συνοχής της, της περιβαλλοντικής προστασίας και αναβάθμισης, της διαρκούς βελτίωσης της παραγωγικότητας και αύξησης των μεριδίων αγοράς - υπό συνθήκες παγκοσμιοποίηση».

Από  τον παραπάνω ορισμό διαπιστώνουμε ότι η ανταγωνιστικότητα αποτελεί προϊόν σύνθετων διεργασιών, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι λαοί των διάφορων χωρών, αλλά επεκτείνονται, τόσο στον κοινωνικό όσο και στον περιβαλλοντικό χώρο.

Βέβαια, η ανταγωνιστικότητα, ως έννοια, δεν είναι αριθμητικά μετρήσιμο οικονομικό μέγεθος, δηλαδή δεν μπορεί να υπολογισθεί ποσοτικά σε αριθμούς, όπως π.χ. μετριέται η ποσοτική αύξηση ή μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) ή η ποσοτική αύξηση ή μείωση της ανεργίας.

Ωστόσο, η «βελτίωση» ή η «απώλεια» της ανταγωνιστικότητας θεωρούνται «μεγέθη» στην Οικονομία πάρα πολύ σημαντικά, τα οποία συμβάλλουν στην αναπτυξιακή ή μη πορεία μιας χώρας.

Ετσι, μια οικονομία που δεν αναπτύσσεται ανταγωνιστικά, περιορίζει τις δυνατότητες της και δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικά αυξανόμενα εισοδήματα στους εργαζομένους της. Αυτό σημαίνει για την οικονομία π.χ. της χώρας μας, χαμηλότερη αγοραστική δύναμη για τους εργαζομένους, η οποία θα μειώνεται διαρκώς μέχρι να βελτιωθεί αισθητά η κατάσταση της οικονομίας μας.

Στην ελληνική κοινωνία, με την έλευση του ευρώ, είναι διάχυτη η άποψη ότι το γενικό επίπεδο των τιμών είναι πολύ υψηλό, ξεπερνώντας, σε αρκετές περιπτώσεις, τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε αντίθεση με τους μισθούς και τις συντάξεις που τα τελευταία 7 χρόνια συρρικνώθηκαν σημαντικά, περίπου κατά 40%, και υπολείπονται αισθητά των αντίστοιχων των ευρωπαϊκών χωρών της ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα είναι να θεωρείται η ελληνική αγορά σήμερα αρκετά  ακριβή, τόσο στα προϊόντα της όσο και στις προσφερόμενες υπηρεσίες,  με εξαίρεση κυρίως στα ακίνητα.

Πολλοί, και ιδιαίτερα οι επιχειρηματίες από τον εμπορικό και βιομηχανικό κόσμο, νομίζουν ότι η μείωση του εργατικού κόστους, από μόνη της, συμβάλλει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης τους και εν γένει της συνολικής οικονομίας. Αυτό, όμως, είναι λάθος. Γιατί γνωρίζουμε ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ. της Γερμανίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας κ.ά., οι οποίες παρέχουν πολύ υψηλότερες αποδοχές στους εργαζομένους τους και επομένως διατηρούν υψηλότερο εργατικό κόστος, έχουν αισθητά μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα  από τις περισσότερες αντίστοιχες ελληνικές επιχειρήσεις και γενικότερα, συνολικά, από την ελληνική Οικονομία.

Οι σημαντικότεροι ,ίσως, παράγοντες, που μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και επιδρούν στη βελτίωση της, άλλοι σε υψηλότερο και άλλοι σε χαμηλότερο βαθμό,  είναι:
• Οι τεχνολογικές εξελίξεις.
• Το σταθερό πολιτικό περιβάλλον.
• Το σταθερό φορολογικό σύστημα.
• Το κόστος εργασίας.
• Οι αρμονικές εργασιακές σχέσεις.

• Το κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον και ο βαθμός ευχέρειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
• Η μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας.
• Ο βαθμός εξωστρέφειας της οικονομίας
• Η καλή λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και η εξάλειψη της διαφθοράς και γραφειοκρατίας.
• Η επάρκεια των υποδομών στη χώρα.
• Η ικανή επιχειρηματική διοίκηση.
• Η ύπαρξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

• Οι σύγχρονοι θεσμοί που προάγουν το αίσθημα δικαίου και την εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
• Η ευχέρεια πρόσβασης των φυσικών και Νομικών Προσώπων στο Χρηματοπιστωτικό σύστημα.
• Η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων, κ.ά.

Μειωμένη ανταγωνιστικότητα σε μια Οικονομία σημαίνει, διόγκωση των εισαγωγών στην εσωτερική αγορά, επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος στο  Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, μείωση της εγχώριας παραγωγής και παραγωγικότητας, μείωσης της απασχόλησης και των εισοδημάτων και γενικά, αποδυνάμωση της θέσης της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Ενδεικτικά, αναφέρω ότι στη χώρα μας στα τέλη του 2009, οι εισαγωγές ήταν περίπου τριπλάσιες από τις εξαγωγές και το έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών προσέγγισε τα 27 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα την αφαίρεση ισόποσων πόρων από την ελληνική οικονομία και τη διοχέτευση τους σε χώρες του εξωτερικού, των οποίων οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα.

Ωστόσο, το έτος 2013, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών παρουσίασε πλεόνασμα – για πρώτη φορά από το 1948, μετά από 67 χρόνια – 1,2 δις. Ευρώ, δηλαδή το 0,7% του ΑΕΠ, βελτιώνοντας έτσι αισθητά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η βελτίωση, όμως, της ανταγωνιστικότητας από μόνη της, χωρίς δηλαδή τη βελτίωση και των άλλων σημαντικών στοιχείων της οικονομίας, δεν οδηγούν αυτόματα στην ανάπτυξη και την άμεση  αύξηση του εισοδήματος των πολιτών. Συμβάλλει, όμως, καθοριστικά στην θετική πορεία του εξωτερικού εμπορίου της χώρας, με την αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών, μειώνοντας έτσι τα τυχόν ελλείματα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, τα οποία, τελικά, συμβάλλουν και αυτά εμμέσως, στη μείωση του Δημοσίου Χρέους της χώρας.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση, που διενεργήθηκε για λογαριασμό του World Economic Forum για την περίοδο 2017-2018, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 87η θέση παγκοσμίως, μεταξύ 137 χωρών,  των πιο ανταγωνιστικών Οικονομιών του κόσμου. Η υψηλή φορολογία και η γραφειοκρατία επιβαρύνουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας, καταλαμβάνοντας τις τελευταίες θέσεις.

Επίσης επιβαρύνουν αρνητικά την Ανταγωνιστικότητα, το φορολογικό μας σύστημα γενικά, η δυσλειτουργία στη Δημόσια Διοίκηση, η δυσκολία πρόσβασης των πολιτών στη χρηματοδότηση, η δυσκολία προσέγγισης και ενίσχυσης των επενδύσεων (τα κίνητρα για επενδύσεις – το φιλικό ή μη φιλικό επενδυτικό περιβάλλον), οι επιδόσεις στο μέτωπο της αγοράς εργασίας, η δυνατότητα της χώρας  να προσελκύει και να συγκρατεί ταλαντούχους εργαζομένους, η  ανεπάρκεια των  υποδομών, καθώς και το ύψος του Δημοσίου Χρέους έναντι του ΑΕΠ, το οποίο καταλαμβάνει την προτελευταία θέση (136η), κ.ά. Με τα στοιχεία αυτά, η Ελλάδα συγκεντρώνει γενική βαθμολογία 4,002, με ανώτερη το 7.

Την πρωτιά με βαθμολογία 5,86 κατέχει η Ελβετία, η οποία διατηρεί την πρώτη θέση επί 9 συνεχή έτη. Την δεύτερη θέση κατέχουν οι ΗΠΑ, εκτοπίζοντας την Σιγκαπούρη η οποία καταλαμβάνει την 3η θέση. Την τέταρτη θέση καταλαμβάνει η Ολλανδία και την πέμπτη η Γερμανία. Αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι η χώρα μας βρίσκεται 12 θέσεις πίσω από την Αλβανία (75η) και 18 θέσεις πίσω από το Ιράν (69η). Ωστόσο, αξίζει ακόμα να σημειωθεί, ότι την καλύτερη επίδοση στην ανταγωνιστικότητα είχε η Ελλάδα την περίοδο 2003-2004, όπου κατέλαβε  την 35η θέση, μεταξύ των τότε 102 πιο ανταγωνιστικών Οικονομιών του κόσμου.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε, ότι οι συνέπειες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας στην Οικονομία μας, πλήττουν είτε άμεσα είτε έμμεσα το σύνολο των  πολιτών. Περισσότερο, όμως, πλήττονται τα άτομα εκείνα που χάνουν την εργασία τους, καθώς και εκείνα που αντιμετωπίζουν προβλήματα ένταξης στην αγορά εργασίας.

Ιδιαίτερα, πλήττονται οι νέοι και μάλιστα οι απόφοιτοι ανώτερων και ανώτατων σχολών, οι οποίοι διακατέχονται από ανασφάλεια και βλέπουν το μέλλον τους ασαφές και αβέβαιο και πολλοί εξ αυτών μεταναστεύουν σε ανεπτυγμένες χώρες του εξωτερικού, για καλύτερη τύχη. Ακόμα  και οι πολίτες, στις ασθενέστερες τάξεις της κοινωνίας μας, εφόσον έχουν απασχόληση, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται συνεχώς, εξαιτίας της υπάρχουσας ασύμετρης σχέσης, δηλαδή μεταξύ της πολύ μεγάλης πτώσης των αμοιβών τους και του υψηλότερου κόστους ζωής.

Κατά συνέπεια, η ανταγωνιστικότητα είναι ένα απαραίτητο «εργαλείο», το οποίο εφόσον αντιμετωπισθεί θετικά από τους Κυβερνώντες, μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και στην ευημερία τους, μέσω της τεχνολογίας, της υψηλής παραγωγικότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας και ιδιαίτερα, μέσω της ορθολογικής λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού μας.