Η εκδήλωση για τα 80 χρόνια  από την ίδρυση του «Καμποκιάρο»

Στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου 2017, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Διμυλιάς και Ελεούσας «το Φουντουκλί», η «Δωδεκανησιακή Ένωση Επιστημόνων Πανεπιστημίων Ιταλίας-ΔΕΕΠΙ» και τα «Γενικά Αρχεία του Κράτους» του Νομού Δωδεκανήσου, σε συνεργασία με την «Μεγαλοπρεπή Κοινότητα της Φιέμμε», την Περιφερειακή Ένωση Κοινοτήτων της Val Di Fiemme – Ιταλίας και τον κ. Raffaele Zancanella συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τα 80 χρόνια από τη δημιουργία του δασικού χωριού Campochiaro - Καμποκιάρο, τη σημερινή Ελεούσα.

Την εκδήλωση τίμησε σημαντικός αριθμός των κατοίκων της παραπάνω περιοχής που ήρθαν στη Ρόδο ειδικά για την περίσταση.

 

Η εκδήλωση διοργανώθηκε στην πλατεία Κωσταρίδη της περιοχής Ελεούσας, με χαιρετισμό των Προέδρων των Συλλόγων που συνδιοργάνωσαν την εκδήλωση και ομιλίες του π. Προέδρου της Κοιλάδας του Φιέμε κου Ραφαέλε Ζανκανέλλα, της κας Ειρήνης Τόλιου, Προϊσταμένης των Γενικών Αρχείων του Κράτους του Νομού Δωδεκανήσου και της Προέδρου της Δωδεκανησιακής Ένωσης Επιστημόνων Πανεπιστημίων Ιταλίας κας Αναστασίας Αλεξάνδρου.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, προβλήθηκε η ταινία μικρού μήκους των Renzo Maria Grosselli και Agrippino Russo με τίτλο «il sogno breve di Campochiaro», που μεταφράζεται «Το σύντομο Ονειρο του Καμποκιάρο». Το περιεχόμενο της ταινίας μεταφράστηκε και μεταγλωττίστηκε από μέλη της Δωδεκανησιακής Ένωσης Επιστημόνων Πανεπιστημίων Ιταλίας και αφορούσε μαρτυρίες  Ελλήνων και Ιταλών κατοίκων που έζησαν στην Ελεούσα την εποχή της δημιουργίας του οικισμού.

Στην πλατεία, στα κτήρια του πρώην Σανατόριου Ελεούσας, πραγματοποιήθηκε έκθεση φωτογραφίας, την οποία επιμελήθηκε ο γνωστός φωτογράφος κος Νικόλαος Κασσέρης. Η έκθεση περιλάμβανε φωτογραφίες της εποχής αλλά και σύγχρονες της περιοχής του Campochiaro-Ελεούσας. Έτσι, μέσα από το πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Ν. Δωδεκανήσου αλλά και τις συλλογές ιδιωτών, που ευγενικά προσέφεραν την βοήθειά τους, μπορούσε ο επισκέπτης να θαυμάσει τα κτήρια από την εποχή της κατασκευής του οικισμού αλλά και από μεταγενέστερες χρονικές φάσεις.

Tέλος, τρεις νέοι επιστήμονες, ο κος Χατζηκαντής Μάνος, ο κος Κωνσταντάκης Αντώνης και η κα Χατζημιχάλη Ιωάννα, παρουσίασαν μέρος των διπλωματικών εργασιών τους, αναφορικά με την αρχιτεκτονική του Ιταλικού εποικισμού. Παράλληλα, εκτέθηκαν μακέτες για το πώς θα μπορούσαν να διαμορφωθούν το υπάρχον κτιριακό συγκρότημα στην πλατεία Κωσταρίδη αλλά και η βίλλα Ritrovo ή, όπως τελικά ονομάστηκε, η βίλλα Capucinna, γνωστή στο κοινό ως βίλλα Ντε Βέκκι.

Θα ήθελα εν συντομία να σας  θυμίσω την ιστορία αυτής της περιοχής.
«Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Διοίκησης των Νήσων του Αιγαίου 1912-1943, με Κυβερνήτες τον Mario Lago (1924-1936) και τον τετράρχη Cesare Maria De Vecchi (1936-1941), εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα μετανάστευσης και εποικισμού της Δωδεκανήσου, με τη δημιουργία αγροτικών  οικισμών, που θα κατοικούνταν κατά κύριο λόγο από Ιταλούς έποικους.

Αυτοί οι οικισμοί ήταν το Peveragno (Καλαμώνας), το Campociaro (Ελεούσα), το San Marco (Κατταβιά) και το San Benedetto (στα Κολύμπια) ενώ είχαν επίσης δημιουργηθεί με το ίδιο πρόγραμμα η Αγκουιλλάρα και η Λάμπη στην Κω.
Η Ιταλία, συνεχίζοντας μεθοδικά το πρόγραμμα εξιταλισμού των Δωδεκανήσων, εφάρμοσε πρόγραμμα απαλλοτρίωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στην Αρχίπολη, Διμυλιά και τη Σορωνή. Για την υλοποίηση του προγράμματος, κρίθηκε αναγκαίο να επιβληθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτικών και δασικών ακινήτων Ελλήνων αγροτών της περιοχής, επιφέροντας οικονομική καταστροφή στους αγρότες των χωριών της περιοχής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η αποικιακή Κυβέρνηση των Νησιών του Αιγαίου είχε αναπτύξει ένα ευρύ πρόγραμμα για την αναδάσωση του νησιού. Με αυτό προσπάθησαν αφενός να προστατέψουν το υπέδαφος, στο οποίο εξαιτίας της αδιαφορίας της Οθωμανικής Διοίκησης για τα δάση, δημιουργήθηκε υδρολογική διάβρωση, και αφετέρου να αυξήσουν την παραγωγή του ξύλου, υλικό άκρως απαραίτητο για το ευρύ πρόγραμμα οικοδόμησης δημόσιων κτηρίων, όπως είχαν σχεδιάσει για την πόλη της Ρόδου.
Το 1935 ξεκίνησε η ανοικοδόμηση του δασικού οικισμού στην περιοχή του Προφήτη Ηλία και της Ελεούσας.

Για τον λόγο αυτό, η τοπική κυβέρνηση αναζήτησε στην Ιταλία έμπειρους υλοτόμους και, με πρόταση του ιδίου του Μπενίτο Μουσσολίνι, ολόκληρες οικογένειες που προέρχονταν από την περιοχή των χωριών  Trento, Bolzano, Tirolo, Cavalese της Κοιλάδας του Φιέμε, στην περιοχή του Alto Adize Άλτο των Ιταλικών Άλπεων,  κλήθηκαν να μεταφερθούν και να εγκατασταθούν στη Ρόδο και γενικά στα νησιά της Δωδεκανήσου.
Αυτές οι οικογένειες των υλοτόμων, εκτός  του ότι  εισήγαγαν συστήματα εκμετάλλευσης του δάσους πιο σύγχρονα, ήταν και άριστοι  βιοτέχνες.
Την ικανότητά τους μαρτυρούν μέχρι σήμερα οι άριστες ξύλινες κατασκευές των σπιτιών και των δημοσίων κτηρίων της Ρόδου.

Το χωριό του Campochiaro είχε σχεδιαστεί ώστε να είναι αυτόνομο και φιλικό στο τοπικό περιβάλλον. Τα 54 σπίτια του οικισμού γύρω από την πλατεία και την εκκλησία ήταν εφοδιασμένα με όλες τις αναγκαίες δομές για την καθημερινή ζωή ενός χωριού της εποχής του 1930. Έτσι, διέθεταν εκκλησία, σχολείο, δημοτικά γραφεία, αστυνομικό σταθμό, ιατρείο,  μαγαζιά και κτήρια για τις αγροτικές και βιοτεχνικές εργασίες, πολλά εκ των οποίων διατηρούνται μέχρι σήμερα, παρά το ότι έχουν πλέον εγκαταλειφθεί πλήρως.

Η ιδιορρυθμία του οικισμού στο Campochiaro – Καμποκιάρο, που σημαίνει «φωτεινό χωριό», καθώς και το κτίσιμο των δύο ξενοδοχείων Έλαφος και Ελαφίνα στο ψηλότερο σημείο του Προφήτη Ηλία, αποτελούσε μέρος του στρατηγικού πλάνου εκμετάλλευσης του δασικού πλούτου αλλά και του νέου σχεδίου εναλλακτικού τουρισμού.

Το 1935 ο σχεδιασμός του οικισμού στην Ελεούσα ανατέθηκε στους δύο αρχιτέκτονες Α.     Bernabiti και  R. Petracco, οι οποίοι είχαν ήδη δημιουργήσει πολλά δημόσια κτήρια στη Ρόδο αλλά και στη Λέρο, με τη σχεδίαση μιας νέας πόλης το  Porto Lago. Τον Νοέμβριο του 1936, ήδη τριάντα οικογένειες (180 άτομα) κατοικούσαν σε πενήντα τέσσερις κατοικίες, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, ήταν πλήρως εξοπλισμένες για τα δεδομένα της εποχής.

Αναφορικά με την κατασκευή του δασικού οικισμού, οι διαπραγματεύσεις της απαλλοτρίωσης των εκκλησιαστικών ακινήτων και  εκτάσεων που ανήκαν στο Μοναστήρι Κοσκινιστή, είχαν ανατεθεί στη Διεύθυνση Αγροτικής  και Δασικής  Πολιτικής. Οι διαπραγματεύσεις ήταν τόσο πολύπλοκες ώστε απαιτήθηκε απευθείας διαπραγμάτευση ανάμεσα στον Διοικητή Mario Lago και στον Μητροπολίτη της Ρόδου για να φθάσουν σε κάποια συμφωνία. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους - Γ.Α.Κ. - Νομού Δωδεκανήσου υπάρχουν τα ιστορικά έγγραφα που αποδεικνύουν τις αντιδράσεις του κλήρου από τα Απόλλωνα ενάντια σε μια τέτοια απόφαση.

Tα σπίτια τα έδιναν με ένα συμβολικό ενοίκιο 1200 ιταλικών λιρετών τον μήνα. Ο μισθός ήταν 1500 ιταλικές λιρέτες για τους  ενήλικες άνδρες και περίπου 1200 ιταλικές λιρέτες για τις γυναίκες και τα παιδιά. Το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού εργάζονταν ως υλοτόμοι.
Tο 1937, κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Cessare Maria De Vecchi (1936-1941), επικυρώθηκε δημιουργία του  Campochiaro σε έναν αυτόνομο Δήμο.

Μετά το τέλος της Ιταλικής Διοίκησης, το 1947, με την Ενσωμάτωση των νησιών της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα το κτηριακό συγκρότημα λειτούργησε έως το 1970  ως Σανατόριο της  Δωδεκανήσου. Τα εγκαίνια έγιναν το 1947 από τον στρατιωτικό Διοικητή Δωδεκανήσου, τον αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Οι Ιταλοί το κυρίως κτήριο, στο οποίο μετέπειτα λειτούργησε το Σανατόριο, το χρησιμοποιούσαν ως σχολείο. Απέναντι από το Σανατόριο είναι χτισμένη η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, η οποία άλλοτε λειτουργούσε ως καθολική, με την ονομασία La Chiesa dell’ Addolorata. Δεξιά και αριστερά από την πλατεία υπήρχαν και άλλα δύο κτήρια που προστέθηκαν για τις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας.
Το Σανατόριο που μετονομάστηκε «Βασίλισσα Φρειδερίκη» είχε 80 κλίνες και προσωπικό 55 άτομα.

Τα περισσότερα χρόνια δύο φυματιολόγοι γιατροί παρακολουθούσαν τους ασθενείς. Ο αείμνηστος Εμμανουήλ Κωσταρίδης, ο οποίος παράλληλα με τα καθήκοντά του ως ιατρού ασκούσε και αυτά του διοικητικού διευθυντή επί 15 έτη, ήταν η ψυχή του Σανατορίου και οι προσπάθειές του συνέβαλαν στην καλή λειτουργία του. Τα πρώτα χρόνια υπηρέτησαν  ο ιατρός Γεωργακόπουλος, ο επιμελητής Ρεϊσης και ο βοηθός Κουτρούλης.
Το Σανατόριο της Αγίας Ελεούσας σταμάτησε τη λειτουργία του τον Αύγουστο του 1970, οπότε η λειτουργία του αντιφυματικού ιατρείου συνεχίστηκε στο παράρτημα του Νοσοκομείου Ρόδου μέχρι το Δεκέμβρη του 1971. Είχε κλείσει με προοπτική να γίνει ίδρυμα Ανιάτων Δωδεκανήσου (Ν.Δ. 928/19710), αλλά ποτέ δεν έγινε.

Η νοτιοανατολική πτέρυγα το 1983 ανακαινίσθηκε και σήμερα στεγάζει τις υπηρεσίες της ΕΤΑΙΡΠΡΟΦΥΚΑ (Εταιρία Πρόληψης Φυσικών Καταστροφών και Προστασίας Περιβάλλοντος Ρόδου).
Το 2005 προτάθηκε από τον Δήμο Καμείρου η μετατροπή του βορειοδυτικού κτηρίου στην πλατεία σε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, σχεδιασμός που δεν υλοποιήθηκε, ενώ το κτήριο έχει βγει σε διαγωνισμό εκμίσθωσης από το ΤΑΙΠΕΔ για ανάπτυξη μονάδων Boutique Hotels.

Ευελπιστούμε να λειτουργήσει ξανά το κτηριακό συγκρότημα του δασικού οικισμού της Ελεούσας αλλά και της περίφημης Villa Ritrovo ή Villa Cappucina ή οπως είναι γνωστή ως  Βίλλα Ντε Βέκκι, προς όφελος της ευρύτερης περιοχής και κυρίως της τοπικής κοινωνίας».

Ειρήνη Ε. Τόλιου
Προϊσταμένη των Γ.Α.Κ.
Αρχείων Ν. Δωδεκανήσου.