Παρά τις υποσχέσεις το τέλος διανυκτέρευσης θα ισχύσει κανονικά

Ακάθεκτη προχωρεί η κυβέρνηση στην επιβολή τέλους διανυκτέρευσης στα ξενοδοχεία και στα ενοικιαζόμενα δωμάτια, από 1ης Ιανουαρίου του 2018.

Παρά τις κατά καιρούς “θολές” υποσχέσεις ότι μπορεί τελικά να ανασταλεί η επιβολή του νέου χαρατσιού (άφηναν ανοικτό το θέμα κάποιοι υπουργοί) φαίνεται ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα.
Στο προσχέδιο μάλιστα του προϋπολογισμού που είδε το φως της δημοσιότητας, αναφέρεται σαφώς η επιβολή του φόρου διαμονής (που έχει ψηφιστεί) και που είναι:
- 0,5 ευρώ ανά ημερήσια χρήση δωματίου για ξενοδοχεία 1-2 αστέρων
- 1,5 ευρώ ανά ημερήσια χρήση δωματίου για ξενοδοχεία 3 αστέρων
- 3 ευρώ ανά ημερήσια χρήση δωματίου για ξενοδοχεία 4 αστέρων
- 4 ευρώ ανά ημερήσια χρήση δωματίου για ξενοδοχεία 5 αστέρων
- 0,50 ευρώ ανά  ημερήσια χρήση για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια

Η νέα φορολόγηση θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τον τουρισμό που είναι από τους πιο υπερφορολογημένους κλάδους της οικονομίας.
Σημειώνεται ότι οι μεγάλοι τουρ οπερέιτορς είχαν ζητήσει από την κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με το νέο φόρο μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου, αλλά... ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα υπόκεινται στον δεύτερο υψηλότερο συντελεστή φορολόγησης εισοδημάτων στην Ευρώπη και λειτουργούν υπό δυσμενείς συνθήκες που ροκανίζουν την ανταγωνιστικότητά τους.

Σύμφωνα με έρευνα της Grant Thornton τα ξενοδοχεία συμβάλλουν στην ελληνική οικονομία με 17,36 δισ. ευρώ (9,87% του ΑΕΠ), αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 52% της συμβολής που δημιουργεί ο τουρισμός συνολικά στην οικονομία. Δημιουργούν θέσεις απασχόλησης για πάνω από 236 χιλιάδες άτομα, μέγεθος που αντιστοιχεί στο 6,48% της απασχόλησης της χώρας.
Ωστόσο, παρά τη θετική τους συμβολή στην οικονομία της χώρας τα ελληνικά ξενοδοχεία χάνουν διαρκώς μερίδιο ανταγωνιστικότητας, λόγω της υψηλής φορολόγησής τους και του αθέμιτου ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με την Grant Thornton με εξαίρεση την περίπτωση της Γαλλίας, οι υπόλοιπες ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδος έχουν υιοθετήσει σαφώς χαμηλότερους συντελεστές εισοδήματος σε σχέση με την Ελλάδα. Ως προς την έμμεση φορολογία, το ξενοδοχειακό προϊόν στην Ελλάδα επιβαρύνεται με τον υψηλότερο συντελεστή διαμονής και τον υψηλότερο λοιπών υπηρεσιών.

Τα σχετικά στοιχεία δείχνουν πως στην Ελλάδα τα ξενοδοχεία είναι υποχρεωμένα, λόγω υπερφορολόγησης, να θέσουν στο τελικό προϊόν τους τιμές υψηλότερες κατά 3,21% έως 6,77% σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους προκειμένου να επιτύχουν αντίστοιχα ποσοστά κέρδους με εκείνα των άλλων χωρών.

Έτσι, τα ξενοδοχεία υποχρεώνονται τελικά να συμβιβαστούν με σαφώς χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Επειδή η μέση τουριστική δαπάνη στην Ελλάδα είναι χαμηλή, ειδικά σε σύγκριση με εκείνη των ανταγωνιστριών χωρών, το μέσο περιθώριο κέρδους των ξενοδοχείων της χώρας μετά από φόρους περιορίζεται στο 1,52%.

Η υψηλή φορολόγηση συρρικνώνει τα επίπεδα κερδοφορίας, περιορίζοντας τις δυνατότητες των ξενοδοχείων να προχωρήσουν σε επενδύσεις για τη βελτίωση ή διατήρηση της ποιότητας των υπηρεσιών τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κίνδυνοι υποβάθμισης της λειτουργικής αποτελεσματικότητάς τους. Συγχρόνως, εγκλωβίζονται σε συνθήκες αδυναμίας αντιμετώπισης κάποιας έκτακτης δαπάνης, με αποτέλεσμα να τίθενται εντέλει κίνδυνοι βιωσιμότητας.

ΟΙ ΜΕΙΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ανάλογη “θολούρα” επικρατεί και για το θέμα των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ που εξακολουθούν να ισχύουν στα νησιά της Δωδεκανήσου (πλην Ρόδου και Καρπάθου) και στα νησιά του Βορείου Αιγαίου.
Υπάρχουν κάποιες πιθανότητες να μην καταργηθούν στο προσχέδιο, όμως του προϋπολογισμού αναφέρεται η κατάργησή τους.
Βεβαίως σε ό,τι αφορά τη Ρόδο και την Κάρπαθο, ούτε κουβέντα δε γίνεται για την επαναφορά των μειωμένων συντελεστών.