Στο ΘΗΛΕΩΝ Ρόδου μια φορά

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα καλεί τον παιδαγωγό της να προσδώσει διαφορετικά στοιχεία στον μαθητή. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση καλείσαι να καλλιεργήσεις το πνεύμα και το χαρακτήρα του παιδιού, να βάλεις προσανάμματα για δυνατές φλόγες τις σκέψεις στο μέλλον.

Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έχεις την  υποχρέωση να αφυπνίσεις κάθε του στοιχείο και να τον σπρώξεις σε μονοπάτια δύσβατα και κακοτράχαλα που θα τον οδηγήσουν σε τοπία μοναδικής ομορφιάς και θα τον καταστήσουν άξιο να γευτεί αυτούσια τις αληθινές αξίες της ζωής. Δεν υπάρχει νομίζω κανείς που φτάνοντας στην ενηλικίωσή του δεν ομολογεί πως υπήρξε έστω και ένας μέντορας στην σχολική του πορεία, ένας καθηγητής που τον οδήγησε κάπου που από μόνος του δεν θα πήγαινε ποτέ.

Φτάνω στο στάδιο του Διαγόρα και κοιτώ απέναντι το απαράμιλλης ομορφιάς κτίριο όπου στεγάζεται το 2ο ΓΕΛ Ρόδου , γνωστό σε όλους ΘΗΛΕΩΝ. Πλησιάζω και στέκομαι έξω από τα κάγκελα που κάποια χρόνια πριν  περιέκλειαν τα όνειρα και τις φωνές, τα τραγούδια και τις γκρίνιες της δικής μου της γενιάς, της δεκαετίας του ‘70.

Παρατηρώ τον προαύλιο χώρο και ενθυμούμαι τα όμορφα νεανικά πρόσωπα να περιφέρονται ελεύθερα χωρίς κανένα περιορισμό από άγχη και την πεποίθηση ότι θα κατακτήσουν τον κόσμο όλο, να ερωτεύονται να, αλητεύουν, να αραδιάζουν φιλοσοφίες της στιγμής και να σκαρφίζονται παρατσούκλια για τους «τύραννους» καθηγητές.
Μέσα σε δευτερόλεπτα ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη μου όταν μου έρχεται στο νου η εικόνα της σικάτης πάντα κυρίας Μαμαλίγκα με το αλά γκαρσόν μαλλάκι της και το αστείρευτο χιούμορ της.

Μία μέρα μόλις χτύπησε κουδούνι για διάλειμμα και αφού συγκεντρώθηκε με ρεφενέ ένα ποσό, δέχτηκα με χαρά να κάνω την υπέρβαση και να πηδήξω από την άκρη τέρμα αριστερά τα κάγκελα και να φέρω από το νεοσύστατο κατάστημα του «Χατζηφωτίου» στο στενό του Μετροπόλ, σοκολάτα πλάκα κουβερτούρα με απύρηνα δαμάσκηνα, ένας μεγάλος πειρασμός που κράτησε χρόνια.

Ανεβαίνω λοιπόν αποφασιστικά στο πεζούλι και με μαεστρία υπερπηδώ τα κάγκελα και ετοιμάζομαι να προσγειωθώ στο πεζοδρόμιο, όταν αισθάνομαι ένα χέρι να τραβάει το αυτί μου και να το στριφογυρίζει. 

"Ειρήνη, τι πράγματα είναι αυτά,  για που το ‘βαλες και ούτε που φοβάσαι κανέναν, κορίτσι πράμα είσαι εσύ ή αντροσόρκης;" , ακούγεται η φωνή της λυκειάρχου κυρίας Μαμαλίγκα. Ακόμη γελάω με την ανεκπλήρωτη γεύση στο στόμα και την κατσάδα που άκουγα μία ολόκληρη εβδομάδα.

Ποιον να πρωτοθυμηθώ, τον κύριο Παπαντωνάκη με την Ελληνική Λογοτεχνία του, την κυρία Κοντού που όλο φάρσες της σκαρώναμε, την κυρία Ζερβαντωνάκη με τα Αρχαία της και την Ιστορία της, τον κύριο Παρασκευά με την Κοινωνιολογία του, την κυρία Γιώτα Σιδηρόπουλου με την Έκθεση και την ποιητική της διάθεση, την κυρία Κορφιά με τη Γυμναστική της, τον κύριο Χατζησάββα με τη Φυσική του και τις υπέροχες ατάκες του όπως αυτή στο διπλανό μου το Βασίλη που μονίμως αφαιρούνταν "εε, εσύ τί κάνεις εκεί, κοιμάσαι και ονειρεύεσαι πως την αυγή παντρεύεσαι;"
Πώς μπορεί κανείς να προσπεράσει τέτοιες μορφές! Πώς μπορεί να μην υποκλιθεί στον πλούτο που του δώσανε τόση ανιδιοτέλεια και τόση αγάπη.

Πόσα όμορφα λόγια ακούσαμε στις ψηλοτάβανες αίθουσες με τα ασπρόμαυρα πλακάκια που λες και έγιναν έτσι για να σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις εγκαίρως ότι η ζωή είναι μία παρτίδα σκάκι κι όποιος κάνει τις πιο "ματ" και όχι μάταιες κινήσεις θα υπερνικήσει κάθε εμπόδιο και θα γίνει κυρίαρχος του εαυτού του.

"Μετά από μία μεγάλη μπόρα έρχεται λιακάδα" συνήθιζε να μας λέει ο κύριος Ζερβός την ώρα των Θρησκευτικών. Πόσο δίκιο είχε!

Η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά, η κυρία Γιώτα η μοναδική, ανέλυε με πάθος τα κείμενα και σε έκανε να βλέπεις εμπρός σου πίνακες ζωγραφικής μέσα από τις λέξεις που είχε για πινέλα της και για χρώματα έβαζε το χαμόγελο ,την ευγένεια και την αγάπη που απέπνεε το κάθε πέρασμα της.

Σκέφτομαι πόσο όμορφα ήταν αυτά τα χρόνια, πόσες αλήθειες ειπώθηκαν εκεί κι εμείς αμφισβητίες δίχως νόημα με πάθος, πόσος αγώνας για να γίνει κτήμα μας ότι η μόρφωση είναι το μέσον να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, να γκρεμίσεις τις παρωπίδες που βίαια σου βάζουνε, να δεις τι κρύβεται πίσω από τα κλειστά παράθυρα και να μην φοβηθείς ποτέ να υπερασπιστείς με όλο σου το ΕΙΝΑΙ την αξιοπρέπεια και τον πόθο της ψυχής σου.

Δεν θέλω να συγκρίνω το τότε με το σήμερα.
Δεν θέλω να πιστέψω ότι οι στόχοι του εκπαιδευτικού αλλοιώθηκαν.

Δεν θέλω να ορίσω πως δάσκαλος, πνευματικός πατέρας ,δεν είναι αυτός που κουνάει το δάχτυλο και βάζει τις ασκήσεις από το 1 έως το 5, αλλά αυτός που γίνεται φλόγα και καίει τα σωθικά του μαθητή ακόμα και αν υπάρχει κίνδυνος κι ο ίδιος να καεί.

Δεν θέλω να ξεχάσω ποτέ τα χτυποκάρδια στα θρανία μέσα σε αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του τόπου μας που άλλο κανένα δεν υπάρχει.

Δεν θέλω να αρνηθώ πως τις πιο όμορφες στιγμές μας τις ζήσαμε εκεί, οι πιο αγνές φιλίες ανθίσανε στις αίθουσες αυτές και οι πιο αγνοί πόθοι ξεφύτρωσαν εκεί.

Δεν θέλω να ξεχάσω αυτήν που πρώτη άναψε τη σπίθα μέσα μου να ψάχνω πάντα τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις και να αναλύω βαθυστόχαστα νοήματα, την αγαπημένη μου κυρία Στράνη. Κάθε της φράση και ένας θησαυρός για όποιον την ακροάζεται: «να έχετε πάντα τα δικά σας τζάμια καθαρά για να βλέπετε καθαρά και των άλλων". Πόσο βαθιά αγάπησα αυτή την τόσο ντελικάτη και εύθραυστη γυναίκα από το νησί του εθνικού μας ποιητή.

Μέσα απ’ τ’ αεράκι σαν ν’ ακούγεται η μουσική από το ακορντεόν και τα παιδιά του 15μελούς, διακεκριμένοι πλέον επιστήμονες να τραγουδούν ....."είχα έναν φίλο, όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος, φωτιές στα χέρια του"....

Αγαπημένοι μου άξιοι εκπρόσωποι του λειτουργήματος που υπηρετήσατε , το προζύμι που είχατε στα χέρια σας υπέστη την κατάλληλη ζύμωση και ο μόχθος σας να γίνει αφράτο το ζυμάρι και να ευωδιάσει το σύμπαν πέτυχε και να που έμειναν και ψίχουλα και ρίχνουμε στο διάβα μας να βρίσκουν τα παιδιά μας και να ξεγελούν την πείνα τους αυτοί, που άλλοι νομίζουν ότι ταλανίζει το στομάχι και αγνοούν ότι απειλεί την ύπαρξη να στερέψει από γνώση και όμορφα οράματα.

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

«Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα» 
(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Αφιερωμένο στην Πολυαγαπημένη μου φιλόλογο Κα Γιώτα Σιδηρόπουλου που γέμισε ομορφιά τη σκέψη μας και γλύκα την ψυχή μας και σε όλους τους υπέροχους καθηγητές του ιστορικού σχολείου μας.