«Ο Γκάτσος που αγάπησα»

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

Ένα ολόγεμο φεγγάρι, Νίκος Γκάτσος, Ηρώδειο, Μανώλης Μητσιάς, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη...

Βάλε τις λέξεις στη σειρά και φτιάξε μία πρόταση που να βγάζει νόημα:"Μια μαγική βραδιά σε περιμένει στο Ηρώδειο"... νομίζω αυτό αρκεί να περικλείσει κάθε νόημα.

Παρασκευή 6 Οκτώβρη. Η ώρα είναι λίγο πριν τις 9:00μμ όταν βρίσκομαι στην είσοδο του Ωδείο του Ηρώδου Αττικού και περιμένω τη σειρά μου για να μπω. Όμορφος κόσμος,  ηλικίες διαφόρων δεκαετιών, όλοι όμως με ένα στόχο, να γευτούν μία υπέροχη βραδιά.

Η γεύση εξαρτάται πάντα από τα συστατικά. Θυμάμαι τώρα μία γνωστή από τα παλιά που μου ‘λεγε ότι τα πιο νόστιμα φαγητά τα έφτιαχνε ο πατέρας της. "Και γιατί;", τη ρώτησα μία φορά...

"Γιατί βάζει πάντα μέσα πολλή αγάπη".

Έτσι και σήμερα τα συστατικά προμηνύουν έκρηξη του ουρανίσκου της ψυχής...

Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος, τ’ αγόρι από την Ασέα Αρκαδίας, που έμελλε να γίνει ένας από τους πιο καταξιωμένους ποιητές της εποχής του.

Ο ερμηνευτής Μανώλης Μητσιάς, ο νέος από τα Δουμπιά Χαλκιδικής, με τα γάργαρα νερά και τους βυζαντινούς ύμνους στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.

Η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με την ψιλόλιγνη κορμοστασιά και τις έντονες γραμμές στο πρόσωπο, λες και ξεπρόβαλε από πίνακα εποχής ξεχασμένο στο καφενείο του χωριού, τη Δόξα Έβρου.

Κοιτώ ψηλά και βλέπω τον φωταγωγημένο Παρθενώνα. Όσες φορές κι αν τον έχω δει μεγαλοπρεπή και ανεκτίμητο κάτω από τον καθάριο Αττικό ουρανό δεν κατάφερα ένα δάκρυ να μην κυλήσει.

Θεέ μου, πόσο υπερήφανη νιώθω για τον τόπο που γεννήθηκα, για αυτά τα Άγια Χώματα που μέσα στα σπλάχνα τους στηρίζουν τέτοια αριστουργήματα που άλλα στον κόσμο δεν χωρούν και όμοια δεν υπάρχουν.

Δίνω το εισιτήριό μου και προχωρώ στον διάδρομο προς το ιστορικό αυτό μνημείο, που αποτελεί πολυπόθητο στόχο για κάθε αξιόλογο καλλιτέχνη. Κοιτώ τον επιβλητικό χώρο και τον κόσμο που καλύπτει κάθε κερκίδα όπου μάρμαρο κενό δεν βλέπει ανθρώπου μάτι.

Οι ταξιθέτριες πολλές και άριστα εκπαιδευμένες, κάθε λεπτό σε ενημερώνουν ποιο δρόμο να διαλέξεις. Έφτασα στη σειρά 19, θέση 14, κάθισα αναπαυτικά στο δερμάτινο μαξιλαράκι μου κοιτάζοντας από ψηλά αυτό που απλωνόταν μπροστά μου και μετά γαλήνια και στοχαστικά έριξα ένα βλέμμα ψηλά και είδα το φεγγάρι.

"Πετάτε τους νεκρούς είπ’  ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει
Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου"

Τα φώτα κλείνουν και ησυχία που επικρατεί ανάμεσα στο πλήθος είναι καθηλωτική.

Τρεις ταλαντούχοι μουσικοί παίρνουν θέση: ο Αχιλλέας Γυάστωρ στο πιάνο, ο Ηρακλής Ζάκκας στο μπουζούκι και μαντολίνο και ο Σταύρος Καβαλιεράτος στο κοντραμπάσο. Αμέσως ακολουθούν ντυμένοι στα μαύρα, επιβλητικοί και αρχοντικοί μαζί οι δύο πρωταγωνιστές.

Πριν προλάβεις να συγκροτηθείς και να αφουγκραστείς αυτό που ολόγυρα πλανάται, μία μαγική φωνή τραγουδά ανεπιτήδευτα και αργά...

"Τ' αστέρι του βοριά
Θα φέρει ξαστεριά...
Κι εσύ χαμένη μου πατρίδα μακρινή
Θα γίνεις χάδι και πληγή
Σαν ξημερώσει σ' άλλη γη"...

Ενδιάμεσα των τραγουδιών απαγγέλλονται λόγια από τα βιβλία του ποιητή "Αμοργός", ποιήματά του όπως το "Ελεγείο" 1946 ,"Ο ιππότης κι ο θάνατος" 1947, "Τραγούδι του παλιού καιρού" 1963 αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη, κομμάτια από τη μετάφραση του στο "Ματωμένο Γάμο" του Λόρκα το 1943 και των ποιημάτων "Θρήνος για τον ΙγνάθιοΣάντσιεθ Μεχίας".

Η απόδοση των κειμένων από την κ. Καραμπέτη δεν είναι απλά εντυπωσιακή αλλά συγκλονιστική. Ακόμη και το ταλέντο, το χάρισμα του καθενός, ξέχωρα απ’ το ήθος είναι λειψό.  Δεν αρκεί να σε πείσει, να σε κάνει να νιώθεις ρίγος σε όλο σου το κορμί.

Με πόση σεμνότητα η μεγάλη ερμηνεύτρια του θεάτρου μας περιφέρεται στη σκηνή. Με πόση ευγένεια και εκτίμηση στήνεται μπροστά από τους μουσικούς, κάνοντας κινήσεις, τόσο αριστοτεχνικές και λεπτεπίλεπτες σαν όλα γύρω της είναι εύθραυστα.

Η λιτότητα του λόγου της και η επισήμανση προς όλους ότι " Εγώ είμαι απλά ηθοποιός" για την αποφυγή της όποιας σύγκρισης με βαρυσήμαντα ονόματα της μουσικής σκηνής μας που στα χείλη τους έγιναν άσματα ασμάτων τα λόγια του Νίκου Γκάτσου και οι μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Δήμου Μούτση, του Λουκιανού Κηλαηδόνη και πόσων άλλων...

Ο Μανώλης Μητσιάς, κύριος σωστός, δείχνει το ακέραιο του χαρακτήρα του σε κάθε του κίνηση, η φωνή του αναλλοίωτη στον χρόνο σε ξεσηκώνει κάθε λεπτό, σε κάνει να φτερουγίζει η καρδιά σου, να τρεμοπαίζουν τα βλέφαρά σου, να χάνεσαι σε μία εποχή που η πατρίδα μας πονά, βιάζεται, ξεπουλιέται, χτυπιέται αλύπητα από τα ίδια της τα παιδιά της.

Μια εποχή που περιγράφεται από τον ποιητή για την εποχή που έζησε το 1930, κι εσύ βαδίζοντας στις αρχές του 21ου αιώνα μπερδεύεσαι, ακούς τους στίχους και τα κείμενα και λες μην είναι τώρα, μην είναι σήμερα αφού το ίδιο η πατρίδα σου πονάει, αφού πάνε να φιμώσουν τα περιστέρια της, αυτά που άλλοτε φώναζαν «Ελευθερία» και να ρουφήξουν ως την τελευταία στάλα το γαλάζιο Πέλαγος που είναι φόρεμά της και το γαλάζιο ηλιοκέντητο μαντήλι που είναι ο Ουρανός της, τα μαλλιά της.

"Ωωωω, ήρθατε σαν κύματα
Ωωωω, θύμισες παλιές
Ωωωω, πάνω από συντρίμμια
Ω, κι άδειες αγκαλιές ...
... Κάντε κουράγιο και από το ναυάγιο
κάπου θα βρούμε
της Χαράς την αμμουδιά"

Ήσουν παιδί σαν το Χριστό, με μάτια βουρκωμένα..... Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα,
" Αύριο πάλι θα ‘ρθω να σου πω
Κρίμα που δεν με πιστεύεις
Κρίμα που δεν ξέρεις
Πόσο σ' αγαπώ"...
"Μικρή Ραλλού", πρόσεχε "Στ' ουρανού την άκρη"

"Τον Γιάννη τον φονιά" κι εσύ "Εφιάλτη της Περσεφόνης" φύγε μακρυά.... καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
 άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα. Κοιμήσου Περσεφόνη....

Κι εσύ "Αθανασία" τι ζητάς στο μπαλκόνι μου μπροστά, σε βλέπω φοβισμένη Εσύ που τόσες φορές νίκησες το θάνατο! Σου ξέσκισαν ό,τι είχες και δεν είχες, σε ξεκοιλιάσανε καημένη "ποια άλλη παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά!"

Σε λένε σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί να σε πιστέψουνε βαθιά.
κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
μα οι δειλοί σ' άφησαν να αιμορραγείς"...

Κοίτα Ομορφονιά ,κοίτα τα παλικάρια σου που έστησαν χορό, το "Τσάμικο" χορεύουν και τρίζει η γης σε κάθε βήμα τους πάνω στην πέτρα την αγιασμένη, Ομορφονιά αυτή κλέψανε την "Αθανασία" και τώρα οι άλλοι τη ζητούν, μα πώς ξεχνούν πως αυτοί έσταξαν το αίμα τους για χρώμα στην ποδιά σου,  κόκκινες κουκίδες να σπάνε το απέραντο γαλάζιο σου και να μην το βάζουν κάτω.....

Νικηφόρε, Διγενή γιε της Άννας της Κομνηνης μ’ ακούτε από εκεί  ψηλά ή από τα κατάβαθα του Άδη, φωνάξτε τους σας παρακαλώ πολύ να ακούσουν, Ορφέα πες τους το πάθημα σου, που σ' έκανε να χάσεις την όμορφη Ευρυδίκη γιατί εγύρισες να την κοιτάξεις και δεν ετήρησες τον όρο και αυτοί τώρα ΤΗΝ χάνουν γιατί το κεφάλι δε γυρνούν. Και ας είναι δική τους μία φλούδα ΓΗΣ.

«Εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
Για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
Από το τσακάλι και την αρκούδα...."

Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι, κάθε φορά που το διδάσκω από το βιβλίο της Ιστορίας στην Ε' Δημοτικού και το συμπεριλαμβάνω στη γιορτή της 25ης Μαρτίου, όσες φορές κι αν το έχω ακούσει, ποτέ μου δεν κατάφερα να εμποδίσω " τα μάτια μου που είναι διάφανες αυλές" να δροσίσουν τα μάγουλά μου.
Το πρώτο μέρος μόλις έφτασε στο τέλος του.

Λίγα λεπτά να ηρεμήσει το καρδιοχτύπι που μας τυραννά και να..... τα φώτα κλείνουν και ο "Κεμάλ" αρχίζει να λέει την ιστορία του και την πεποίθηση πως "ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει ποτέ".

Έχω ιδιαίτερη σχέση με την Ελληνική μουσική από μικρό παιδί, λατρεύω τους Έλληνες ποιητές μας και ξέρω απ’ έξω όλα τα έργα τους που μελοποιήθηκαν, είναι για μένα το αποκούμπι μου όταν πονώ, η Χαρά μου όταν μου την κλέβουν, η ελπίδα μου όταν την απειλούν.

Μάλλον χωρίς να το καταλαβαίνω, η πληθωρική σε λόγο διπλανή μου κυρία σχολιάζει το πάθος με τ' οποίο τραγουδώ, αλλά κυρίως τ' ότι ξέρω όλους τους στίχους...."Μα τόσο μικρό κοριτσάκι, που’ τα ξέρεις όλα αυτά;"

Πόσο γέλασα στο άκουσμα της λέξης "κοριτσάκι" όταν γύρισα το κεφάλι και είδα το αληθινό κοριτσάκι, την κόρη μου που καθόταν δίπλα μου.

"Τα παιδιά της καταιγίδας", "1922", "Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει", "Ρήτορες", "Μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς". Νίκο Γκάτσο πόσα χρόνια πριν έγραψες "και δεν δακρύζεις μάνα μου Ελλάς" και πόσα χρόνια μετά ακόμα ισχύει το ίδιο. Στης "Πίκρας τα ξερόνησα", και εσύ "Χοντρομπαλου" πόσα χρόνια πριν....

"Είδες τα ίδια μου παιδιά
Να δίνουν σ' άλλους τα κλειδιά
Και με χιλιάδες ψέματα
Με Προδοσίες κι αίματα...
Να σου σπαράζουν την καρδιά;"

Έλληνα πάψε πια να ρίχνεις το φταίξιμο στους άλλους. Πόσοι σοφοί, πόσοι ποιητές, πόσοι ρήτορες, πόσοι επιστήμονες σου έδειξαν το δρόμο για να πάρεις το σωστό, αυτόν που ακολουθεί τα χνάρια του Οδυσσέα για να βρει την Ιθάκη του, του Καζαντζάκη να τραβά τον ανήφορο’ του, του Ελύτη να κυνηγά το τρελοβάπορο του, του Νίκου Γκάτσου να απλώνει το "Δίχτυ" του.

Έλληνα: Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
Κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει
Μονάχος Βρες την άκρη της κλωστής
Κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι".

Ένα ολόκληρο θέατρο τραντάζει από το αδιάκοπο χειροκρότημα, οι καλλιτέχνες υποκλίνονται ξανά και ξανά, μα το πάθος δεν κοπάζει.

Ξανά στις θέσεις τους και όλοι μαζί όρθιοι για να πάμε λίγο πιο ψηλά, θεατές στα τείχη των προγόνων μας,  όλοι μαζί με μία φωνή.....

"Μ'άσπρα πουλιά και σύννεφα
Τον ουρανό θα ντύσω
Και το όνομά σου αθάνατο
Στην Πέτρα θα κεντήσω.....
..... Αθήνα Αθήνα
Χαρά της γης και της αυγής
Μικρό γαλάζιο κρίνο....."

Μία υπέροχη βραδιά έφτασε στο τέλος της, μία βραδιά γεμάτη Ελλάδα. Βλέπω τους ξένους να χειροκροτούν εκστασιασμένοι και ας μη γνωρίζουν τη γλώσσα μας, μοιάζουνε μαγεμένοι από το τοπίο, από τη μελωδία, από τους μύστες της λήθης, όλους εμάς.....
"Μα εδώ στην όχθη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει,
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις.....
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή....

.....Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της Ελπίδας,
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του Γκιώνη.....

... Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω,
Εγώ που κάποτε σε άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα"...

"Αμοργός"
Ν.Γκάτσος