Μεγάλη θα είναι η ζημιά από το τέλος διανυκτέρευσης

Aπώλειες 6.174 θέσεων εργασίας και απομείωση των εσόδων του κράτους κατά 435 εκατ. ευρώ, θα επιφέρει η εφαρμογή του τέλους διανυκτέρευσης ή φόρου διαμονής όπως επίσης λέγεται στα νόμιμα τουριστικά καταλύματα της χώρας μας από τη νέα χρονιά.

Αυτό προκύπτει σύμφωνα με τη μελέτη «Διερεύνηση των επιπτώσεων του φόρου διαμονής στον ξενοδοχειακό κλάδο στην Ελλάδα», που εκπόνησε η Grant Thornton για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, η οποία επισημαίνει ότι: «Πολλά ξενοδοχεία είναι πιθανό να βρεθούν με αδυναμία αντιμετώπισης των υποχρεώσεών τους, δεδομένου άλλωστε και του γεγονότος ότι το πρόβλημα αυτό λειτουργεί σωρευτικά στις όποιες ταμειακές αδυναμίες έχουν δημιουργηθεί τα προηγούμενα έτη.

Διευκρινίζεται επίσης, παρότι φαίνεται να είναι προς το συμφέρον των ξενοδοχείων να μετακυλήσουν το φόρο, εντούτοις δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό αν θα έχουν αυτή τη δυνατότητα, αφού πολλά ξενοδοχεία λειτουργούν μέσα από τη μεσολάβηση τουριστικών πρακτόρων χωρίς να έχουν ισχυρές δυνατότητες διαπραγμάτευσης και άρα αύξησης των τιμών τους».

Όπως σημειώνουν οι μελετητές, «Ακόμα και στην ακραία περίπτωση που  όλα  τα ξενοδοχεία  μετακυλήσουν  το  φόρο,  το  ταμειακό  τους  άνοιγμα  θα μεγαλώσει και οι κίνδυνοι ρευστότητας θα πολλαπλασιαστούν. Τα ξενοδοχεία θα υποχρεωθούν να αναζητήσουν περαιτέρω αναχρηματοδοτήσεις του δανεισμού τους, ή δεδομένων και των συνθηκών της τραπεζικής αγοράς, να περιορίσουν τις επενδύσεις τους.

Ο περιορισμός όμως των επενδύσεων δημιουργεί κινδύνους υποβάθμισης της ποιότητας των ξενοδοχειακών υπηρεσιών, ενώ σε κάθε περίπτωση στερεί την αναπτυξιακή δυναμική των ξενοδοχείων στην οικονομία. Εν κατακλείδι η αγορά των ξενοδοχείων, λόγω το φόρου διαμονής, αναμένεται να απολέσει € 161 με € 186 εκ. που  προφανώς  οδηγεί  σε  χαμηλότερες  λειτουργικές  και  ταμειακές  ροές, προκαλώντας σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας».

Στην Ελλάδα, ο φόρος διαμονής θα τεθεί σε εφαρμογή από 1/1/2018, βάσει του άρθρου 53 του Ν. 4389/2016. Ο φόρος διαμονής θα επιβάλλεται  ανά διανυκτέρευση ανά δωμάτιο σε όλα τα ξενοδοχειακά καταλύματα και θα ανέρχεται σε: € 0,50 σε μονάδες ενός ή δύο αστέρων, € 1,50 σε μονάδες τριών αστέρων, € 3,00 σε μονάδες τεσσάρων αστέρων και € 4,00 σε μονάδες πέντε αστέρων. Παράλληλα προβλέπεται και η επιβολή φόρου διαμονής σε ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια – διαμερίσματα (κατηγορία μη κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων του Ν. 4276/2014). Στην περίπτωση αυτή το ύψος του φόρου ανέρχεται σε € 0,50 ανά δωμάτιο ανά διανυκτέρευση βάσει του άρθρου 72 του Ν. 4472/2017.

Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι στην Ελλάδα η υπηρεσία διαμονής επιβαρύνεται ήδη, βάσει του άρθρου 24 του Ν.Δ. 3033/1954 με τέλος παρεπιδημούντων, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ως  ποσοστό (0,5%) επί του μισθώματος κλίνης  υπέρ των ΟΤΑ. Ουσιαστικά   ο   φόρος   διαμονής   και   τα   τέλη   παρεπιδημούντων   έχουν   την   ίδια στοχοθεσία, επιβαρύνουν την υπηρεσία διαμονής και είναι δυνατό να εγείρουν ζήτημα διπλής φορολόγησης (ή υπερφορολόγησης) του ίδιου υποκείμενου φόρου.

Συμπεράσματα
Οι ρυθμιστικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε διάφορα επίπεδα ασκούν επίδραση στους υπό ρύθμιση κλάδους, επηρεάζοντας όμως συγχρόνως και το σύνολο της οικονομίας. Όσο σημαντικότερος είναι ο κλάδος που ρυθμίζουν, σε επίπεδο π.χ. συμβολής στο ΑΕΠ ή στην απασχόληση, τόσο αυξάνεται η επίδραση που θα υπάρξει στο σύνολο της χώρας. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο κάθε ρυθμιστική παρέμβαση, που ασκεί ουσιαστική επίδραση σε κάποιον κλάδο, να συνοδεύεται από μια ανάλυση – κόστους οφέλους, η οποία θα αποτυπώνει την πραγματική επίπτωση της ρύθμισης τόσο σε εκείνους που επηρεάζουν άμεσα όσο και στο ευρύτερο περιβάλλον.

Από τη στιγμή που ο ξενοδοχειακός κλάδος έχει καθοριστική συμβολή στο ΑΕΠ και στην απασχόληση της χώρας, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η διερεύνηση των επιπτώσεων από την εφαρμογή του φόρου διαμονής στα ξενοδοχεία, όπως θεσπίστηκε από το Ν.4389/2016. Η ανάλυση που προηγήθηκε εξέτασε τις επιπτώσεις του φόρου διαμονής τόσο σε επίπεδο ξενοδοχειακών επιχειρήσεων όσο και στο σύνολο της οικονομίας. Οι σχετικοί υπολογισμοί έδειξαν πως ο φόρος διαμονής αναμένεται να μειώσει κατά € 435 εκ.   το   σύνολο   της   αγοράς   που   δημιουργούν   τα   ξενοδοχεία,   περιορίζοντας   τα οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου και κυρίως ασκώντας πιέσεις στο επίπεδο ρευστότητάς του.

Ουσιαστικά ο φόρος διαμονής θα εντείνει το ταμειακό άνοιγμα που υπάρχει σε ένα μέσο τυπικό ξενοδοχείο, σε τέτοιο επίπεδο που θα υποχρεωθεί είτε να προβεί σε μια περαιτέρω αναδιάρθρωση του δανεισμού του είτε να περιορίσει σημαντικά τις επενδυτικές του δαπάνες. Στην περίπτωση όμως αυτή θα περιοριστεί ο αναπτυξιακός χαρακτήρας των ξενοδοχείων, με προφανείς αρνητικές επιδράσεις στην οικονομία. Η μείωση της συνολικής αγοράς θα οδηγήσει και σε απώλειες θέσεων εργασίας.  Ειδικότερα,  εκτιμάται  πως  λόγω  της  επιβολής  του  φόρου  διαμονής  θα χαθούν από την αγορά 6.174 θέσεις εργασίας.

Από τη στιγμή που βασικός στόχος της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι η αύξηση των δημοσίων  εσόδων,  κρίθηκε  απαραίτητο  να  προσδιοριστεί  το  δημοσιονομικό αποτέλεσμα του μέτρου. Δεδομένης όμως της μείωσης της ξενοδοχειακής αγοράς που θα υπάρξει από την επιβολή του φόρου, η εκτίμηση του προσδοκώμενου δημοσιονομικού  εσόδου  χρειάζεται  να  λάβει  υπόψη  την  αναμενόμενη  μείωση  της απόδοσης του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ των ξενοδοχείων.

Επιπρόσθετα από τη στιγμή που θα υπάρξει απώλεια σε θέσεις εργασίας, άρα ανάγκη για καταβολή επιδομάτων ανεργίας, θα υπάρξει η ανάλογη δημοσιονομική επιβάρυνση. Τα αναμενόμενα έσοδα για το κράτος εκτιμώνται εν τέλει στα € 84 εκ. ανά έτος. Ακόμα και στην   περίπτωση   όπου   υπάρξει   πλήρης   αξιοποίηση   αυτού   του   εσόδου,   μέσω διοχέτευσής του σε δημόσιες επενδύσεις, ο φόρος διαμονής θα προκαλέσει τελικά μια αρνητική επίδραση στην οικονομία της τάξεως των € 341 εκ..

Αποτελεί  γεγονός  πως  τα  δημόσια  έσοδα,  κάτω  από  τις  παρούσες  οικονομικές συνθήκες,   χρειάζονται   συνεχή   ενίσχυση.   Προφανώς   αυτό   το   στόχο   υπηρετεί  ο νομοθέτης κατά την επιβολή του φόρου διαμονής. Ωστόσο, από τη στιγμή που το μέτρο καταλήγει εν τέλει να έχει μια τόσο έντονη αρνητική επίδραση στον κλάδο, χρειάζεται σε αυτή τη φάση να διερευνηθούν δυνατότητες που θα μετριάσουν τις επιπτώσεις στα ξενοδοχεία και ως εκ τούτου στο σύνολο της οικονομίας.

Σε διαφορετική περίπτωση και αν εν τέλει δεν υπάρξει κάποια ρυθμιστική βελτίωση, η σκοπιμότητα του μέτρου θα ακυρωθεί από μόνη της, καθώς η λειτουργία της αγοράς θα εκμηδενίσει το προσδοκώμενο δημοσιονομικό όφελος, εγκλωβίζοντας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και δημόσια ταμεία σε ένα «σπιράλ» συρρίκνωσης των οικονομικών μεγεθών τους.