Συζητήθηκε στο ΣτΕ η υπόθεση της Τράπεζας Δωδεκανήσου

Μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια, το 4ο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με επταμελή σύνθεση, συζήτησε την Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017, την αίτηση ακύρωσης που κατέθεσε το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Δωδεκανήσου κατά της Τράπεζας της Ελλάδος, για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Η υπόθεση έφθασε στην επταμελή σύνθεση του ΣτΕ λόγω της σπουδαιότητάς της και των δύσκολων νομικών θεμάτων που περικλείει.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τράπεζα της Ελλάδος εστίασε στη γνωστή επιχειρηματολογία της για επιδεινούμενη ποιότητα των δανείων της Τράπεζας Δωδεκανήσου, για ρυθμίσεις δανείων που δεν έγιναν σύμφωνα με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και για ανάγκη προστασίας των καταθετών της Τράπεζας από ενδεχόμενα προβλήματα βιωσιμότητάς της.

Η Τράπεζα Δωδεκανήσου αντέκρουσε τα επιχειρήματα, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση των καθυστερουμένων δανείων ήταν απότοκος της Οικονομικής κρίσης της χώρας και χαρακτήριζε ολόκληρο τον Τραπεζικό κλάδο, ότι οι ρυθμίσεις των δανείων της ήταν απόλυτα συμβατές με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και αντίστοιχες με το ότι έκαναν συνολικά οι Ελληνικές Τράπεζες και ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για τους καταθέτες της και την βιωσιμότητά τους.

Η Τράπεζα Δωδεκανήσου επικεντρώθηκε όμως και στην διαδικασία της «κλήσης της σε ακρόαση», στο γεγονός ότι οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες που της ζητήθηκαν έγινε αφού ολοκληρώθηκε η αύξηση του κεφαλαίου της και στο ότι δεν της δόθηκαν 5 μόλις πρόσθετες ημέρες για να συγκεντρώσει τα επιπλέον 5 εκ. κεφαλαίου που της ζητήθηκαν, παρότι κατέθεσε πλήρες επιχειρηματικό σχέδιο ανάκαμψης του δείκτη κεφαλαιακής της επάρκειας και επιστολή των τοπικών φορέων ότι θα συμμετείχαν ενεργά στην συγκέντρωση των νέων κεφαλαίων.
Οι διάδικοι έχουν προθεσμία να καταθέσουν και συμπληρωματικά υπομνήματα επί των λεχθέντων στην διαδικασία, η δε απόφαση του ΣτΕ αναμένεται σε τουλάχιστον 3 μήνες.

Η άδεια της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου ανακλήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2013 έχοντας ολοκληρώσει μόλις αύξηση κεφαλαίου που έφερνε τον Δείκτη Κεφαλαιακή της Επάρκειας στο 9,65% κατ’ αυτήν, με επιτρεπτό ελάχιστο όριο το 9%. Με την ετεροχρονισμένη επαναταξινόμηση όμως ρυθμισμένων δανείων η Τράπεζα της Ελλάδος επαναπροσδιόρισε αυτό τον δείκτη στο 7,4%, μη δίνοντας περιθώριο στην Τράπεζα Δωδεκανήσου να συγκεντρώσει τα πρόσθετα ζητούμενα κεφάλαια των 5,5 εκ. ευρώ. Ανακλήθηκε δηλαδή άδεια της Τράπεζας για 5.500.000€ βυθίζοντας σε απόγνωση χιλιάδες Δωδεκανήσιους συνεταίρους, επιχειρήσεις και δανειολήπτες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από την 01/01/2014 η Τράπεζα της Ελλάδος είχε υποχρέωση βάση της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας να ρίξει τον Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των Τραπεζών από 9% σε 8% που σημαίνει ότι οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες της Τράπεζας θα ήταν οι μισές. Η εξέλιξη αυτή σαφέστατα ήταν σε γνώση της Τράπεζας της Ελλάδος όταν αποφάσιζε.

Είναι επίσης εντυπωσιακό να υπενθυμίσουμε στους Δωδεκανησίους τι έδειξαν τα stress – test των συστημικών Ελληνικών Τραπεζών που έγιναν την ίδια περίοδο, με στοιχεία της 31/12/2013. Σύμφωνα με τα επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία το στατικό σενάριο ελέγχου έδειχνε Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας για την ΕΤΕ μεταξύ -0,4% και 5,8%, για την Τράπεζα Πειραιώς 4,4% - 9%, για την Alpha Bank 8,1% - 13,8% και για την Eurobank -6,4% - 2%. Σχεδόν όλες δηλαδή ήταν υποκεφαλαιοποιημένες και με δείκτες χειρότερους από την δική μας Τράπεζα. Όμως σε αυτές δόθηκε ιδιαίτερα μεγάλος χρόνος αποκατάστασης. Στην Τράπεζα Δωδεκανήσου δεν δόθηκαν ούτε οι πέντε ημέρες που επίσημα ζητήθηκαν από την Τράπεζα και από τις τοπικές Αρχές και παραγωγικές τάξεις.Ένα μάλιστα γεγονός που πρέπει να επισημανθεί με έμφαση μάλιστα είναι ότι την Κυριακή 08-12-2017 και κατά την ώρα της συνεδρίασής της η Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδας, δόθηκε τηλεφωνικά η διαβεβαίωση περί κάλυψης ολόκληρου του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου από τον όμιλο Μήτση, με προσωπικό ενδιαφέρον του κυρίου Μήτση, με τον οποίο η διοίκηση είχε συνεργαστεί για το σκοπό αυτό.
Ακόμα είναι σκόπιμο να αναφερθεί, η αναφορά του δικηγόρου του πρώην διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, του κ. Μανώλη Μπεντενιώτη κατά τη συζήτηση για ανάκληση της άδειας την οποία χαρακτήρισε πέρα από νομικά αναιτιολόγητη και “εθνικά απαράδεκτη”.

Τα γεγονότα όμως δεν αλλάζουν. Η Τράπεζα Δωδεκανήσου έκλεισε προκαλώντας δισεπίλυτα προβλήματα στην επιχειρηματική ζωή και στην οικονομία των νησιών μας. Προβλήματα που τώρα με την εμβάθυνση της κρίσης γίνονται ακόμα μεγαλύτερα για πολλούς συμπολίτες μας. Οι Δωδεκανήσιοι έχουν την πικρή γεύση της απογοήτευσης ότι άλλη μια φορά η Οργανωμένη Πολιτεία τους παραμέλησε. Έπνιξε την προσπάθειά τους με ευκολία για να βοηθήσει κάποιους άλλους.
Επιζητούν δικαίωση, αλλά πρέπει να μάθουμε ότι χρειαζόμαστε μεγαλύτερη μαχητικότητα και περισσότερη συλλογική προσπάθεια για να μην αφήνουμε να μας καταστρέφουν προσπάθειες όπως αυτή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου.