Κυττάζω και κοιτάζω

Γράφει ο Θανάσης Καραναστάσης

Από τα μαθητικά μου χρόνια θυμάμαι δύο ρήματα, το ΚΥΤΤΑΖΩ και το ΚΟΙΤΑΖΩ.
Ομόηχα αλλά με διαφορετική γραφή και σημασία.

Το μεν ΚΥΤΤΑΖΩ σημαίνει παρατηρώ, βλέπω, εστιάζω την προσοχή μου κάπου, εξετάζω κάτι.
Το δε ΚΟΙΤΑΖΩ σημαίνει πλαγιάζω, ξαπλώνω, κατακλίνομαι, κείτομαι.

Απ’ αυτό προέρχονται οι λέξεις κοίτη, κοιτίδα, κοίτασμα, αρσενοκοίτης κλπ.

Είναι τώρα κάμποσα χρόνια που το ρήμα ΚΥΤΤΑΖΩ έχει εξαφανιστεί από τον γραπτό λόγο και από τα λεξικά.
Στη θέση του και με τη δική του σημασία χρησιμοποιείται πλέον το άλλο ΚΟΙΤΑΖΩ.

Προσπαθώ να καταλάβω τί συνέβη, ποιός και γιατί αποφάσισε την κατάργηση του συγκεκριμένου ρήματος.
Μήπως τελικά το ρήμα αυτό δεν υπήρξε ποτέ, σκεφτόμουν καμιά φορά. Αλλά πάλι δεν μπορούσα να δεχθώ κάτι τέτοιο.

Ψάχνοντας κάπως το θέμα βρήκα το ΚΥΤΤΑΖΩ, όπως το γράφω, επαναλαμβανόμενο σε διήγημα του Ε. Ροΐδη. Το βρήκα επίσης σε ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, όπως και στο Ελληνογερμανικό Λεξικό του Α. Τσουκανά.

Στο Αντιλεξικό του Θ. Βοσταντζόγλου και στο μεγάλο Λεξικό των LIDDELL και SCOTT υπάρχει το αρχαίο ΚΥΠΤΑΖΩ από το οποίο μάλλον προέκυψε μεταγενέστερα το ΚΥΤΤΑΖΩ.

Καλά, για μια λέξη που χάθηκε κάθεσαι και ασχολείσαι, θα πει κάποιος. 

Ναι για μια λέξη. Γιατί ενδιαφέρομαι να μάθω ποιός ελέγχει τον μηχανισμό της γλώσσας. Είναι ο λαός, είναι οι ειδικοί επιστήμονες, αυτοί που ομιλούν και γράφουν στα μέσα ενημέρωσης, ή οι λογοτέχνες;

Ποιός εν τέλει ευθύνεται για την αποβολή, μιας ή περισσοτέρων λέξεων από τη γλώσσα μας και ποιός αποφασίζει για την εισαγωγή άλλων σε αυτήν;

Ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος που έχει αυτή την απορία.

Ξέρω επίσης πως το θέμα αυτό εκφεύγει των γνώσεών μου και ότι δεν έχω καμιά δουλειά να μπαίνω σε ξένα χωράφια.
Θα ευχόμουν να υπάρξει κάποια εξήγηση για το ζήτημα που θέτω από έναν φιλόλογο, ένα γλωσσολόγο ή έναν ειδικό μελετητή της γλώσσας.

Γιατί η σκέψη μου δεν περιορίζεται σε μια λέξη και μόνο.