«Ο υπενωματάρχς, γιος τ’ καρβουνιάρ»

Του Σεραφείμ Αθανασίου

Κατά μήνα Ιούνιο του έτους 1950, μαζί με κάπου 220 συναδέλφους Χωροφύλακες βρισκόμαστε στο τέλος της εκπαίδευσής μας στη Σχολή Υπαξιωματικών Χωροφυλακής, (Γουδί),  και ένα πρωινό ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα  επειδή μας εφοδίασαν με τους προαγωγικούς μας βαθμούς, πλέον βελόνες  και ανάλογες κλωστές.

Μας είπαν  να τους «ράψουμε» στα μανίκια μας και στον ίδιο σημείο   που υπήρχε ο προηγούμενος βαθμός  του Χωροφύλακα  και εμείς, με αναπτερωμένο ηθικό και ευτυχία που ξεχείλιζε από τα παντζάκια μας, καθισμένοι στα κρεβάτια μας, στρωθήκαμε στο «ράψιμο».

Στη συνέχεια και δήθεν αδιάφορα περνούσαμε μπροστά από την πασαρέλα (υπαίθριες βρύσες με καθρέπτες) για να διαπιστώσουμε το πόσο «ομορφότεροι» είχαμε γίνει με τους καινούργιους  μας βαθμούς  και σε πηγαδάκια λέγαμε τα δικά μας, μια που  θα φεύγαμε για διάφορες υπηρεσίες.

Απανωτά, κάποια στιγμή, τα σφυρίγματα και οι φωνές των Διμοιριτών μας για την, χωρίς ανάσα, συγκέντρωση σε συγκεκριμένο χώρο ,επειδή  θα μας μιλούσε  ο Υπαρχηγός Χωροφυλακής.

«Τσακιστήκαμε» να μαζευτούμε και στην εμφάνιση του Υπαρχηγού, στο παράγγελμα της προσοχής, διακόσιοι τόσοι άνδρες χτυπήσαμε τόσο δυνατά τα πόδια μας που, αν το έδαφος ήταν  στρωμένο με σανίδια,   αυτά θα έσπαζαν.

Ο Στρατηγός βλέποντάς μας «τσιτωμένους»  και  ακίνητους σαν τους τσολιάδες   του άγνωστου στρατιώτη μάλλον θα θέλησε  να μας χαλαρώσει  και αφού ευχήθηκε να είμαστε γεροί και να φτάσουμε στα δικά του γαλόνια( τα φτάσανε και τα πέρασαν μερικοί), μας άρχισε τη «Ρουμελιώτικη διάλεκτο».

-Θα σας ρωτήσου κάτι, κιάν απαντίσιτι σουστά, θα σας δόκου   20 μέρις άδεια να πάτι στα χουριά σας. Σας ρουτάου λοιπόν, πιος ξέρ  του δκομ του χουριό! Όμως, δεν  πήρε  απάντηση και συνέχισε.

-Ακούστι  μι, ιγό κατάγουμε απ τα «πέντε όρνια», αλλά κάποια μέρα του ένα  όρνιου,  δηλαδή ιγό,  έφιγι   απ του χουριό   κι μίνανε τα  τέσσιρα. 

Σκάσαμε στα γέλια, γέλασε  και εκείνος  και,   χωρίς να το καταλάβουμε, χαλαρώσαμε.
Ανθρώπινος, σοβαρός  και ζεστός άνθρωπος  ο Υπαρχηγός,  μας είπε πως το χωριό  του    ήταν τα  Πέντε Όρια- Παρνασίδος, μας έδωσε αρκετές πατρικές συμβουλές, μας ευχαρίστησε που τον ακούσαμε, μας ευχήθηκε να είμαστε πάντα υγιείς και απεχώρησε.

Έτσι για την ιστορία, αναφέρω  το όνομα του Στρατηγού. Ευθύμιος Τσαταλός λεγόταν και  ήταν θείος(αδελφός του πατέρα του) του γνωστού στους κατοίκους  του Βόλου συμπαθέστατου γιατρού, Στάθη Τσαταλού,  κατοίκου, εν ζωή,  Αγριάς-Βόλου.

Ο πριν μερικά χρόνια πνιγμός του  στη θάλασσα  πολύ είχε  στενοχωρήσει τους  κατοίκους της πόλεώς μας και περισσότερο θυμάμαι είχε λυπήσει τον  φωνακλά και  τελείως άκακο Γιώργο Κουμιώτη, ιδιοκτήτη του «Radio Markoni», φίλου του γιατρού.

Τον κ. Κουμιώτη στις πρωινές  του ραδιοφωνικές εκπομπές τον κρατούσε συντροφιά και παρά του ότι ο πανέξυπνος αυτός ραδιο-παραγωγός  προσπαθούσε να του βάλει «τρικλοποδιές», ποτέ δεν το κατόρθωσε.

Ο σοφός γιατρός και φίλος πολλών, σε διάφορες  ερωτήσεις  του Κουμιώτη  απαντούσε σωστά, ιδιαίτερα στο/«σαν σήμερα»/ τι  δηλαδή είχε συμβεί  πριν πολλών 10ετιών ή και αιώνων οι  απαντήσεις   του γιατρού, με τη χαρακτηριστική διακεκομμένη  φωνή του, ήταν τόσο γρήγορες  και σωστές, ώστε πολλοί  των ακροατών του «Radio Markoni»  ή και άλλων   τοπικών Σταθμών, ακούγοντάς τον, έκαναν το σταυρό τους.  Ας είναι αναπαυμένη  η ψυχούλα  εκείνου του πράγματι σοφού και  καλού ανθρώπου.

Με την αναχώρηση του Υπαρχηγού  ο Διοικητής της Σχολής, νομίζω πως ήταν ο Συνταγματάρχης Σπηλιωτόπουλος, μας έδωσε και εκείνος μερικές συμβουλές  και ιδιαίτερα στο να είμαστε προσεκτικοί, να φερόμαστε καλά στον κόσμο ,να μιλάμε  στον πληθυντικό  και  να προσπαθήσουμε να κόψουμε-αν δεν τα είχαμε κόψει- εκείνα τα «ρε»  και τα «εσύ» που λέγαμε στα χωριά μας ακόμη και στους συγχωριανούς μας, σε περίπτωση που δεν  είχαμε μαζί τους πολλά πάρε-δώσε.

Και όχι τίποτε άλλο-μας τόνιζε-αλλά να καταλάβουν και εκείνοι ότι  στη δική μας, των αστυνομικών, συμπεριφορά,  πολλά  και,  προς το καλύτερο, έχουν  αλλάξει. 

Όλοι μας πιστεύω πως συμφωνούσαμε στα όσα μας έλεγε ο Διοικητής μας και   περισσότερο εγώ που από τους εκεί συναδέλφους μου λογιζόμουνα  όχι μόνο πιο «έξυπνος» αλλά και πολύ «μετριόφρων»!
Γι΄ αυτό  άλλωστε συμμορφώθηκα αμέσως  στις  συστάσεις του Διοικητού μας  στο να  χρησιμοποιούμε τον  πληθυντικό  και σε ανθρώπους  που στην καθημερινή τους  βάση   και σαν  «ψουμουτύρ» είχαν το «ρε» και το «εσύ» γιατί δε γνώριζαν  από πληθυντικούς και  πράσινα, των πολιτισμένων, άλογα.  Παρακολουθείστε τη συνέχεια.

Σε λίγες μέρες με μια 10ήμερη άδεια ανάπαυσης  και φορώντας τη στολή μας(απαγορευόταν πολιτική περιβολή) ξεχυθήκαμε ένα πρωινό διακόσιοι τόσοι άνδρες από τη  Λεωφόρο Μεσογείων   προς το κέντρο των Αθηνών.

Όλοι τρέχαμε   στα πρακτορεία  Λεωφορείων  των Κ.Τ.Ε.Λ.  καταγωγής μας και εγώ  ούτε κατάλαβα πως έφτασα στης Λαμίας που τότε βρισκόταν σε ένα μικρό οικόπεδο της οδού Πειραιώς.

Απελπιστική η διαδρομή και ένα Λεωφορείο της «κακιάς ώρας που ανεβοκατέβαινε τις πάμπολλες λακκούβες του δρόμου. Περάσαμε Θήβα, Λειβαδιά (φάγαμε και  ωραίο σουβλάκι), Αμφίκλεια (που τότε τη λέγανε Δαδί), Γραβιά, Παλιοχώρι, Χάνι Καρανάσιου, στενό δρόμο  Μπράλου με κίνδυνο να «γκρεμοτσακιστούμε στο βάραθρο που, στο βάθος αυτού, συνέχιζαν  να «αναπαύονται» σκουριασμένα    σιδερικά  όχι μόνο της γνωστής κατεστραμμένης  γέφυρας του Γοργοποτάμου, αλλά και  πολλών αυτοκινήτων με τις ψυχές ίσως, των  άτυχων επιβατών τους, να  περιφέρονται στην ατέλειωτη εκείνη χαράδρα  με  ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ;

Προσεκτικός ο οδηγός μάς κατέβασε από τον επικίνδυνο δρόμο του Βουνού και ύστερα  από ένα κοπιαστικό ταξίδι τεσσάρων και πλέον ωρών  μπήκαμε στην πόλη της Λαμίας  και ως τυχερός πρόλαβα  και το Λεωφορείο  του χωριού μου.

Αμίλητος  στρογγυλοκάθισα στο  κάθισμά μου και με ένα μυαλό να τρέχει χιλιόμετρα επειδή σε λίγο θα έβλεπα τους δικούς μου και πιο πολύ την αγαπημένη μου μάνα που είχα να δω  πέντε (5) ολόκληρα χρόνια.
Την είχα αποχαιρετήσει, σχεδόν ξυπόλυτος, τον Νοέμβριο του 1945, όταν με κάλεσαν να καταταγώ στη Χωροφυλακή και τώρα/1950/ επέστρεφα και μάλιστα, …γαλονάς!

Ανώμαλη η τότε κατάσταση και να θέλαμε δεν μπορούσαμε να πάρουμε άδεια. Τώρα όμως θα χωνόμουνα στον κόρφο της μανούλας μου και για ώρες, θα κοιμόμουνα στην ποδιά της. Απερίγραπτη η συγκίνηση, βουρκωμένα τα μάτια μου!

Απλοί, χαρούμενοι και ζεστοί στη συμπεριφορά τους όλοι  οι  επιβάτες  του λεωφορείου.

Μίλαγαν  μεταξύ τους με Ρουμελιώτικη προφορά που εγώ απόλυτα  καταλάβαινα και, επειδή είχα καιρό να  ακούσω, χαιρόμουνα κιόλας. Όμως θα επιθυμούσα  να «έκοβαν» εκείνα τα «ρε» τους και εκείνα  τα «εσύ» τους που  «πρόδιδαν» τη «βλαχιά» τους.

Ως αστυνομικός/ και πριν την εισαγωγή μου στη Σχολή/  υπηρετούσα  στη Ρόδο, στην οποία ζούσαν  Αριστοκράτες, ευγενείς και  πολιτισμένοι άνθρωποι και όχι σαν τα «βλαχαδερά». Αχ και να μπορούσα  να τους μίλαγα στον «πληθυντικό»  θα τους έκανα να «κόψουν»  «ρε» και «εσύ»  ή ότι άλλο  που εγώ δεν ήθελα να ακούσω.

Αυτά σκεπτόμουνα  αλλά  δεν τολμούσα να μπω στην κουβέντα τους ενώ κανένα δεν γνώριζα, εκτός από μια μοναδική επιβάτιδα του χωριού μου  που ενώ δεν με είχε γνωρίσει, έκανα και εγώ το …κορόιδο κρύβοντας και τα μάτια μου στα μαύρα μου γυαλιά.

Το λεωφορείο  ξεκίνησε  και  φτάνοντας στο γεφύρι της Αλαμάνας σχεδόν όλοι μας,  βλέποντας το άγαλμα του Θανάση Διάκου, κάναμε το σταυρό μας, ενώ σε λίγο στα  Θερμοπύλια που όρθιος στέκεται ο Βασιλιάς  της Σπάρτης, Λεωνίδας, ακούσαμε έναν επιβάτη,  να λέει.

-Σα δε ντρέπονται ολόκληρο Βασιλιά τον έχουν «ξεβράκωτο». Και μια δεύτερη  φωνή, συμπλήρωνε. «Φάγανε, φάγανε, όσα μπόραγαν  και τον άφησαν χωρίς «βρακί» Και μάλλον  είχαν δίκιο, μήπως και σήμερα δεν τρώνε τον αγλέορα και τα ρίχνουν σε μας με το  «μαζί τα φάγαμε»!

-Πού υπηρετάς  ρε παλκαρ;, με ρωτά  ένας «ενοχλητικός» που επίμονα   με κοίταζε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή.
-Στη Ρόδο, απάντησα.
-Στη Ρόδου, Ρόδου (μονολόγησε) και… ύστερα: Ιγώ μέχρι του Βόλου  έχου πάει, δεν ανέβκα παραπάν.

Έβαλε κάποιος τα γέλια  και του λέει.
-Τι δλιά  ρε  εχ η Ρόδους  να πάι «παραπάν» απ του Βόλου, αυτή  η πουλιτία  ίνε  νουμίζου κουντά στη Σάμου ή στη Σαντουρίν.
-Ισί  ρε έχς πάι  κι τι «γκξέρς»;  τον ρώτησε ο πρώτος  που είχε πάει μέχρι το Βόλο, και όχι «παραπάν».
-Όχ  ρε,  ιγώ δε «μπήγα»  αλλά έχου ακούς  ότι   ίνε προς τα κι, κιόχ  προς «ταπάν».

 Η κουβέντα των «καθηγητών Γεωγραφίας»  σταμάτησε μέχρις εδώ  όμως,  η δική μου ανάκριση,  συνεχίστηκε.

-Κί δω  στη δκιά μας «γούρνα»( περιοχή)  πως   «βρέθκις»  «ρε παλκάρ»;.
-Επειδή και εγώ από εδώ κατάγομαι, είμαι από την Κόμνηνα.
-Μπά,  απ΄τη «γκόμηνα»  κι  τίνους πιδί  ίσι,   ρε  «λιβέντ»
-Είμαι του Χρήστου  Αθανασίου.
- Αθανασίου, Αθανασίου ( μονολόγησε ξανά), δε  «ντου-γκξέρου».

Πετάγεται  ο  οδηγός  και  λέει.
-Είναι «τΧρίστ τ’Καρβουνιάρ» (παρατσούκλι του πατέρα μου). Και ο «ενοχλητικός» σε μένα.
-ΤΚαρβουνιάρ, τ΄Χρίστ ίσι ρε λιβέντ κι δε «μ΄τουλές» τόσου «γκιρό»! Ου θκός ου πατέρας  ίνι «φίλουζουμ».  Και… σηκώνεται από τη θέση του, έρχεται κοντά μου και, με τη χερούκλα του, μου δίνει μια στον ώμο  που, ακόμη  τη θυμάμαι.

Όμως, παρά τον πόνο στον ώμο μου  δε διαμαρτυρήθηκα, θυμήθηκα τις συμβολές του Διοικητού μας  και άρπαξα την ευκαιρία να κάνω  μάθημα στους χωριάτες  με εκείνα τα αντιπαθή τους  «ΡΕ» και  «ΕΣΥ» τους.
-Εσείς από πού είστε; ρώτησα τον άγνωστο, φίλο του πατέρα μου, που  πριν λίγο με είχε «κοπανήσει»  με τη χερούκλα του.

Με κοίταξε ερευνητικά και  αυστηρά με ρωτά:
 -Ποιοι εμείς, μόνου ιγώ σι ρουτάου, βλεπς «κανα-διπλό» άνθρωπου;
-Όχι,  δε  σας βλέπω διπλό, μόνο εσάς  ρωτάω.
-Εμάς, ποιους εμάς, ρε  Χριστιανέμ  κι μι «μαναγκάις» να σι «ουνουμάσου» μι  τα νεύρα  απ΄ μάναψις, «ζαγάρ τ κιαρατά» κι σα βλάκας προ ουλίγου σέλεγα  κι    παλκάριμ», Ένας ίμι κι συ μι βλέπς διπλό.

Βγάλτα αυτά  τα μαύρας  γιαλιά   μι τα ουπία  θέλς να κανς  του «γκαμπόσου» . Σιγά σιγά  μπουρί να μι δις  κι τρίδιπλου.

Κι ιγό δε σι φουβάμι, ίμι κι φίλους ταστυνόμ τχουριούμ, στουν ουπίου, μόλις φτάσου, θα σι καταγγίλου  μ΄ένα σουρό μάρτιρις.

-Συγνώμη δεν ήθελα να σας προσβάλω.
-Άντε πάλι  μι του σας. Ρε Κουμνιατίν  ή τουν έξυπνου κάνς ή χαζός ίσι, θα σταματίις καμιά φουρά αυτό του σας  ή θα σι παρ ου διάουλους  ισένα κι του «γκαρβουνιάρ» του «μπατέρας»!

Κυριολεκτικά βρήκα τον μπελά μου και δεν ήξερα τι να κάνω.
Εκείνος κάθε τόσο με αγριοκοίταζε, ενώ από τους επιβάτες  κανένας δε μιλούσε  κι έμεινα με την εντύπωση  ότι συμφωνούσαν μαζί του.

Κάποια στιγμή, με το συνεχές αγριοκοίταγμά του, δεν άντεξα  και του είπα.
- Ε, φτάνει πια,  δεν σας έβρισα  κιόλας, στον πληθυντικό   σας μίλησα και ΕΣΕΙΣ   οι «καραχωριάτες» Ρουμελιώτες, όπως και όλοι  οι Θεσσαλοι, που κάνουν τον έξυπνο  με «τα των   Θετταλών Πονηρά», δεν καταλαβαίνετε  από πληθυντικούς και νομίζετε ότι σας βρίζουν.

Τι ήταν να το πω,  μέσα στο Λεωφορείο, ήταν και ένας  Θεσσαλός από  κάποιο χωριό του Πηλίου. Σηκώθηκε από τη θέση του , ήρθε κοντά μου και  γεμάτος θυμό μου ζητούσε το λόγο γιατί έθιξα-μου έλεγε-όχι μόνο το «Χουριότ», αλλά ολόκληρο  το «Πήλιου»,  ακόμη και  τον  Κένταυρο «Χείρουνα» «δάσκαλου τ΄Ιάσουνα».

Βρε κακό που με βρήκε, στην ιδιαιτέρα μου Πατρίδα! Αχ  κύριε Διοικητά  της Σχολής μας, με τον πληθυντικό  που μας έλεγες  και εγώ αμέσως  χρησιμοποίησα, φαίνεται πως δεν θα γλιτώσω, με  τόσους χωριάτες  που για τα καλά  με «στρίμωξαν», το ξύλο της χρονιάς μου, Τι κακό  που  με βρήκε, το δυστυχή!

Έκρυθμη η  κατάσταση, στο ζενίθ ο θυμός των  επιβατών  και με ένα οδηγό αδιάφορο, να προσέχει μόνο στο τιμόνι του.

Γλίτωσα το ξύλο επειδή σε λίγο φτάσαμε στο  Μώλο και  περίμενα… εξελίξεις,  αφού ο  «αγριάνθρωπος» είχε φίλο και τον Αστυνόμο.

Όμως, εκείνος ήρεμα, σηκώθηκε  από τη θέση του και γεμάτος καλοσύνη, με  αγκάλισε και με φίλησε. Καλώς όρισες παιδί μου και χαιρετισμούς στους γονείς σου, αύριο θα έρθω στην Κόμνηνα να σε δω  περισσότερο. Ευχαριστώ θείε Θανάση και με χαρά θα σας περιμένουμε όλοι μας.

Αυτά τα λόγια είπα στον «αγριάνθρωπο» που ήταν ο θείος μου Θανάσης  Βλαχογιάννης, πρώτος εξάδελφος της μάνας μου ο οποίος/ από τη  Λαμία που τον είχα συναντήσει  και μέχρι το Μώλο,  το χωριό που έμεινε/, καθόταν δίπλα μου και  λέγαμε, λέγαμε και τελειωμό  δεν είχαμε.

Καλοί μου φίλοι, αναγνώστες του «Ταχυδρόμου» και της  «Ροδιακής», φανταστικός ήταν αυτός ο διάλογος που εδώ διαβάσατε και δήθεν έγινε μεταξύ  του  «Υπενωμοτάρχ, γιου τ΄Καρβουνιάρ»  και ενός «Ρουμιλιώτ», μέσα στο Λεωφορείο  συγκοινωνίας Λαμίας και δικού μου Χωριού.

Να έτσι, εκεί  που καθόμουνα, θυμήθηκα τα πολύ παλιά  δικά μου  χρόνια  και είπα να σας μεταφέρω, ιδιαίτερα  τους νεώτερους την ηλικία,  σε εκείνη την καλοσυνάτη και ανθρώπινη κοινωνική επαφή μεταξύ των απλών  και αγράμματων παππούδων μας που χρησιμοποιούσαν τα «ρε» και τα «εσύ» τους  αυτά όμως δεν τους εμπόδιζαν  στο να ζουν αρμονικά  και με αγαθό, καλοσυνάτο ανθρώπινο πρόσωπο, ενώ σήμερα, με την παγκοσμιοποίηση τρέμουμε  και με μόνη τη σκέψη  στο ποιον θα συναντήσουμε στο δρόμο μας και σε τι γλώσσα θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε αραβικά, κινέζικα ή … αλαμπουρνέζικα.  Συγχωρήστε με και, σας εύχομαι, να είστε πάντα καλά.