Διαψεύδονται και οι δηλώσεις σας περί Βορείου Ιράκ, κ. Ερντογάν

Της Μαίρης Παπανδρέου

Εδώ και χρόνια τώρα, οι «ανακρίβειες» του κ. Ερντογάν, πότε μας εξοργίζουν και πότε μας κάνουν να γελάμε. Και ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, έχομε κάθε λόγο να γνωρίζομε «από προσωπικές εμπειρίες», όλες τις ιστορικές «αναλήθειες» του Ερντογάν και των κυβερνητικών του εκπροσώπων.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, πως εξακολουθούμε να είμαστε «ευγενικοί», και χρησιμοποιούμε συνώνυμες λέξεις, από τη μοναδική μας σε ολόκληρο τον  κόσμο πλουσιότατη Ελληνική μας γλώσσα, όπως αντί «ψέμα» λέμε «ανακρίβεια» ή «αναλήθεια» κλπ.

 


Δεν μπορείτε όμως κ. Ερντογάν, να διατείνεστε και μάλιστα με στόμφο, ότι το Βόρειο Ιράκ και οι πόλεις Μουσούλη, Κιρκούκ, Σουλεϊμανία, Αρμπύλ, όπου βρίσκονται και οι πλουσιότερες πετρελαιοπηγές του Ιράκ, ήταν «κάποτε» τουρκικές πόλεις. Είναι σαφώς «απερισκεψία» οι δηλώσεις σας (άλλη ευγενική τοποθέτηση για την έννοια της «επιπολαιότητας» ή «ανοησίας»), όταν εμείς οι Έλληνες γνωρίζομε τόσο την Αρχαία μας όσο και τη Σύγχρονη ένδοξη Ιστορία μας και μάλιστα από προσωπικές εμπειρίες.

Θυμηθείτε λοιπόν κ. Ερντογάν, ότι η Εταιρεία «Doxiadis Associates», μεγαλούργησε για πολλές δεκαετίες και εκτός Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα σε χώρες της Εγγύς & Μέσης Ανατολής, όπως και σε χώρες της Αφρικής, επειδή σε Διεθνείς Διαγωνισμούς, οι άριστοι Αρχιτέκτονες/Πολεοδόμοι και Πολιτικοί Μηχανικοί, διεθνώς αναγνωρισμένοι Αντιπρόεδροί της «D.Α.» Ανδρέας Κ. Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης, είχαν κερδίσει «Πρώτο Παγκόσμιο Βραβείο Σχεδιασμών Νέων Πόλεων» και την «Επίβλεψη» της κατασκευής τους.

Για την «τήρηση των Πολεοδομικών Σχεδίων», εκατοντάδες έγκριτοι Έλληνες Πολιτικοί Μηχανικοί και Αρχιτέκτονες/Πολεοδόμοι, πήγαν στις πόλεις του Βόρειου Ιράκ: Μουσούλη, Κιρκούκ, Σουλεϊμανία, Αρμπύλ, στην πρωτεύουσα Βαγδάτη και στη Βασόρα στο Νότιο Ιράκ, ως «Επιβλέποντες Μηχανικοί», όπως και σε Αφρικανικές χώρες, στη Γκάνα και Ακτή Ελεφαντοστού.

Οι Έλληνες Μηχανικοί στο Βόρειο Ιράκ, από τον Ιανουάριου του 1957, γνώριζαν ότι στις προαναφερόμενες πόλεις, υπήρχαν τα πλουσιότερα πετρελαιοκοιτάσματα και οι κάτοικοι ήταν Ιρανικοί, και σε κάποιες από αυτές, κυρίως Κούρδοι, όπως επίσης εκατομμύρια Κούρδοι ζούσαν και στη Νότια Τουρκία που συνόρευε με το Βόρειο Ιράκ. Στην πραγματικότητα, τα «σύνορα» ήταν κυριολεκτικά «διάτρητα», καθώς όλοι μπαινόβγαιναν χωρίς διατυπώσεις, ακόμα και για κυνήγι, που ήταν το δημοφιλέστερο σπορ Ιρακινών, Κούρδων και αλλοδαπών.
 


Διαπιστώνοντας οι φίλοι Ιρακινοί και Κούρδοι, ότι εμείς οι Έλληνες είχαμε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με Προξένους άλλων κρατών, μας συνέστησαν διακριτικά: «Μπορείτε να δημιουργήσετε φιλικές σχέσεις με υπηκόους από όλα τα κράτη, όμως σας συμβουλεύομε να μην έχετε πολλές σχέσεις με τον Τούρκο Πρόξενο και τους Τούρκους εργαζόμενους στο Προξενείο, διότι τόσο οι Ιρακινοί, όσο και οι Κούρδοι, δεν θα σας θεωρούν πλέον αδελφικούς- φίλους, διότι οι Τούρκοι πριν από κάποια χρόνια, είχαν προβεί σε τόσες σφαγές Ιρακινών και Κούρδων, που ο Τίγρης επί σαράντα ημέρες έτρεχε αίμα, από τα πτώματα που είχαν πετάξει στον ποταμό».

Υπερβολή; Μπορεί, όμως ακόμα και οι συμβουλές και παροτρύνσεις των φίλων Κούρδων και Ιρακινών, σημαίνουν πολλά, για τα αρνητικά αισθήματά τους. Αδιάψευστα φανερώνουν, όχι μόνον την εχθρότητα των Ιρακινών και των Κούρδων για την Τουρκία, αλλά  επίσης και ότι τα εδάφη του Βόρειου Ιράκ και οι προαναφερόμενες πόλεις, δεν ανήκαν ποτέ στην Τουρκία, που μάταια προσπαθούσε να προσεταιριστεί, επί πολλά χρόνια με αιματηρές συγκρούσεις.

Αξίζει να αναφερθεί, καθώς με την αφύπνιση αυτών των αναμνήσεων, ότι στη σκέψη ήρθε και μια ιδιαίτερα τρυφερή συνάντηση που είχαμε στη Μουσούλη. Στο ξενοδοχείο του Σταθμού του τραίνου,  που μέναμε όλοι οι Έλληνες μέχρι να βρούμε κατάλληλα σπίτια, ήρθε κάποιο βράδυ και μας αγκάλιασε γεμάτος δάκρυα, ένας Έλληνας από την Κάρπαθο. Σχεδόν κλαίγοντας, μας φιλούσε αναφωνώντας:

«Πατριώτες μου! Πατριωτάρες μου! Αδέλφια μου!» Είχε από χρόνια εγκατασταθεί στη Μουσούλη, εργαζόταν ως εργολάβος οικοδομών, είχε αποκτήσει οικονομική ευχέρεια, όμως, είχε χάσει την επαφή του με τη γυναίκα του, το γιό του που άφησε στην Κάρπαθο πολύ μικρό, και δεν είχε γνωρίσει την κόρη του που ήταν αγέννητη όταν έφυγε. Καθημερινά ερχόταν ο Καρπάθιος πατριώτης, που όλοι πλέον φωνάζαμε «Πατριωτάρα». Κάθε βράδυ στο ξενοδοχείο έκλαιγε από χαρά που βρισκόταν ανάμεσα σε πατριώτες και από θλίψη, καθώς θυμόταν με πόνο την οικογένεια που είχε αφήσει πίσω του και είχε χάσει κάθε επαφή μαζί τους.

Οι Έλληνες Μηχανικοί του Δοξιάδη, μέσο του Γραφείου Δοξιάδη στην Αθήνα, βρήκε την οικογένειά του, που είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, είχε γεννηθεί και η κόρη του που δεν γνώρισε και αποφασίσαμε όλοι μαζί, να κάνομε τα εισιτήρια στην γυναίκα του και στον τριαντάχρονο γιό του, να έρθουν στη Μουσούλη. Χωρίς να του αποκαλύψομε την έκπληξη που του είχαμε ετοιμάσει,  όλοι οι Έλληνες, τον πήραμε στο Σταθμό του τραίνου και μόνον λίγα λεπτά πριν μπει το τραίνο στην αποβάθρα, του αποκαλύψαμε ποιους περιμέναμε.

Η συγκίνησή του ήταν απερίγραπτη όταν αγκάλιασε τη γυναίκα του και τον λεβέντη γιό του, τον Αργύρη. Έκλαιγε επαναλαμβάνοντας το όνομά του. Η γυναίκα του, δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει, παρέμενε βουβή. Τους πήραμε στο σπίτι μας, για να συνέλθουν από τη συγκίνηση με ένα ποτό. Η φωτογραφία αδιάψευστος μάρτυρας, που δημοσιεύεται ελπίζοντας πως κάποιοι Καρπάθιοι συμπατριώτες τους, ίσως τους αναγνωρίσουν. Μετά από μικρό διάστημα, επέστρεψαν στον Πειραιά, πανευτυχείς, όλοι μαζί.

Οι Έλληνες του Βόρειο Ιράκ, ζήσαμε μία Επανάσταση και δύο Αντεπαναστάσεις, με δεκάδες χιλιάδες θύματα, που η γενναιότητα των Κούρδων, έφερε τη νίκη των Ιρακινών κρατικών στρατευμάτων. Από προσωπική εμπειρία λοιπόν, όσοι ήμασταν στο Βόρειο Ιράκ την περίοδο 1957-1959, γνωρίζομε την μαχητικότητα των αήττητων Κούρδων, τη σημαντικότητα του Βόρειου Ιράκ λόγο πετρελαιοπηγών και ακόμα περισσότερο, πως το Βόρειο Ιράκ και συγκεκριμένα οι πόλεις Μουσούλη, Κιρκούκ, Σουλεϊμανία, Αρμπύλ, δεν κατακτήθηκαν ποτέ από Τούρκους, παρά μόνον το Στράτευμα του Μ. Αλεξάνδρου άφησε μνημεία πολιτισμού στα Άρβυλα – δηλαδή στο Αρμπύλ – που οι Ιρακινοί και οι Κούρδοι λάτρευαν ακόμα και τη δεκαετία του ’50, ως ημίθεο.

Έτσι αγαπούσαν κι εμάς, τους σημερινούς Έλληνες. Και παρόλο τις απαισιόδοξες «Κασσάνδρες», κι εγώ ως Ελληνίδα εργαζόμενη χωρίς αμπάι και φερετζέ, έτυχα όχι απλώς εκτίμησης, αλλά πραγματικής αγάπης και απόλυτου σεβασμού.