Η καλλιέργεια μαργαριταριών από Δωδεκανήσιους στην Αυστραλία

Απόδοση: Θάνος Παππάς από τον Νέο Κόσμο

 

Το 1888, η τότε νεόδμητη πόλη του Μπρουμ, ήταν γεμάτη από Ιάπωνες, Μαλαισιανούς, Φιλιππινέζους, Ινδονήσιους και Κινέζους μετανάστες, οι οποίοι ξεπερνούσαν σε πληθυσμό τους Αβορίγινες και τους Ευρωπαίους κατοίκους.

Ο λόγος ήταν τα πολύτιμα μαργαριτάρια στο εσωτερικών των γιγαντιαίων στρειδιών Pinctada Maxima, τα οποία βρίσκονταν διάσπαρτα μέσα στον ωκεανό. Το Μπρουμ γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μέχρι και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αποκτώντας τη φήμη ενός μέρους που μπορούσε κανείς να βγάλει μια μικρή περιουσία.

Ανάμεσα στους Ασιάτες που εργάζονταν εκεί ήταν και ένας Έλληνας, ο Αθανάσιος Αυγούστης, που έψαχνε για μια καλύτερη ζωή μακριά από την πατρίδα του, το Καστελλόριζο.

Ο Αθανάσιος, που άλλαξε το όνομά του σε Arthur στην Αυστραλία, ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες που εργάστηκε στον κλάδο των μαργαριταριών, σύμφωνα με τον Leonard Janiszewski, ιστορικό και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακουάρι.

Μάλιστα, πολλοί από τους Έλληνες που ήρθαν στην Αυστραλία πριν από τη δεκαετία του 1940, προέρχονταν από το Καστελόριζο, σχηματίζοντας μια μικρή αλλά ενεργή κοινότητα. Ενδεικτικό είναι ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρχαν περίπου 60 Έλληνες που εργάζονταν στο Μπρουμ, είτε ως δύτες είτε επισκευάζοντας σκάφη.

Ο Μεγάλος Πόλεμος ουσιαστικά εκμηδένισε τη ζήτηση μαργαριταριών από την Ευρώπη, με αποτέλεσμα η βιομηχανία να υποστεί μεγάλο πλήγμα.

Παρ' όλα αυτά, το 1919, ένας Έλληνας έμπορος που έφτασε στο βoρειοδυτικό τμήμα της Αυστραλίας, επένδυσε σε ένα σκάφος που έμελλε να ξεκινήσει τη μεγαλύτερη δυναστεία μαργαριταριών στην ιστορία της χώρας.

Ο Θεοδόσης Πασπάλης εγκαταστάθηκε στην πόλη Πίλμπαρα του Port Hedland, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί εμπορικά τα μαργαριτάρια. Μπορεί ο ίδιος να έζησε μόλις πέντε χρόνια αφότου έφτασε στην Αυστραλία, τα τρία παιδιά του, όμως, Μαρία, Μιχάλης και Νικόλας, συνέχισαν να χτίζουν το όνειρό του.

Η Μαρία παντρεύτηκε στο Fremantle, όμως όταν ο σύζυγός της, Χριστόφορος Ντάκας, έχασε τη ζωή του από ηλεκτροπληξία σε κάποιο ατύχημα, αποφάσισε να μετακομίσει στο Μπρουμ, όπου και έγινε μια από τις πρώτες και ελάχιστες γυναίκες της Δυτικής Αυστραλίας, που ασχολήθηκαν με τη βιομηχανία μαργαριταριών. Εκεί έφτιαξε το δικό της στόλο από πέντε σκάφη, ανάμεσα στα οποία και το Kestrel Mannina που κατασκεύασε ο γιος της, Μανώλης, στην παραλία του Μπρουμ.

Η Μαρία Ντάκα ξεχώρισε επαγγελματικά σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο παρά τις αντιλήψεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Leonard Janiszewski, είχε την ικανότητα να επιβάλλεται στα πληρώματα των σκαφών της με τα οποία ερχόταν πολύ συχνά σε σύγκρουση, αποκτώντας τη φήμη μιας ιδιαίτερα σκληρής γυναίκας.

Το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έφερε τον αποκλεισμό των δυτών ιαπωνικής καταγωγής από την Αυστραλία. Αυτό το γεγονός συνέπεσε με την εμφάνιση συνθετικών σφουγγαριών στην Ευρώπη που οδήγησε στην ανεργία αρκετούς Καλύμνιους σφουγγαράδες. Έτσι, αρκετοί δύτες από την Κάλυμνο μετανάστευσαν στο Μπρουμ και το Ντάργουιν, ελπίζοντας να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους στην αλιεία μαργαριταριών.

Όμως οι Έλληνες δύτες δεν ήταν συνηθισμένοι στις μεγάλες και ιδιαίτερα επικίνδυνες παλίρροιες του Βορά. Ένα σοβαρό ατύχημα ήταν ο θάνατος του Χρήστου Κοντογιάννη που έχασε τη ζωή του από ασφυξία όταν το καλώδιο από το οποίο έπαιρνε αέρα, μπλέχτηκε στην προπέλα του πλοίου μέσα στα θολά νερά του Μπρουμ. Η κηδεία του, στην οποία βρέθηκε και η Μαρία Ντάκα, έγινε με ελληνικό άρωμα και μοιρολόγια, παρ' ότι ο άτυχος σφουγγαράς βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του.

Μια ιστορία που απασχόλησε στον Τύπο της εποχής όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, είχε να κάνει με την κλοπή ενός πολύτιμου μαργαριταριού στο Kestrel Mannina, από δύο μέλη του πληρώματος. Μετά την πώληση του μαργαριταριού στο Λονδίνο, η Interpol ακολούθησε τα ίχνη του μέχρι και το Μπρουμ της Αυστραλίας, με τους δράστες να καταλήγουν στη φυλακή.

Η Μαρία Ντάκα, όμως, δεν πήρε απλά το μαργαριτάρι της πίσω, αλλά βρήκε και τον έρωτα στα μάτια ενός αστυνομικού της Interpol τον οποίο και παντρεύτηκε.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, η ευρεία διάδοση του πλαστικού προκάλεσε μεγάλες απώλειες στη βιομηχανία των μαργαριταριών, αναγκάζοντας τη Μαρία Ντάκα να πουλήσει το στόλο της. Παρ' όλα αυτά, ο νεότερος αδελφός της, Νικόλας Πασπάλης, δεν το έβαλε κάτω και κατάφερε να διατηρήσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του μέσω της καλλιέργειας μαργαριταριών με τεχνικές που εισήγαγε από την Ιαπωνία.

Εκείνη την εποχή, η συνεργασία με τους έμπειρους Ιάπωνες τεχνίτες που είχαν το μονοπώλιο στις καλλιέργειες μανιταριών θεωρείτο αναγκαία.

Όμως, ένας ακόμη Ελληνοαυστραλός, ο Denis George, ανακάλυψε σε Βιβλιοθήκη του Σίδνεϊ την ξεχασμένη μελέτη του υδροβιολόγου William Saville-Kent, ο οποίος είχε εξελίξει τεχνικές καλλιέργειας μαργαριταριών στη Δυτική Αυστραλία από τη δεκαετία του 1890.

Ο Denis George αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στην εξέλιξη αυτών των τεχνικών, προσπαθώντας να εδραιώσει μια βιομηχανία πλήρως αυστραλιανής καλλιέργειας μαργαριταριών. Ο πρώτος που έκανε πράξη αυτές τις τεχνικές, εκπαιδεύοντας τους εργάτες του, ήταν ο επίσης Ελληνοαυστραλός Michael Kailis, τη δεκαετία του 1970 στο Μπρουμ.

Σήμερα, τα παιδιά του Νικόλα Πασπάλη κατέχουν το 60% της καλλιέργειας μαργαριταριών στην Αυστραλία, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση που ξεκίνησε ο παππούς τους Θεοδόσης Πασπάλης και η θεία τους Μαρία Ντάκα, διατηρώντας ένα ελληνικό όνομα στην πρώτη γραμμή της βιομηχανίας μαργαριταριών της Αυστραλίας.