«Η Κυρά της Ρω»:  Ένα καντήλι αναμμένο στη μνήμη της ψυχής

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Να λοιπόν που όσο κι αν τα χρόνια περνούν, οι εποχές αλλάζουν και οι άνθρωποι ξεχνούν, υπάρχουν κάποια πράγματα που μένουνε καντήλι αναμμένο στη μνήμη της ψυχής.

Έτσι με πολλή χαρά ανακάλυψα την παράσταση για την «Κυρά της Ρω» στη θεατρική σκηνή της «Σφενδόνης» με τη Φωτεινή Μπαξεβάνη στον ομώνυμο ρόλο και τον Γιάννη  Σκαραγκά να έχει γράψει το υπέροχο κείμενο που με περίσσιο ταλέντο σκηνοθέτησε η Κατερίνα Μπερδέκα.

Από μόνο του το θέατρο «Σφενδόνη» είναι ένας υπέροχα ατμοσφαιρικός χώρος, απόλυτα εναρμονισμένος με τα στενά σοκάκια της Πλάκας και ολόκληρο το ιστορικό τοπίο που το περικλείει.
Λίγο πριν τις 9:00μμ, δεκάδες κόσμου νεαρής κυρίως ηλικίας- και αυτό είναι η έκπληξη- περιμένει να μπει στην κεντρική σκηνή.

Καθόμαστε στις αριθμημένες θέσεις μας, όπου έχοντας κάνει κράτηση από νωρίς, έχω την τύχη να κάθομαι στην πρώτη σειρά.

Η διαμόρφωση της σκηνής δεν είναι η κλασική, αλλά παραθέτει περισσότερο σε μία αίθουσα μεγάλη για κάποια παρουσίαση. Το σκηνικό είναι στημένο ακριβώς μπροστά στους θεατές και η απόσταση που σε χωρίζει από την πρωταγωνίστρια είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
 


Τα φώτα κλείνουν και ο Τάσος Μισιρλής παίρνει θέση με το βιολοντσέλο του. Ξαφνικά ο χώρος γεμίζει γλάρους που φτερουγίζουν και κύματα που χτυπούν χαδιάρικα στους βράχους. Η μαγεία της μουσικής.
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη, βγαίνει στη σκηνή ντυμένη στα μαύρα καμαρωτή και αγέρωχη, απέριττη. Μιλά γλυκά και περιγράφει τα έθιμα του γάμου του Καστελόριζου. 

Αυτό που μένει είναι ότι στο παρελθόν, τότε που δεν υπήρχαν λίστες γάμου, ούτε οι απαιτήσεις κάθε άχρηστου υλικού αγαθού που καλύπτει μόνο την καταναλωτική μας μανία και τα πάντα φρόντιζαν οι συντοπίτες σου, οι γείτονές σου, όλο το νησί. Καθένας έδινε ό,τι μπορούσε και καμία κοπέλα δεν άνοιγε σπίτι μίζερο.

Με τρόπο εντυπωσιακό κυλάει ο μονόλογος και νιώθεις ότι βλέπεις όλα όσα μόνο ακούς, τίποτα δε σου λείπει. Μαθαίνεις την πολύπαθη ιστορία του πιο μακρινού από τα δώδεκα νησιά μας, αυτού του δαντελένιου βράχου, που μοιάζει με μενταγιόν στα τουρκικά παράλια.
Ο συγγραφέας εστιάζει στη δύναμη κάθε γυναίκας να διεκδικήσει τα θέλω και τα πάθη της ανεξάρτητα από το πλαίσιο της κάθε εποχής.

Η Δέσποινα Αχλαδιώτη κατάφερε να παντρευτεί αυτόν που ήθελε, ενάντια στη θέληση των γονιών της και της ευρύτερης οικογένειας της και να πάει μαζί του να ζήσει σε ένα ερημονήσι, τη Ρω.

Δεν την εμπόδισε τίποτα να το τολμήσει και να έρθει αντιμέτωπη με την ανθρώπινη μοναξιά, τα στοιχεία της φύσης, τον κίνδυνο και το βασίλειο της σιωπής.

Ο λόγος είναι εύστοχος και δυνατός, αγγίζει την καρδιά σου και νιώθεις δέος για την ανθρώπινη θέληση.
Σε ξεναγεί με μαεστρία στα σκοτεινά σοκάκια της ψυχής της και είναι έντονη η διάθεση να σε φέρει σε αντιπαράθεση με το τώρα.

Διάσπαρτο είναι το γαλάζιο τ' ουρανού και της θάλασσας, που άλλοτε γίνονται στρώμα για να ονειρευτείς πουπουλένιο και μαργαριταρένιο και άλλοτε πόλεμος που συνταράσσει όλο σου το είναι. Κι ο ουρανός, πότε σε σκεπάζει σαν πέπλο απαλό και προστατεύει τον κάθε πόθο της καρδιάς σου κι άλλοτε σε πλακώνει και δεν σε αφήνει όρθιος να σταθείς.

Η Κυρά μας είχε μάθει να συνδιαλέγεται με τα κύματα, να χαϊδολογιέται με τα άστρα, να κάνει νάζια στο σεληνόφως και ν' απλώνει τη μπουγάδα των σωθικών της στον καυτό ήλιο. Ώσπου μία μέρα αναζήτησε να βρει ένα σκοπό στη ζωή της, όχι για ν' αλλάξει τον κόσμο η για να γίνει ηρωίδα, αλλά για να βαστάξει την ύπαρξή της. Από το 1943- 1983 όπου έφυγε από τη ζωή, η κυρά Δέσποινα ανύψωνε καθημερινά την Ελληνική σημαία και την κατέβαζε με τη δύση του ηλίου.
 


Στη διάρκεια της παράστασης οι αντιπαραθέσεις του χτες με το σήμερα είναι διάχυτες και οι προβληματισμοί πολλοί. Ο συγγραφέας αλληγορικά παραθέτει το θέμα της μετανάστευσης σήμερα, μέσα από την ερωτική σχέση της Κυράς της Ρω με τον Κωστή της, το βοσκό άντρα της. Αν δεν είναι και οι δύο μαζί, δεν θα υπάρξει κάνεις, θα χαθούν.

Αν μία γυναίκα μόνη κατάφερε να σηκώσει τόση θάλασσα και τόσο ουρανό, τόση Ελλάδα, όλοι εμείς που απαρτίζουμε αυτό τον τόπο, που ζούμε βουτηγμένοι στο γαλάζιο του και ρουφάμε αχόρταγα τον χρυσαφένιο ήλιο, που μεθάμε από το υπέροχο κρασί κι ερωτευόμαστε στις μαγεμένες κάτω απ' το φεγγαράκι το λαμπρό, γιατί αδυνατούμε;

Δύο χέρια άντεξαν τη σιωπή, τον πόνο, το κρύο και την καταχνιά με μόνο τους σκοπό να υψώνουμε τη γαλανόλευκη, αυτή που μάθαμε σήμερα στα παιδιά μας να καίνε, να ξεσκίζουν, να μην υπολογίζουν την αξία της. Δεν είναι ένα κομματάκι πανί αυτό Θεέ μου!!! 

Είναι όλοι εμείς του σήμερα, του χθες και του αύριο, είναι όλα τα νιάτα που έφυγαν χωρίς καρπό, χωρίς φιλιά, όλα τα σπίτια που έκλεισαν, για ν' ανοιχτούν σήμερα τα δικά μας, όλα τα δάκρυα που χύθηκαν και έγιναν πέλαγο βαθύ, κι άμμος καυτή που γράψαμε το όνομά της.....θεέ μου....."ωραία" που φύσηξε ο Μπάτης και σβήστηκε η γραφή.

Δεν μπορώ να βρω δικαιολογία για καμία γυναίκα ότι αδυνατεί να σταθεί στα πόδια της, ότι δεν μπορεί να γίνει βράχος και να καταλαγιάσει τα όσα κύματα.
 


"Να ψάχνεις γύρω σου για σημάδια και άλλοτε ο βυθός να μοιάζει με ουρανό και άλλοτε τα σύννεφα με βράχια. Κι εσύ να ξέρεις ότι έχεις έναν άντρα, μερικά ζωντανά και ένα χρώμα που αντί για καρδιά έχει μία γραμμή: όποτε θέλει, χωρίζει το νερό απ' τον αγέρα και όποτε θέλει, σε βάζει στη μέση να βαστάς το ένα από το άλλο".

Ένας άνθρωπος στη σκηνή, μαύρα γυαλιστερά σανίδια που μοιάζουν με βράχια και από κάτω το νερό...... Τι να σου πουν τα σκηνικά όταν ο λόγος δε βαστεί, τι να σου πουν οι περίτεχνοι λόγοι όταν η ερμηνεία υστερεί.....

Το είπα, το λέω και θα το ξαναπώ: θέατρο είναι μόνο ένα σώμα και μία ψυχή που πάλλεται. Να πιάνουν τα χέρια το νερό και να σε κάνουν να πιστέψειςότι είσαι στο πέλαγος, δυο βότσαλα να ενώνονται και όλη η παραλία ν' απλώνεται μπροστά σου.

Έχω την αίσθηση πουλιού που θέλει να πετάξει μακριά, μα στέκει λίγο να χορτάσει το γλυκό ψωμί, το γάργαρο νεράκι.

Θα είμαστε για πάντα μία χώρα μυστηρίων. Κανείς δε θα μπορεί να καταλάβει.

Δε θα μάθουν ότι στη δική μου χώρα με αυτή την έρημη σημαία, ένα πράγμα κάναμε σωστά.
Καταφέραμε να γιορτάσουμε τη ζωή. Και μπορεί να μην είναι αρκετό, αλλά το κάναμε σεμνά. Αλλά και αμετανόητα. Τη γιορτάσαμε σαν τη χρυσοκλωστή που βάζαμε στα λουλούδια για να στολίσουμε ένα φτηνό ύφασμα.

Και το κάναμε με τόση αγάπη που μας περίσσεψε και για νυφικό και για σημαία και για ν' ανοίξουμε πανιά και να χαθούμε.