20 χρόνια από το θάνατο  του Δωδεκανήσιου Πολιτικού Γιάννη Ζίγδη

Γράφει ο   
Κυριάκος Ι. Φίνας

Χθες, 21 Οκτωβρίου 2017, συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τότε που ο συμπατριώτης μας Οικονομολόγος και Πολιτικός, Γιάννης Ζίγδης, έφυγε για το μακρινό ταξίδι το αχερούσιο το στερνό, αφήνοντας παρακαταθήκες πολιτικής συνέπειας και αρετής, η οποία, κατά τον Αθηναίο τραγικό ποιητή Ευριπίδη, ζει και μετά θάνατο.

Στις 25 Οκτωβρίου, ημέρα Σάββατο και ώρα 1 μ.μ. έγινε ο ενταφιασμός με τιμές υπουργού εν ενεργεία. Έγινε, κατόπιν επιθυμίας του, στη Λίνδο, όπου και αναπαύεται. Ανεγέρθηκε ο κατάλληλος τάφος, στην πλάκα του οποίου, πάλι ύστερα από επιθυμία του, χαράχθηκαν τα εξής: “Υπηρέτησε τη Δωδεκάνησο και την Ελλάδα. Πολέμησε από παιδί κάθε τυρρανία”. Εξάλλου το Κοινοτικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγησή μας, ως Πρόεδρος της Κοινότητας Λίνδου, 1995-1998, τιμώντας τη μνήμη του Ανδρός, τον ανεκήρυξε Μεγάλο Ευεργέτη, και έδωκε το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της Λίνδου, που οδηγεί στο μέρος της οικίας που γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ανέθεσε, δε, στον Καθηγητή - Γλύπτη Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τη φιλοτέχνηση της προτομής του, η οποία τοποθετήθηκε σε κατάλληλο σημείο της κεντρικής πλατείας της κωμόπολης.
Επίσης, το σπίτι του στην Αθήνα, που δώρισε  ο Ζίγδης, πωλήθηκε έναντι του ποσού των 220 εκατομμυρίων δραχμών, τον Οκτώβριο του 1998, και με το ποσόν τούτο ανεγέρθηκε σε οικόπεδο που παραχώρησε η Εκκλησία της Λίνδου, κατάλληλο Πνευματικό Κέντρο, που φέρει το όνομά του: Πνευματικό Κέντρο Λίνδου “Ιωάννης Γ. Ζίγδης”.

Τον Γιάννη Ζίγδη γνώρισα από τα πρώτα πολιτικά του βήματα και τον παρακολούθησα σε όλη την πολιτική του πορεία. Και πάντοτε υπήρξε ειλικρινής και ανιδιοτελής η αλληλοεκτίμηση στην επικοινωνία μας.

Το Μάρτιο του 1991, που ανηγγέλθηκε η ίδρυση από τον Ζίγδη η ίδρυση του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου “Κλεόβουλος ο Λίνδιος”, έστειλα στον ιδρυτή του την παρακάτω επιστολή:
“Κύριε Πρόεδρε, με συγκίνηση και υπερηφάνεια σας διαβιβάζω τα θερμά μου συγχαρητήρια τόσο για τη σύλληψη της ιδέας, όσο και την υλοποίησή της, όσον αφορά την ίδρυση του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου “Κλεόβουλος ο Λίνδιος”, με έμβλημα τη ρήση του Λίνδιου Σοφού Ανδρός: “Μέτρον άριστον”.

Η πρωτοβουλία σάς τιμά ιδιαίτερα. Και εάν προς στιγμή θελήσει κανείς, αδικαιολόγητα φυσικά, να “παραβλέψει” τις συνεχείς και δημιουργικές υπηρεσίες μιας ολόκληρης ζωής προς την Ελλάδα και την ιδιαίτερη Πατρίδα τη Δωδεκάνησο, αυτή και μόνη η ενέργειά σας κατατάσσει στη χορεία εκείνη των Μεγάλων Τέκνων των Δώδεκα Νησιών.  Μόνο η δημιουργική φαντασία και ο πληθωρικός σας δυναμισμός μπορούσαν να εμπνευστούν τέτοιο Ίδρυμα. Οι δε σκοποί του, εκτός της αναπτυξιακής και εκπολιτιστικής σημασίας και των όσων άλλων αναγράφονται στην ιδρυτική πράξη, ενέχουν και εθνική σκοπιμότητα. Κυρίως σήμερα με τις ανεδαφικές και απαράδεκτες, αλλά και ανιστόρητες τουρκικές “βλέψεις” στον Αιγαιοπελαγίτικο χώρο. Να είσθε βέβαιος ότι η εποικοδομητική αυτή πράξη σας αποτελεί συνέχεια των κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών σας αγώνων και θα είναι ένας ακόμη κρίκος των Εθνικών σας Υπηρεσιών.
Η εγνωσμένη και αδιαμφισβήτητη πατριωτική σας έξαρση και το Πανελλήνιο κύρος που διαθέτετε, εγγυώνται την πρόοδο και την επίτευξη των σκοπών που τάξατε μαζί με τους εκλεκτούς συνεργάτες σας. Ενώ η διορατικότητά σας σηματοδοτεί αναμφίβολο  τεκμήριο ότι το Ίδρυμα, με απόλυτη βεβαιότητα, θα εξασφαλίσει μακροβιότητα για να διδάσκει και τις μέλλουσες γενεές.
Από Θεού, χρόνια πολλά, δυναμικά και υγιεινά και να αξιώνεσθε σε τέτοιες πρωτοβουλίες, χρήσιμες για το παρόν και απαραίτητες για το μέλλον”.

Ωστόσο, σε κάθε ευκαιρία εκδήλωνα ότι η επί μισό αιώνα, περίπου, προσφορά στα κοινά του Γιάννη Ζίγδη για τη μεταπελευθερωτική ανασυγκρότηση της Δωδεκανήσου και της Ελλάδος γενικότερα, έπρεπε με τον ενδεδειγμένο τρόπο να παραμείνει ως παρακαταθήκη στις μελλοντικές γενιές, ιδιαίτερα των Δωδεκανήσων. Και ότι θα αποτελούσε σοβαρή παράλειψη να περάσει στη λησμονιά η καρποφόρα δραστηριότητά του.

Έτσι, κατά τον Ιούνιο του 1988 του απηύθυνα επιστολή, με την οποία τού επεσήμανα ότι ορισμένα γραπτά του κείμενα και προφορικές του αγορεύσεις αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, Εθνικό κεφάλαιο και αποτελεί ανεπίτρεπτη ιστορική παράλειψη ότι μέχρι σήμερα δεν μερίμνησε ο ίδιος, είτε δεν ανέλαβε με τη συγκατάθεσή του κάποιος Δωδεκανησιακός Οργανισμός, ώστε να τυπωθούν σε μερικούς αυτοτελείς τόμους οι κυριότερες αγορεύσεις του στη Βουλή ή σε διάφορους Οργανισμούς του Εξωτερικού, ως και διάφοροι λόγοι του των τελευταίων δεκαετιών.
Την προαναφερθείσα έκκληση επανέλαβα και στις 14 Αυγούστου του 1994, όταν σε ειδική εκδήλωση στη Λίνδο, το Κοινοτικό Συμβούλιο τον τίμησε με το “Χρυσό Κλειδί” της πόλεως Λίνδου.

Προχωρώντας όμως, περισσότερο συγκεκριμένα, πλέον, υπό την ιδιότητα του αιρετού Προέδρου της πρώην Κοινότητας Λίνδου, εξειδίκευσα την πρότασή μου και στις 9 Φεβρουαρίου του 1996, τού έστειλα την παρακάτω επιστολή:

“Aγαπητέ Πρόεδρε,
“Από καιρό, όπως σας το έχω εκφράσει και πολλές φορές προφορικά, ιδιαίτερα κατά διαστήματα από πέρυσι, αφότου προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως Πρόεδρος της γενέτειράς μας, με απασχολεί το εξής: Η Λίνδος, πέραν από τα άξια τέκνα της που ανέδειξε στην αρχαία εποχή, όπως είναι ο Κλεόβουλος, η Κλεοβουλίνη, ο συγγραφέας Τιμαχίδας γιος του Αγησίτιμου, ο Χάρης, ο Λάχης,  ο Κωνσταντίνος ο Ρόδιος κ.ά, και τους δύο τελευταίους αιώνες, τηρουμένων ορισμένων αναλογιών, έχει να παρουσιάσει ισάξιους συμπατριώτες μας, που την τίμησαν και εδώ και στο εξωτερικό.
Είναι γνωστή, επί του προκειμένου και η αξιόλογη επικερδής επίδοση κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, καθώς και τα πρώτα χρόνια της Ιταλοκρατίας των Λινδίων καραβοκυραίων και εμπορευομένων.
“Χωρίς καμία πρόθεση υπερβολικής παρουσίασης, αποτελεί γενική αναγνώριση και πεποίθηση ότι στο χώρο της Επιστήμης η Λίνδος κατά τη διάρκεια του αιώνα που διανύουμε και στο πρόσωπό σας βρήκε το εκλεκτό τέκνο, που την τιμά ιδιαίτερα. Τόσον ως Οικονομολόγος, όσο και ως Πολιτικός ξεπεράσατε τα δωδεκανησιακά και ελληνικά όρια και με τον πανευρωπαϊκό σας προσανατολισμό πρωταγωνιστείτε και σε θέματα γενικότερου παγκόσμιου ενδιαφέροντος και μάλιστα με βαθείς οραματισμούς και στοχασμούς.
“Επιπλέον, με την προ πενταετίας ίδρυση του Πολιτιστικού Ιδρύματος “Κλεόβουλος ο Λίνδιος”, εξασφαλίσατε ένα ακόμη τίτλο υστεροφημίας.
“Εν επιγνώσει των προαναφερθέντων ως Λίνδιος, θα το θεωρούσα σοβαρή ανεπίτρεπτη ιστορική και δεοντολογική παράλειψη να αφεθεί από την ιδιαίτερη Πατρίδα μας να περάσει στη λησμονιά το κεφάλαιο “Γιάννης Ζίγδης”.
“Εμφορούμενος από τις παραπάνω πεποιθήσεις εισηγήθηκα στο Κοινοτικό Συμβούλιο της 8.2.1996 σχετικά και θα μεριμνήσουμε να εξευρεθεί στη Λίνδο ο κατάλληλος κτιριακός χώρος, όπου θα εκτεθεί οτιδήποτε αφορά τη ζωή και το έργο σας.

“Η εισήγησή μας έγινε ομόφωνα αποδεκτή και προκειμένου να ολοκληρωθεί η σκέψη και η απόφασή μας, θα επιθυμούσα να μάς διευκόλυνετε στη συγκέντρωση του υλικού που σας αφορά, όπως για παράδειγμα: φωτογραφικό υλικό, τιμητικές διακρίσεις, συγγραφικό έργο, αγορεύσεις στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, σε Διεθνείς Οργανισμούς κ.λπ.
“Θέλω να πιστεύω πως θα συγκατατεθείτε  στην πρότασή μου και θα μας παράσχετε κάθε δυνατή αρωγή. Προκειμένου να μην περιπέσει προσφορά μιας ολόκληρης ζωής στη λησμονιά, η οποία “μαραίνει και τα ενδοξότερα έργα. Με κάποια παραλλαγή θα μπορούσα στην προσπάθεια προτροπής να υπογραμμίσω τα όσα ανέφερε στο Γέρο του Μωριά, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο εμπνευσμένος Λόγιος και αδέκαστος Δικαστής της γενιάς του 1821, ο Γεώργιος Τερτσέτης, σε δύο επανειλημμένες αρνήσεις τού πρώτου να τού υπαγορεύσει τα Απομνημονεύματά του, που τελικά, όμως, ο “μπαρουτοκαπνισμένος” αγωνιστής συγκατατέθηκε και σήμερα 167 χρόνια από τότε, αποτελούν ιστορικό σημείο αναφοράς: “Στρατηγέ, οι Έλληνες μοιάζετε τα λαλούμενα, ενώ βγάζουν ωραία φωνή, οι άνθρωποι την αισθάνονται, αλλά αυτά τα ίδια δεν κατέχουν το λάλημά τους. Τι εκάματε; Αν δεν ημπορείς να ιστορήσεις τα έργα σας, ομοιάζουν παιχνίδια τύχης όχι συνειδήσεως έργα και φρονήσεως. Λες, φοβάμαι μην αδικήσω κανέναν. Μικροψυχία.

Ειπέ την αλήθειαν, όπως την ξεύρεις ή, όπως σου φαίνεται. Μη βάνεις συλλογήν αν λαθευθείς, δεν θα πλανέσεις τον κόσμον, η αλήθεια θα φανή. Το μνημονικό σου αν σε αδικήσει εις λεπτομέρειες, ποιός θα σου γράψει αμάρτημα; Λες εγώ γράφω ή άλλος αν θέλεις. Πολλοί έζησαν ανδρείοι, καπετάν Θοδωράκη πριν του Αγαμέμνονος και του Αχιλλέως, αλλά κοίτονται αδάκρυτοι χωρίς θυμίαμα επαίνου εις άχαρη λησμονιά, δεν έντεσαν ιστοριογράφου. Μην εμπιστευθείς εις άλλον από σε τη διήγηση των έργων σου, αφού και καιρό και κοντύλι έχομεν. Φοβού τους τυχοδιώκτες εις τα γράμματα, καθώς τούς φοβήθηκες και εις άλλα πολλά...”.

Στο παραπάνω γράμμα μου, ναι μεν ο Γιάννης Ζίγδης δεν μου απάντησε γραπτά, αλλά από κινήσεις του συμπέρανα πως άρχισε να τον απασχολεί η πρότασή μου. Περίπου δέκα ημέρες από τότε που πήρε το γράμμα μου μού τηλεφώνησε και μού ανέθεσε να πληροφορηθώ την αξία της οικίας που γεννήθηκε και έμενε τα παιδικά του χρόνια στη Λίνδο, η οποία από προίκα είναι ιδιοκτησία τώρα της ανεψιάς του, της Χρυσάνθης Χατζηκωνσταντή, η οποία είναι εγκατεστημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.  Διαβλέποντας το σκοπό που ήθελε να πληροφορηθεί την αξία της οικίας, ανταποκρίθηκα άμεσα και εντός μιας εβδομάδας τον πληροφόρησα ότι η αξία κυμαινόταν τότε στα 70-75 εκατομμύρια δραχμές.

Ως φαίνεται, ο Γιάννης Ζίγδης επικοινώνησε στη συνέχεια με την ανεψιά του, θέλοντας μάλλον να την αγοράσει, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σαν σπίτι που θα φέρει το όνομά του και θα βρίσκονται εκτεθειμένα όλα τα προσωπικά του αντικείμενα - βιβλία - διακρίσεις κ.ά. Δεν βρήκε, όμως, ανταπόκριση από τη συγγενή του, καθόσον δεν ήταν στις προθέσεις της να το πωλήσει. Για την άρνηση πώλησης του σπιτιού από την Χρυσάνθη Χατζηκωνσταντή με ενημέρωσε ο Ζίγδης, χωρίς να επεκταθεί σε τίποτα άλλο επί του προκειμένου.
Έτσι, όπως είχαν, πλέον διαμορφωθεί τα πράγματα, δεν τον ενόχλησα ξανά, αφήνοντας το θέμα στον πανδωμάτορα χρόνο.
Παρά ταύτας, όπως φαίνεται από την εξέλιξη των πραγμάτων, ο Ζίγδης δεν έπαυσε να ασχολείται με το θέμα και είχε εμπεδώσει τα όσα, κατά διαστήματα, τού έγραφα και προφορικά τού ανέπτυσσα.

Στις 18 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, 1996, που μου απηύθυνε την προαναφερόμενη επιστολή μού γνώρισε πως κατάρτισε διαθήκη και ότι “ένα κεφάλαιο αναφέρεται στην Κοινότητα της αγαπητής Λίνδου”, καθώς γράφει και “δε θα ήθελε να γίνει λόγος επί του προκειμένου”. Σεβάστηκα απόλυτα μέχρι την ημέρα του θανάτου του, 21.10.1997, την επιθυμία του και σε κανένα δεν εμπιστεύθηκα το παραμικρό.

Επί ένδεκα μήνες, περίπου, η διαθήκη κρατήθηκε και δύο ημέρες από το θάνατο του Ζίγδη μού το γνώρισε η συμβολαιογράφος τηλεφωνικά. Χωρίς, ωστόσο, να με πληροφορήσει επί του περιεχομένου της.  Η διαθήκη του Γιάννη Ζίγδη δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 21 Νοεμβρίου 1997, ένα μήνα περίπου, από τότε που έπαψε να κτυπά η καρδιά του.
Επικυρωμένο αντίγραφο πήραμε από τη συμβολαιογράφο Α. Νικολάτου - Θεοδωρακάκου στις 9 Ιανουαρίου 1998 και αμέσως αρχίσαμε την υλοποίηση των επιθυμιών του Ζίγδη, που ανέφερε, ότι: “...To ακίνητό μου, οικία μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται επί της οδού Ευριπίδου αρ. 16, στην Πολιτεία της Κηφισιάς - Αττικής, αφήνω στη Λίνδο, προκειμένου η εν λόγω Κοινότητα να το πωλήσει και να χρησιμοποιήσει τα εκ της πωλήσεως χρήματα για την κατασκευή στη γενέτειρά μου (Λίνδο) ενός ανάλογου με την ιστορία της Πνευματικό Κέντρο...”.
Επειδή όμως η δωρεά του Γιάννη Ζίγδη είχε αποδέκτη μονάδα Αυτοδιοίκησης, την Κοινότητα Λίνδου, οι σχετικές διαδικασίες μεταβίβασης κ.λπ ήσαν σχετικά χρονοβόρες. Ωστόσο, τέλος όλα καλά και η δωρεά του Γιάννη Ζίγδη στη γενέτειρά του υλοποιήθηκε με τελειωμένο το συγκρότημα: “Πνευματικό Κέντρο Ιωάννης Γ. Ζίγδης” και αφού εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 2010 παραδόθηκε στους συμπατριώτες του Λινδιακούς, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή των όμορων δημοτικών διαμερισμάτων ένας κατάλληλος πνευματικός χώρος, ένα πολιτιστικό εντευτήριο.
Αιωνία η μνήμη του Λινδιακού Ιωάννη Γ. Ζίγδη.