Λεξιστορείν: Η αλεπού και η αλωπεκία

Ανατρέχοντας στην αρχαία λέξη με την οποία χαρακτηρίζονταν το ζώο, θα βρούμε τον τύπο αλώπηξ ή αλωπός. Λωπός ή λώπη, από το αρχαίο ρήμα λέπω, ήταν το ιμάτιο, το ρούχο οπότε α(στερητικό)+ λώπη= το ζώο που χάνει το «ρούχο» του, το τρίχωμά του τους καλοκαιρινούς μήνες μένοντας σχεδόν γυμνή. Από την ίδια ρίζα και η αλωπεκία, η πάθηση εξαιτίας της οποίας χάνεται ολικά ή μερικά το τριχωτό της κεφαλής.