Ελεύθερος με όρους αφέθηκε χθες οδηγός ταξί για μεταφορά μεταναστών

Ελεύθερος με το περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα αφέθηκε χθες μετά την απολογία του ο 45χρονος επαγγελματίας οδηγός που κατηγορείται για παράνομη μεταφορά μεταναστών εντός της ελληνικής επικράτειας κατά συρροή και εκ κερδοσκοπίας.

Ο οδηγός ταξί συνοδευόμενος από τους συνηγόρους του κ.κ. Ασημένη Βεργή και Γιώργο Κυπραίο προσήχθη χθες ενώπιον της ανακρίτριας Ρόδου όπου και απολογήθηκε αρνούμενος τα όσα του καταλογίζονται.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες ο 45χρονος είπε μεταξύ άλλων πως όλα ξεκίνησαν περίπου στη μία τα ξημερώματα στις 22 Οκτωβρίου 2017 όταν διερχόμενος από στάση στην περιοχή της Ψαροπούλας του έκαναν νόημα δύο γυναίκες να σταματήσει. Εκείνες μπήκαν μέσα και του ζήτησαν να τις μεταφέρει σε ενοικιαζόμενα δωμάτια στην Κρεμαστή. Στη διαδρομή η μία εξ αυτών του έδωσε το τηλέφωνο της να μιλήσει με τον σύζυγό της στα αγγλικά καθώς οι ίδιες δεν μπορούσαν να μιλήσουν επαρκώς.

Ο άνδρας αυτός μίσθωσε το ταξί του 45χρονου προκειμένου να μεταφέρει κάποια μέλη της οικογένειας του από τα προαναφερόμενα διαμερίσματα στο κέντρο της Ρόδου. Επίσης ρώτησε τον 45χρονο αν θα μπορούσε να ενημερώσει και κάποιον συνάδελφο του γιατί ήταν αναγκαία περισσότερα από ένα αυτοκίνητο. Αφού του απάντησε ο 45χρονος ότι το ταξί του δεν διαθέτει ασύρματο σύστημα συνομιλίας, ενημερώθηκε για το κόστος και του ζήτησε να πραγματοποιήσει περισσότερες από μια διαδρομές.

Πράγματι ο 45χρονος έκανε τρεις διαδρομές από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα οποία βρίσκονται σε κεντρικότατο σημείο επί της οδού και μετέφερε τους αλλοδαπούς στην περιοχή της Ακαδημίας, αφήνοντας τους και πάλι σε κεντρικό σημείο, ενώ για τις μεταφορές αυτές έλαβε όσα προβλέπονται νόμιμα.

Ο 45χρονος επεσήμανε επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γνωρίζει ή να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για παράνομους πρόσφυγες, αντίθετα νόμιζε ότι ήταν νόμιμοι αφού αρκετοί διαμένουν στο νησί μας και κινούνται με ταξί.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ο 45χρονος με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα και ανακρίτριας αφέθηκε ελεύθερος με το περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.

Οι συλλήψεις
Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν από την αστυνομία, όλα ξεκίνησαν όταν στο πλαίσιο συλλογής, ανάλυσης και αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης εξακριβώθηκε ότι, ο Αλβανός έχοντας ενοικιάσει τρία διαμερίσματα πολυκατοικίας στην πόλη της Ρόδου προέβη την 21.10.2017 στην υπενοικίαση δυο εξ αυτών στον 66χρονο Σύριο κατηγορούμενο με απώτερο σκοπό την παράνομη φιλοξενία μη νόμιμων μεταναστών που θα εισέρχονταν τις επόμενες ημέρες στην χώρα μας.

Ακολούθως, οι δυο κατηγορούμενες πρώτες πρωινές  στις  22.10.2017 με τη βοήθεια και επ’ αμοιβή του 45χρονου ημεδαπού παρέλαβαν από την Κρεμαστή Ρόδου και μετέφεραν στα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα 10 υπηκόους Συρίας, που είχαν μόλις αποβιβαστεί παράνομα σε παραλιακή περιοχή, προκειμένου να  αποφευχθεί ο εντοπισμός τους από τις διωκτικές αρχές.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, ο οποίος και άσκησε ποινικές διώξεις σε βαθμό πλημμελήματος για διευκόλυνση διακίνησης μεταναστών κατά συρροή σε βάρος των τεσσάρων αλλοδαπών και τους παρέπεμψε στο αυτόφωρο, και σε βαθμό κακουργήματος για παράνομη μεταφορά μεταναστών εντός της ελληνικής επικράτειας κατά συρροή και εκ κερδοσκοπίας για τον 45χρονο επαγγελματία οδηγό στέλνοντας τον στην ανάκριση.

Σε ότι αφορά τους παράτυπους μετανάστες εφαρμόστηκε η διοικητική διαδικασία.
Στις 23 Οκτωβρίου 2017 το μεσημέρι ο Αλβανός και οι τρεις Σύριοι κάθισαν στο εδώλιο του Τριμελούς Αυτόφωρου Πλημμελειοδικείου Ρόδου όπου και κρίθηκαν ένοχοι.

Συγκεκριμένα το δικαστήριο επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 8 ετών και συνολικό χρηματικό πρόστιμο 36.000 ευρώ στον αλλοδαπό Αλβανικής καταγωγής στον οποίο δεν αναγνώρισε κάποιο ελαφρυντικό, ενώ αποφάσισε η έφεση του να έχει αναστέλλουσα δύναμη.

Ένοχοι με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτιών, κρίθηκαν και οι τρεις Σύριοι στους οποίους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών για κάθε παράνομο αλλοδαπό, δηλαδή συνολική ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 15 ημερών με τριετή αναστολή και  με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη.