Η συμβολή της Αποταμίευσης στην Εθνική Οικονομία

Γράφει ο
Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος


Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της Αποταμίευσης που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 31 Οκτωβρίου, σε ανάμνηση της ίδρυσης, κατά  την ημερομηνία αυτή, του Διεθνούς  Ινστιτούτου Ταμιευτηρίων στο Μιλάνο, δημοσιεύεται το άρθρο μου αυτό, ακολουθώντας  το μήνυμα που εκπέμπεται, ότι δηλαδή «Η Αποταμίευση συμβάλλει στο ατομικό και γενικό καλό».

Εξαρχής, οφείλω να διευκρινίσω, ότι αποτελεί ίσως προσβολή προς την πλειοψηφία των  Ελλήνων πολιτών να αρθρογραφεί κάποιος, εν μέσω οικονομικής κρίσης,  για τα αγαθά της Αποταμίευσης, όταν γνωρίζουμε ότι το 25% περίπου των συμπολιτών μας  διαβιεί κάτω από το όριο της φτώχειας, η δε μεσαία τάξη στην οποία βασίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες η Οικονομία μας έχει πλήρως αποδεκατισθεί, κατέχοντας μηδενικό σχεδόν διαθέσιμο εισόδημα.

Ωστόσο, αν αναλογισθούμε ότι την τελευταία οχταετία βιώνουμε την 7η κατά σειρά πτώχευση από  συστάσεως του Ελληνικού Κράτους, προσπαθούμε να ελπίζουμε ότι θα επανέλθει η ανάκαμψη της Οικονομίας, αλλά σίγουρα «μεταλλαγμένη»  και όχι ακριβώς όπως τη βιώσαμε στο παρελθόν, δίνοντας προφανώς οι ιθύνοντες  προτεραιότητα σε νέο παραγωγικό μοντέλο, με έμφαση στο Κεφάλαιο και όχι στην Εργασία, δηλαδή στην Οικονομία εντάσεως κεφαλαίου και όχι στην Οικονομία εντάσεως εργασίας, όπως λένε οι οικονομολόγοι. Άλλωστε, η Οικονομία ως λειτουργία, σε οποιαδήποτε χώρα, δεν αποτελεί στατικό φαινόμενο αλλά έχει τη δυναμική της, την οποία αναδεικνύει σε κάποια χρονική περίοδο, συνήθως μετά από οικονομικές κρίσεις.

Η αύξηση της Εθνικής Αποταμίευσης (ιδιωτικής και δημόσιας) αποτελεί σε μια χώρα ένα σημαντικότατο παράγοντα της οικονομικής της ανάπτυξης, γιατί συνδέεται άμεσα με την αύξηση της επενδυτικής της δραστηριότητας. Αντίθετα, η μείωση της αποταμίευσης αποθαρρύνει την εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα και δημιουργεί σε μια χώρα τις προϋποθέσεις εκείνες για μεγαλύτερες ανάγκες εισροής ξένου κεφαλαίου.

Επομένως, η αύξησης της Εθνικής Αποταμίευσης αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος σε μία χώρα, αφού συμβάλλει στην άντληση εγχώριων επενδυτικών κεφαλαίων και, κατά συνέπεια, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, με κύριο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζόμενων.

Στη χώρα μας, η μέση ροπή της αποταμίευσης της τελευταίας δεκαετίας έχει μειωθεί σημαντικά, μετά τη ραγδαία αύξηση που είχε σημειώσει κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια, η εθνική αποταμίευση στα χώρα μας είναι η μικρότερη από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης. 

Με τον όρο Ιδιωτική Αποταμίευση εννοούμε την ποσότητα του εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση της κατανάλωσης και των φόρων. 
Η Δημόσια Αποταμίευση  προέρχεται  από   τα έσοδα των φόρων  τα οποία  απομένουν στο κράτος μετά την πληρωμή των δημοσίων δαπανών.

Επομένως, η Εθνική Αποταμίευση  αποτελείται από το άθροισμα της ιδιωτικής αποταμίευσης, δηλαδή από  το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, καθώς  και της δημόσιας αποταμίευσης, δηλαδή από το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους. Κατά συνέπεια, το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους, σε άλλες περιόδους μπορεί να είναι θετικό και σε άλλες αρνητικό. Από το γεγονός αυτό, εξαρτάται και η ύπαρξη δημοσιονομικού πλεονάσματος ή δημοσιονομικού ελλείματος στον  Προϋπολογισμό.   Με    διαφορετική διατύπωση και  με  οικονομικούς όρους, η Εθνική Αποταμίευση είναι το εισόδημα  μιας χώρας μετά την αφαίρεση της ιδιωτικής και της  κρατικής κατανάλωσης.

Στο εβδομαδιαίο τεύχος της Eurobank  (τέλος Σεπτεμβρίου 2014) στην ανάλυση που δημοσιεύθηκε, επισημαινόταν πως η ελληνική οικονομία είχε το μικρότερο ποσοστό ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευση - πράγμα που ισχύει και σήμερα - ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης, όπου o μέσος όρος 2000-2013 ήταν  στο 10% έναντι 22% των χωρών της Ευρωζώνης (σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 8 και 8,5%).  

Με δεδομένο  το νούμερο αυτό  και με δεδομένο ότι η υψηλού ρυθμού χρηματοδότηση των επενδύσεων, που ήταν την περίοδο εκείνη της τάξεως του 21%, η ελληνική οικονομία  μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μόνο με τη δημιουργία εμπορικών ελλειμμάτων της τάξεως του 11%, δηλαδή του 21%-10%.

Συνεπώς, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank,  «γίνεται αντιληπτό ότι, για να στηριχθεί το νέο υπόδειγμα οικονομικής μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας στις επενδύσεις (αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων) και στην εξωστρέφεια (αποφυγή μελλοντικών εμπορικών ελλειμμάτων, αύξηση της ανταγωνιστικότητας), θα πρέπει αναγκαστικά να αυξηθεί το εγχώριο ποσοστό αποταμίευσης. Αυτό μπορεί να συμβεί με δύο τρόπους: Με τη μεταφορά παραγωγικών πόρων από τις καταναλωτικές προς τις επενδυτικές χρήσεις και με την επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων ή τουλάχιστον, την αποφυγή δημοσιονομικών ελλειμμάτων». 

Η Αποταμίευση επηρεάζει έμμεσα και το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας. Όπως είναι γνωστό, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών είναι ο σημαντικότερος ίσως γενικός λογαριασμός, ο οποίος τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και στον οποίο καταγράφονται όλες οι οικονομικές συναλλαγές της χώρας μας  με τις υπόλοιπες χώρες του εξωτερικού, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως μέσα  σε ένα χρόνο. Δηλαδή, στον  λογαριασμό  αυτόν  καταγράφονται αναλυτικά όλες οι εισπράξεις και οι πληρωμές κεφαλαίων σε συνάλλαγμα.

Όταν μία χώρα παρουσιάζει πλεόνασμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, αυτό σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις της χώρας αυτής υπερβαίνουν τις επενδύσεις και επομένως η χώρα αυτή αγοράζει περιουσιακά στοιχεία – υλικά ή άυλα – από άλλες χώρες, όπως π.χ. χρεόγραφα και διάφορους άλλους τίτλους, ενώ παράλληλα χορηγεί δάνεια δια μέσου της αγοράς ομολόγων. Δηλαδή, η χώρα αυτή στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα εμφανίζεται ως πιστωτής.

Αντίθετα, όταν μία χώρα παρουσιάζει έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών  -όπως ακριβώς  συμβαίνει στη χώρα μας επί σειρά ετών  - αυτό σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις  υπολείπονται των επενδύσεων και επομένως η χώρα μας αναγκάζεται να πουλάει περιουσιακά στοιχεία σε άλλες χώρες και παράλληλα να λαμβάνει δάνεια, εκδίδοντας τίτλους, συνήθως ομόλογα, είτε κρατικών είτε ιδιωτικών επιχειρήσεων και οργανισμών.

Δηλαδή, ένα μέρος των επενδύσεων (οι επιπλέον, ώστε οι αποταμιεύσεις να ισούνται με τις επενδύσεις) της χώρας μας χρηματοδοτείται μέσω του εξωτερικού δανεισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στο Εμπορικό μας Ισοζύγιο.  Επομένως, η χώρα μας, στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα εμφανίζεται ως χρεώστης (οφειλέτης).

 Κατά συνέπεια, όταν η Αποταμίευση (Εθνική) υπολείπεται της Επένδυσης (Εγχώριας Επενδυτικής Δαπάνης), τότε ένα μέρος της επένδυσης χρηματοδοτείται μέσω του εξωτερικού δανεισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας (το εμπορικό ισοζύγιο περιλαμβάνει τις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και συμπεριλαμβάνεται στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών).  

Δηλαδή, εδώ, ο εξωτερικός δανεισμός αναλαμβάνει  να καλύψει την αρνητική διαφορά Αποταμιεύσεων – Επενδύσεων. Για αυτό, τα ελλείμματα στην εθνική αποταμίευση που συνδέονται με τα ελλείμματα στο εμπορικό Ισοζύγιο ονομάζονται δίδυμα ελλείμματα.

Επομένως, «το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών εξορισμού αντανακλά την υστέρηση της Εθνικής Αποταμίευσης έναντι της Εγχώριας Επενδυτικής Δαπάνης, η οποία  «εκ ταυτότητας» ισοδυναμεί  με την υστέρηση της Συνολικής Εγχώριας Παραγωγής έναντι της Συνολικής Ζήτησης και Δαπάνης. Αυτή η παραγωγική ανεπάρκεια οφείλεται στις μεγάλες και επί σειρά ετών συσσωρευμένες απώλειες της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στην ελληνική οικονομία». (Έκθεση Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2009-20010).

Το παραπάνω, αν διατυπωθεί  απλοϊκά, σημαίνει ότι το Έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών στη χώρα μας - που ήταν μονίμως αρνητικό από το 1948  και μόνο το έτος 2013 παρουσίασε πλεόνασμα -  οφείλεται στην έλλειψη (υστέρηση) της Εθνικής Αποταμίευσης έναντι των  Εγχώριων Επενδύσεων, η οποία έλλειψη (υστέρηση ) της Αποταμίευσης, με τη σειρά της, οδήγησε  στην υστέρηση (έλλειψη) της Παραγωγής έναντι της Κατανάλωσης,  δηλαδή, ως λαός αναγκαζόμαστε να καλύπτουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες  με ξένους πόρους και με  αθρόες εισαγωγές  προϊόντων και, όπως είναι αυτονόητο,   αναγκαζόμαστε να καταναλώνουμε περισσότερα αγαθά από όσα παράγουμε – και αυτό βέβαια οφείλεται στην έλλειψη Ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Συμπερασματικά, όταν υπάρχει έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, αυτό εκφράζει τη διαφορά μεταξύ Εθνικών Αποταμιεύσεων και Εθνικών Επενδύσεων, η οποία , όπως προαναφέραμε, καλύπτεται κυρίως με εξωτερικό δανεισμό. 
Το βασικό σημείο-κλειδί που πρέπει ίσως να γνωρίζουμε είναι, ότι υπάρχει ταυτότητα μεταξύ των Αποταμιεύσεων-Επενδύσεων και επομένως, ότι οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις είναι πάντοτε ίσες.  Στην Οικονομία, όταν αναφερόμαστε στην Αποταμίευση, εννοούμε σε γενικές γραμμές - με κάποιες επί μέρους εξαιρέσεις -, τις Καταθέσεις Ιδιωτών και Δημοσίου που περιλαμβάνονται στο Τραπεζικό Σύστημα, μέσω των οποίων χρηματοδοτούνται οι Επενδύσεις.  

Θα έπρεπε, ίσως, στο σημείο αυτό να διευκρινισθεί, ότι το μεγαλύτερο μέρος  των αποταμιευτικών πόρων στη χώρα μας τις προηγούμενες τρείς δεκαετίες, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως «χρυσές» εποχές, στράφηκε σε υπερβολικό ποσοστό προς την οικοδομική δραστηριότητα και κυρίως προς την κατοικία – που, όμως, η οικονομική επιστήμη τις κατατάσσει στα καταναλωτικά προϊόντα - και όχι σε εξωστρεφείς και κυρίως, σε  παραγωγικές επενδυτικές δραστηριότητες.

Από την παραπάνω συνοπτική ανάλυση, διαπιστώνουμε το  μέγεθος της χρησιμότητας της Εθνικής  Αποταμίευσης, καθώς και το ρόλο που διαδραμάτισε, θετικό ή αρνητικό,  στη μέχρι σήμερα πορεία της Εθνικής μας Οικονομίας. Ωστόσο, αξίζει ακόμη να αναφερθούν και τα  έως σήμερα οφέλη της Αποταμίευσης, σε ατομικό επίπεδο  και σε επίπεδο νοικοκυριών, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας τις ημέρες αυτές της οικονομικής  κρίσης, όπου το εισόδημά τους συρρικνώθηκε υπερβολικά, ξοδεύει από τα «έτοιμα», δηλαδή από τις αποταμιεύσεις των προηγούμενων χρόνων.

Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η Αποταμίευση, ως αγαθό, δεν ωφελεί  μόνο εκείνο το άτομο που αποταμιεύει, αλλά, όπως προαναφέραμε, ωφελεί και το κοινωνικό σύνολο,  αφού συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας, δηλαδή στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ),   και κατά συνέπεια, στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.