Σαν σήμερα το 1929 η... χαριστική βολή του Πατριάρχη Φώτιου Β' στο Αυτοκέφαλο της Δωδεκανήσου

Σαν σήμερα το 1929, ο πατριάρχης Φώτιος Β΄ δίνει την χαριστική βολή γιά να ναυαγήσει το Αυτοκέφαλο τής Δωδεκανήσου.

Πραγματικά, λίγες μέρες ύστερα από την εκλογή του, τον επισκέφτηκε ο αντιπρόσωπος τής ιταλικής κυβερνήσεως Pietro Mancuso, ζητώντας του να υπογράψει το Πρωτόκολλο γιά το Αυτοκέφαλο και τον Συνοδικό Τόμο τής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Δωδεκανήσου. Το Πρωτόκολλο αποτελούνταν από 6 άρθρα, ενώ ο Συνοδικός Τόμος από 8 άρθρα τα οποία ήταν ήδη έτοιμα.

Ο νέος Πατριάρχης δήλωσε ότι είναι μεν ήταν πρόθυμος να υπογράψει, μή έχοντας όμως την γνώμη τού Δωδεκανησιακού λαού και προκειμένου να είναι έγκυρη η απόφαση, θα έπρεπε, κατά την γνώμη του, να διενεργηθεί ένα δημοψήφισμα στα Δωδεκάνησα, προκειμένου το ορθόδοξο ποίμνιο να εκφράσει την θέλησή του σχετικά με το Αυτοκέφαλο.

Ύστερα απ’ αυτά, η ιταλική διοίκηση απέσυρε τον αντιπρόσωπό της και σταμάτησε το ζήτημα εκεί.

Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι και του άρθρο του Δικηγόρου και Συγγραφέα κ. Εμμανουήλ Δ. Παπαϊωάννου με τίτλο "Το κρίσιμο ζήτημα του Αυτοκέφαλου και η εθνική δράση των κληρικών":

Όταν η Ιταλία κατέλαβε την Ρόδο, Μητροπολίτης ήταν ο Βενιαμίν, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης (1936-1945), ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την Ρόδο γιατί παρεξηγήθηκε γιά ταλοφιλία, και μετατέθηκε σε άλλη Μητρόπολη.

Τον διαδέχθηκε ο Απόστολος Τρύφωνος, Αρχιγραμματέας τής I. Συνόδου τού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γιά την ενίσχυση τής Ελληνικής Αντιπροσωπείας κατά την συζήτηση τού Δωδεκανησιακού ζητήματος στην διάσκεψη τής Ειρήνης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οργανώθηκαν κατά το Πάσχα τού 1919 (7 Απριλίου 1919) συλλαλητήρια στην Ρόδο και σε όλη την Δωδεκάνησο.

Στα συλλαλητήρια αυτά, τα οποία τελούσαν υπό την αιγίδα των κατά τόπους εκκλησιαστικών αρχηγών, εγκρίθηκαν ψηφίσματα με τα οποία ο Δωδεκανησιακός Λαός ζητούσε την ένωσή του με την Μητέρα Πατρίδα. Τα συλλαλητήρια εκείνα είχαν δραματική έκβαση στο Παραδείσι (τότε Βιλλανόβα) όπου εφονεύθησαν με λογχισμό ο Παπά Λουκάς και η Ανθούλα Ζερβού.

Με την συμφωνία Βενιζέλου – Τιττόνι (1919), η Ιταλία ανελάμβανε την υποχρέωση να παραχωρήσει την Δωδεκάνησο στην Ελλάδα, εκτός από την Ρόδο, στην οποία θα διεξαγόταν δημοψήφισμα, ύστερα από μερικά χρόνια. Μέχρι την εποχή εκείνη δεν είχε δημιουργηθεί εκκλησιαστικό ζήτημα, και ειδικότερα ζήτημα ανεξαρτητοποίησης τής Εκκλησίας τής Δωδεκανήσου.

Η μόνη ανάμιξη τής Ιταλικής κυβερνήσεως στα εκκλησιαστικά κατά την πρώτη δεκαετία τής κατοχής (1912-1922), ήταν η εξορία των Μητροπολιτών Ρόδου Αποστόλου και Καρπάθου – Κάσου Γερμανού, γιά την εθνική τους δράση. Επέστρεψαν όμως από την εξορία, πειθήνια όργανα, «ιματισμένοι και σωφρονούντες».

Θέμα αυτοκεφαλοποίησης

Γιά πρώτη φορά γίνεται λόγος γιά αυτοκεφαλοποίηση τής Εκκλησίας τής Δωδεκανήσου μετά την Μικρασιατική καταστροφή (Αύγουστος 1922). Το ζήτημα έθεσε πρώτος ο τότε Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου κόμης Αλένανδρος Ντε Μποσδάρι, ο οποίος γιά να εξασφαλίσει την εύνοια τής φασιστικής κυβερνήσεως, η οποία είχε σχηματισθεί από τον Μουσολίνι στις 28 Οκτωβρίου 1922 και να παραμείνει στην θέση του, έστειλε μία μακροσκελή επιστολή: «Στον πρόεδρο τού υπουργικού συμβουλίου και υπουργό των Εξωτερικών Μουσολίνι» χρον. 6 Νοεμβρίου 1922.

Ο Ντε Μποσδάρι, μισέλλην, είχε υπηρετήσει στην Αθήνα ως πρεσβευτής της Ιταλίας κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε εκδηλώσει με κάθε τρόπο τα ανθελληνικά του αισθήματα. Αυτό το προσόν εβάρυνε, πιθανότατα, γιά να τοποθετηθεί κυβερνήτης Δωδεκανήσου, σε μία κρίσιμη καμπή τού εθνικού μας ζητήματος.

Στην παραπάνω επιστολή του, εκτός άλλων, γράφει: «Μόλις έφθασα εδώ άρχισα να μελετώ ψύχραιμα και αντικειμενικά τα δύο πολιτικά προβλήματα που μου είχε θέσει ο κόμης Σφόρτσα. Η συμφωνία Μπονίν – Βενιζέλου μού φάνηκε ευθύς εξ αρχής παράλογη και ανεφάρμοστη. Γιατί να χαρίσουμε στην Ελλάδα, χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, τόσα νησιά, μερικά από τα οποία όχι χωρίς αξία;

Γιατί να εξαρτήσουμε την κατοχή μας στην Ρόδο από ένα δημοψήφισμα που ασφαλώς έμελλε να αποβεί σε βάρος μας; Γιατί να κρατούμε την εκκλησία τής Ρόδου υποτελή στην εξουσία τού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που δεν ημπορεί και νομικά και πραγματικά να την ασκήσει παρά επί Ορθοδόξων που ανήκουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία».

Στόχοι

Η αποκοπή τής διοικητικής εξάρτησης της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρουσιάστηκε εντονότερη μετά την υπογραφή τής Συνθήκης τής Λωζάνης, στις 24 Ιουλίου 1923, η οποία επικυρώθηκε στις 6 Αυγούστου 1924 και την ανάληψη των καθηκόντων του 31/10/2017 ως κυβερνήτη τής Δωδεκανήσου, τού Μάριο Λάγκο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω Συνθήκη, η Τουρκία παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της στην Δωδεκάνησο, υπέρ τής Ιταλίας. Αφού λοιπόν η Ιταλία εσταθεροποίησε πολιτικά την θέση της στα νησιά μας, απέβλεψε στον αφελληνισμό τους. Ως πρόσφορο μέσο γιά τον σκοπό αυτόν, έκρινε την ανεξαρτητοποίηση τής Εκκλησίας γιά να γίνει πιό ευάλωτη στον εκκαθολικισμό.

Ο σκοπός αυτός θα επιτυγχανόταν με το Αυτοκέφαλο. Αυτό είναι ένα από τα ζητήματα στο οποίο είχε επικεντρωθεί το ενδιαφέρον τής ιταλικής κυβερνήσεως, τού Δωδεκανησιακού λαού, τού Οικουμενικού Πατριαρχείου και τής ελληνικής κυβερνήσεως, μετά την Συνθήκη τής Λωζάνης. Γύρω από το ζήτημα αυτό έγιναν πολλές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις σε ανώτερα κλιμάκια, εκκλησιαστικά και κυβερνητικά, ασχολήθηκε με αυτό ο Τύπος και οι Δωδεκανησιακές Οργανώσεις των Αθηνών και τού εξωτερικού.

Στο αντεθνικό αυτό πρόγραμμα η ιταλική κυβέρνηση, ατυχώς βρήκε πρόθυμο συμπαραστάτη τον Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος, ο οποίος γιά να επιτύχει την επιστροφή του από την εξορία, προσέφερε στον κατακτητή «γην και ύδωρ». Αυτό προκύπτει από τις ιδιόγραφες επιστολές του από την Κωνσταντινούπολη προς τον κυβερνήτη Μάριο Λάγκο (1923-1924).

Οι επιστολές αυτές βρέθηκαν στον φάκελο τής ιταλικής διοικήσεως με την επικεφαλίδα «Governo delle isole italiane dell egeo». Στην επιστολή του τής 29 Μαρτίου 1924, γράφει: «Το επ’ εμοί προτιμώ πάντοτε την Ρόδον, όχι μόνον διά το κλίμα και τας γνωριμίας μου, αλλά κυρίως διότι έχω και εγώ ως αρχιερεύς την ευγενή φιλοδοξίαν να γίνω αρχηγός ανεξαρτήτου ορθοδόξου εκκλησίας και να εργασθώ ανεπηρεάστως ως πρόεδρος ιδικής μου συνόδου». Στην επιστολή του τής 28 Απριλίου 1924, όπως και σε άλλες επιστολές, ζητεί από τον Λάγκο οι απαντήσεις του να στέλνονται στην Κωνσταντινούπολη διά τής ιταλικής πρεσβείας πάντοτε απ’ ευθείας και όχι διά τού Πατριαρχείου.

Ύστερα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, το Πατριαρχείο αποφάσισε να εκχωρήσει το Αυτοκέφαλο. Πριν όμως υπογράφει ο τόμος τού Αυτοκεφάλου, ο Πατριάρχης Βασίλειος ο Γ’ απεβίωσε, τον Σεπτέμβριο 1929, και τον διαδέχθηκε ο Φώτιος ο Β’, τον Οκτώβριο 1929. Ο νέος Πατριάρχης, για να υπογράψει τον τόμο, και ύστερα από συνεννόηση με την κυβέρνηση Βενιζέλου, έθεσε στον Ιταλό αντιπρόσωπο Πέτρο Μαγκούζο, τον όρο, να ζητηθεί η γνώμη του Δωδεκανησιακού λαού, με δημοψήφισμα. Βέβαια η φασιστική ιταλική κυβέρνηση δεν ήτο δυνατόν να δεχθεί την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, το οποίο θα απέβαινε εις βάρος τού Αυτοκεφάλου και το ζήτημα εθεωρήθη λήξαν.

Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1934, με πρωτοβουλία τού Μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος, οι Εκκλησιαστικοί Αρχηγοί των Μητροπόλεων Δωδεκανήσου, αφού υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους στο Πατριαρχείο, μετέβησαν στην Ιερά Μονή τού Πανορμίτη Σύμης, αφού εμερίμνησαν να εξαπολύσουν στα χωριά όργανά τους τα οποία ζητούσαν από τους Κοινοτάρχες και τους ιερείς να υπογράψουν δηλώσεις με τις οποίες ζητούσαν την επιστροφή των Μητροπολιτών στις έδρες τους. Οι υπογραφές αυτές, κατά τούς Μητροπολίτες, θα επείχαν θέση δημοψηφίσματος και ύστερα από αυτό, θα ανεκήρυτταν το Αυτοκέφαλο πραξικοπηματικά.

Ο λαός μας, όμως, ο οποίος διέγνωσε τον προορισμό των υπογραφών, αρνήθηκε να υπογράψει και έτσι η σκηνοθεσία εματαιώθη.

Με την ανάληψη τής Διοικήσεως τής Δωδεκανήσου από τον Ντε Βέκκι, τον Δεκέμβριο 1936, ο οποίος ήταν ένας από τούς Τετράρχες τού Φασιμού και στην συνέχεια την κήρυξη τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ενδιαφέρον γιά το ζήτημα τού Αυτοκεφάλου, ατόνησε και το εκκλησιαστικό καθεστώς τής Δωδεκανήσου έμεινε αμετάβλητο.

Το 1940 απεβίωσε ο Μητροπολίτης Καρπάθου – Κάσου Γερμανός, χωρίς να τοποθετηθεί διάδοχός του και μετά την απελευθέρωση, τον Ιούνιο 1946, παρητήθησαν οι Μητροπολίτες Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος και Καλύμνου – Λέρου και Αστυπαλαίας Απόστολος Καβακόπουλος.

Πηγές: Η έντυπη έκδοση του 7 Ημέρες, ένθετο της Εφημερίδος Καθημερινή, 30 Νοεμβρίου 1997,
www.e-istoria.com / ellinoistorin.gr

Επιμέλεια κειμένου και εικόνας: Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο