Αυτό το έργο είναι μία...  καρμική  συνάντηση

Μία από τις μεγαλύτερες σφαγές της ελληνικής ιστορίας, η σφαγή του Διστόμου, ζωντανεύει στο δημοτικό θέατρο της Ρόδου σήμερα το βράδυ, από τη θεατρική ομάδα «ΠΡΑΞΙΣ».

Το έργο έγραψε και σκηνοθέτησε ο Γιώργος Ηλιόπουλος, που έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με τα μέλη της ομάδας, και ο οποίος σε μία εκ βαθέων συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ροδιακή» εξηγεί γιατί επέλεξε αυτό το θέμα στη νέα του δουλειά.

Οι παραστάσεις θα συνεχιστούν μέχρι και τις 9 του μήνα, και όπως λέει και ο ίδιος τον συγκλόνισε «η ζωή που τόσο άδικα, τόσο ξαφνικά και τόσο άγρια χάθηκε, γι’ αυτό υποχρέωση μας είναι, να τη σεβόμαστε, να την τιμούμε, να την δοξάζουμε και να την απολαμβάνουμε...»

Κυρίως όμως ο Γιώργος Ηλιόπουλος θέλει να ταράξει με το έργο του τα ήρεμα νερά της…«βολεμένης» μας συνείδησης, καθώς αυτή η τραγωδία τα τελευταία χρόνια έχει καπηλευτεί σε τόσο αισχρό βαθμό σε πολιτικό και όποιο άλλο επίπεδο…

Κε Ηλιόπουλε το νέο σας θεατρικό έργο που σήμερα κάνει πρεμιέρα εδώ στη Ρόδο, έχει σαν θέμα του τη σφαγή του Διστόμου το 1944. Πώς αποφασίσατε να καταπιαστείτε με ένα τέτοιο γεγονός που μάλιστα κατατάσσεται στις πιο μελανές σελίδες της ελληνικής ιστορίας;

Δεν είναι τωρινή απόφαση να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, χρόνια με απασχολεί, είχα ακούσει κάποια πράγματα για το Δίστομο και σε γενικές γραμμές πίστευα πως ήξερα την ιστορία. Όταν πέρσι αποφάσισα να αρχίσω την προετοιμασία του έργου και ήρθα σε επαφή με το υλικό, σοκαρίστηκα. Σοκαρίστηκα πρώτα με τον εαυτό μου και με την άγνοια και την ημιμάθεια που είχα και ντράπηκα γιατί  θεωρούσα τον εαυτό μου κοινωνικά ευαίσθητο και ενημερωμένο.

Το επόμενο σοκ ήρθε όταν ήρθα σε επαφή με τα γεγονότα, διαβάζοντας το υλικό και βλέποντας συνεντεύξεις των επιζώντων. Η σκληρότητα και η θηριωδία ξεπερνούσε όχι μόνο την δική μου φαντασία αλλά νομίζω και τα ανθρώπινα όρια αντοχής. Θυμάμαι ότι σταμάτησα να ασχολούμαι, το πάγωσα γιατί έπρεπε να ανακτήσω την ψυχραιμία και την αντικειμενικότητα μου και ξανά ήρθα σε επαφή με το αντικείμενο στις αρχές του χρόνου. Σκέφτηκα λοιπόν, πως μάλλον δεν πρέπει να είμαι ο μόνος που ενώ νομίζει ότι ξέρει τι έγινε στο Δίστομο στην ουσία δεν είχε ιδέα.

 Αυτή η τραγωδία τα τελευταία χρόνια έχει καπηλευτεί σε τόσο αισχρό βαθμό σε πολιτικό και όποιο άλλο επίπεδο, έχουν ειπωθεί τόσα πράγματα, που το μόνο που κατάφεραν ήταν να θολώσουν το τοπίο και να εφησυχάσουν την «βολεμένη» μας συνείδηση. Ιστορικός δεν είμαι αλλά  μιας που η τέχνη που υπηρετώ είναι το θέατρο που μιλά απευθείας στην ψυχή του κόσμου, είναι υποχρέωσή μου να τοποθετηθώ και να εκτεθώ.

Θα μας πείτε λίγα λόγια για την υπόθεση και τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε;

Όπως είπα ιστορικός δεν είμαι, τα γεγονότα και οι ιστορίες υπάρχουν δεν έχουν ανάγκη από κάποιον να τις εξιστορήσει ούτε να τις καταγράψει, είναι εκεί είναι ζωντανά και περιμένουν εμάς να τα συναντήσουμε. Και αυτή είναι η βαθιά μου ελπίδα και επιθυμία ότι όποιος δει αυτή την παράσταση θα ανατρέξει στις πηγές.

Το έργο έχει στηριχθεί σε μαρτυρίες επιζώντων στο ιστορικό πλαίσιο και τα γεγονότα αλλά επειδή είναι θέατρο και όχι κήρυγμα ούτε μάθημα ιστορίας υπάρχει σαφώς μυθοπλασία και ένας καμβάς για να μπορέσει ο κόσμος να παρακολουθήσει την ιστορία. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες και τα γεγονότα που πραγματικά θα χρειάζονταν μέρες για να ειπωθούν και όχι δυο ώρες που διαρκεί η παράσταση.

 Όχι, τα μηνύματα αυτά τα εισπράττει ο κάθε θεατής ανάλογα με την ευαισθησία και την αντοχή που διαθέτει, η Γκουέρνικα του Πικάσο είναι ένας πίνακας, υπάρχει κάποιος που βλέποντάς το θα πει «καλικαντζούρες το ανιψάκι μου ζωγραφίζει καλύτερα» και κάποιος άλλος που θα συγκλονιστεί, εξαρτάται από το τι δουλειά έχουμε κάνει εμείς με το εαυτό μας, έτσι και εδώ η αίσθηση που διαπερνά το έργο είναι το αίτημα για δικαίωση, η απονομή της δικαιοσύνης για να μπορέσουν οι νεκροί να ησυχάσουν στους τάφους τους και να ηρεμήσουν οι ψυχές των επιζώντων. Είναι μια παράσταση, που ζητά να μη γίνει η μνήμη λήθη.

Δεν αποσκοπεί στην εκδίκηση ούτε στο να καταδείξει θύτες και να πει πόσο «κακοί» είναι οι Γερμανοί, γιατί είμαστε μια γενιά που ευτυχώς δεν έχουμε ζήσει τον πόλεμο, έχουμε υποτιμήσει τη σημασία της ειρήνης και μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο πόλεμος μπορεί να κάνει κάθε λαό «Γερμανό». Εμείς κάνουμε θέατρο και το κέντρο αυτής της τέχνης είναι ο άνθρωπος, αυτό το έργο είναι ανθρώπινες ιστορίες είναι η ζωή που ξαφνικά χάθηκε και είναι αυτό που με συγκλονίζει η ζωή που τόσο άδικα τόσο ξαφνικά και τόσο άγρια χάθηκε. Κάτι που μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή  στον οποιονδήποτε γι’ αυτό υποχρέωή μας είναι, να τη σεβόμαστε να την τιμούμε να την δοξάζουμε και να την απολαμβάνουμε.

Είναι το δεύτερο έργο σας, το οποίο παράλληλα σκηνοθετείτε για την ΠΡΑΞΙΣ, αλλά αυτή είναι η τέταρτη κατά σειρά συνεργασία σας μαζί της, θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη φετινή σας… σύμπραξη με τα μέλη της θεατρικής ομάδας;

Με την Πράξις μας δένουν δεσμοί 15 χρόνων, είναι ένας παλιός έρωτας που παραδόξως αντί να ξεθυμαίνει δυναμώνει. Νιώθω πραγματικά μεγάλη τιμή πέρα από τη χαρά που είναι δεδομένη, που δουλεύω ξανά με τα παιδιά. Ο σεβασμός μου είναι απεριόριστος βλέποντας την αγάπη και την αυταπάρνηση που έχουν για το θέατρο.

Δεν είναι εύκολο να ξενυχτάς κάθε βράδυ στις πρόβες και να ξέρεις ότι το πρωί πρέπει να σηκωθείς επειδή δουλεύεις και παράλληλα να πρέπει να ανταποκριθείς σε όλες τις υποχρεώσεις που η καθημερινότητά σου απαιτεί. Δεν είναι εύκολο να ζεις σε αυτό το μαγικό τόπο με αυτό το υπέροχο καλοκαίρι, που ενώ όλοι πίνουν τα κοκτέιλ τους χορεύοντας despacito, οι άλλοι, προφυλάσσοντας τον εαυτό τους απ’ τα «βαριά» και τα δύσκολα, εσύ να είσαι εκεί και για 3 μήνες να ζεις με αυτές τις ιστορίες και να θες να μοιραστείς όλο αυτό τον κόπο για 7 μόνο παραστάσεις.

 Άθλος πραγματικός!! Δεν μπορώ παρά να είμαι συναισθηματικός γιατί αυτά τα παιδιά τα αγαπώ πολύ, με κάποιους από αυτούς είμαι φίλος, σχεδόν οικογένεια, και κάποιοι από αυτούς σε σχέση με μένα είναι ολοκληρωμένοι καλλιτέχνες βρισκόμενοι τόσα χρόνια στο χώρο. Κάνουν δουλειές άκρως επαγγελματικές ξεπερνώντας πολλές Αθηναϊκές παραστάσεις από ποιότητα αισθητική και κόστος παραγωγής!
 

Γιατί αποφασίσατε για μία ακόμα φορά να εμπιστευτείτε ένα έργο σας στα παιδιά της ΠΡΑΞΙΣ και να «ανέβει» αυτό στην περιφέρεια και όχι στην Αθήνα ή σε κάποια άλλη μεγάλη πόλη;

Η αλήθεια είναι πως είχαμε σχεδιάσει από καιρό αυτή μου η συνάντηση με την Πραξις να είναι μια κωμωδία, τα παιδιά το ζητούσαν, μου είπαν ότι το κοινό το ζητούσε από αυτούς και εγώ φυσικά ήμουν έτοιμος, τα είχα σχεδιάσει όλα, ήξερα τα πλαίσια που θα κινηθώ και ήμουν έτοιμος για ένα ξεκούραστο καλοκαίρι με λίγη δουλειά στη Ρόδο. Όταν όμως ήρθε το «Στις 10 του Ιούνη» ήμουν τόσο «μέσα» σε αυτό που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το μυαλό μου με τίποτα. Θα αδικούσα την ομάδα κάνοντας κάτι που θα ήταν εύκολο για μένα και ασφαλές ενώ η ψυχή μου ήταν αλλού, ξέρω πως πρέπει να είμαι επαγγελματίας αλλά οι επιλογές της καριέρας μου δείχνουν μάλλον το ανάποδο. Το συναίσθημα είναι αυτό που καθορίζει τις επιλογές μου. Αποκάλυψα στα παιδιά τι συμβαίνει και προς μεγάλη μου έκπληξη έκαναν αυτοί πρώτοι το τολμηρό βήμα, από το να πάνε στα ήσυχα σίγουρα νερά να βουτήξουν στο ανταριασμένο σκοτεινό πέλαγος. Μπορείς να μη σέβεσαι και να αγαπάς αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και αυτή τη φορά, είναι πολλοί εκείνοι που εκτός από τους ηθοποιούς θα συμβάλουν στο «ανέβασμα» του νέου έργου, πέστε μας λίγα λόγια για όλους και για τη συνεργασία σας μαζί τους, άλλωστε γνωρίζεστε αρκετά…

Εδώ ερχόμαστε στον καθοριστικό παράγοντα μουσική που είναι επίσης πρωταγωνιστής του έργου. Τον Μάνο Σάββενα τον ήξερα από το Bed time stories, ήξερα το ταλέντο του και την ευαισθησία του, σε αυτή την παράσταση μας συνέστησε τον Γιάννη Χατζηδιάκο που μαζί γράφουν τη μουσική της παράστασης και την Ανθή Πατσάη που την ντύνει φωνητικά και τραγουδά. Νομίζω είναι η dream team, με αυτούς τους ανθρώπους πλάι μου θα τολμούσα να κάνω τα πάντα. Είναι σημαντικό να μοιράζεσαι το όνειρό σου με ανθρώπους που όχι απλά νιώθουν το ίδιο αλλά που βλέπουν πιο μακριά και πιο καθαρά ακόμη από σένα. Αυτό το έργο είναι πραγματικά μια συνάντηση καρμική σε επίπεδο ηθοποιών και συντελεστών.

Τους τελευταίους μήνες παραμένετε στη Ρόδο για τις ανάγκες του έργου, την οποία γνωρίζουμε ότι αγαπάτε πολύ ενώ έχετε αποκτήσει και πολλούς φίλους στο νησί μας, καθώς και στο παρελθόν έχετε μείνει εδώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συμμερίζεστε την άποψη ότι υπάρχει ένα κενό στο θέμα της παρουσίασης ποιοτικών θεατρικών έργων στο νησί μας;

Όχι. Η ποιότητα δεν είναι έννοια αφηρημένη αλλά μια αξία υπαρκτή δεν έχουμε παρά να την αναζητήσουμε και να την διεκδικήσουμε. Γι αυτό είτε κάποιος μένει στην Αθήνα είτε στη Ρόδο είτε στο διάστημα οφείλει να στηρίξει και να διεκδικήσει γεγονότα που τον αντιπροσωπεύουν. Είναι αυτό που έλεγα πριν, κάποιος προτιμά να αράξει στο μπαρ και να λέει «yolo» και άλλος να ανοίξει την καρδιά του και να χωρέσει αυτούς που χάθηκαν στο Δίστομο.

 Υπάρχει αυτός που ζητά να μάθει και αυτός που: «Δεν μπορώ ψυχοπλακώνομαι, φωνάξτε με όταν πουν καμιά βλακεία να γελάσουμε» όλα είναι επιλογές και όλα έχουν το ρίσκο τους. Η επαφή μου με τη Ρόδο πέρα το ότι είναι ένας μαγικός τόπος και από φυσική ομορφιά, αλλά και η συναναστροφή μου με τους  ανθρώπους μου έχει δείξει πως  είναι  δοτικοί και  ζεστοί ειδικά οι νέοι, έτοιμοι να γνωρίσουν να υποστηρίξουν νέες εμπειρίες και γεγονότα. Πλέον νιώθω Τσαμπίκος!

Μάλιστα θα πρέπει να σας πω ότι το έργο μου με τον τίτλο «Πώς να καταστρέψετε τη ζωή σας» σε σκηνοθεσία Βασιλικής Ανδρίτσου το οποίο παιζόταν πέρσι το χειμώνα στην Αθήνα, θα ξεκινήσει την επόμενη χρονιά περιοδεία ανά την Ελλάδα. Η αρχή θα γίνει από τη Ρόδο το Φεβρουάριο και αυτό νομίζω ότι λέει πολλά…