Πάνω από 600 περιστατικά για ενδοοικογενειακή βία!

Περισσότερες από 600 δικογραφίες έχουν σχηματιστεί τα τελευταία χρόνια από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου για αδικήματα του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας, με τα 2/3 από αυτές να έχουν δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία!

Αυτό επεσημάνθηκε μεταξύ άλλων από την Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Μαρία Αγγελούδη στην εισήγησή της, στην πολύ σημαντική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και την Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων στην Αθήνα.

Η ημερίδα έλαβε χώρα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ως θέμα της «Ενδοοικογενειακή βία – Κακοποιημένες Γυναίκες και Παιδιά» και από τη Ρόδο, εισηγήτριες ήταν η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κα. Αγγελούδη και η δημοσιογράφος της «Ροδιακής», κα Ελευθερία Πελλού, η οποία παρουσίασε πραγματικές ιστορίες που έχουν διαδραμιστεί στη περιοχή μας, και αποκόμισε μέσα από  το αστυνομικό-δικαστικό αλλά και το κοινωνικό ρεπορτάζ που καλύπτει επί σειρά ετών.


Μία από τις βασικές εισηγήτριες ήταν  η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κα. Ξένη Δημητρίου η οποία και αναφέρθηκε σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας που η ίδια αντιμετώπισε μέσα από το λειτούργημά της αλλά – και πολύ ανθρώπινα- στα συναισθήματα που της δημιουργήθηκαν εξετάζοντας την κάθε περίπτωση χωριστά.

Επίσης κεντρικοί εισηγητές ήταν ο Αν. Καθηγητής ΑΠΘ, δικηγόρος, Στυλιανός Παπαγεωργίου-Γονατάς, ο Πρόεδρος Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Γώγος, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ κ. Βασίλης Αλεξανδρής, ο Πρόεδρος του ΔΣΠ κ. Γεώργιος Σταματογιάννης, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων κ. Βασίλης Ταουξής.

Τα συμπεράσματα της ημερίδας ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά καθώς οι εισηγητές (Εισαγγελικοί λειτουργοί, δικηγόροι από πολλά μέρη της χώρας, ψυχολόγοι, πανεπιστημιακοί καθηγητές, δημοσιογράφοι κ.α.) φρόντισαν να αναπτύξουν τα θέματα από κάθε οπτική γωνία, δίδοντας έτσι «τροφή» για σκέψη και προβληματισμό, κυρίως ως προς την εφαρμογή του νόμου 3500/2006.

Η Ρόδος  «πρωταγωνίστρια»  σε περιστατικά  ενδοοικογενειακής  βίας
Με την αναφορά στατιστικών δεδομένων που αφορούν στην περιφέρεια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου, τα οποία και αποτυπώνουν την κορυφή του παγόβουνου στο θέμα της ενδοοικογενειακής βίας, ξεκίνησε την εισήγηση της με θέμα «Νομοθετικές αστοχίες για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου κα. Μαρία Αγγελούδη η οποία μεταξύ άλλων είπε τα εξής:
«Δεν είναι τυχαίο ότι η ενδοοικογενειακή βία έχει χαρακτηριστεί ως μια μορφή αθέατης εγκληματικότητας, γι’ αυτό και ο προσδιορισμός των πραγματικών της διαστάσεων παραμένει δυστυχώς ανέφικτος.


Σε μια περιφέρεια περίπου 125.000 κατοίκων που αποτελείται από τη Ρόδο και άλλα πέντε νησιά της Νότιας Δωδεκανήσου (Κάρπαθος, Σύμη, Χάλκη, Τήλος,Καστελόριζο) από τον Οκτώβρη του 2006 όταν και τέθηκε σε ισχύ ο υπό κρίση νόμος έως σήμερα έχουν σχηματιστεί 608 δικογραφίες σχετικά με αδικήματα του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας που έχουν καταγραφεί, φέρονται να έχουν τελεστεί στη Ρόδο και όχι σε κάποιο μικρότερο νησί.

Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό του ότι ακόμα και σήμερα στις μικρότερες παραδοσιακές κοινωνίες επιβιώνουν οι φοβικές νοοτροπίες του παρελθόντος κι έτσι φαινόμενα παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς στο πλαίσιο της οικογένειας κινούνται ακόμα μεταξύ συγκάλυψης και ανοχής.

Από αυτές, λοιπόν, τις 608 υποθέσεις -εκ των οποίων πάνω από τις μισές εμπεριέχουν ποινική δίωξη και για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης- το δρόμο του ακροατηρίου ακολούθησαν περίπου οι μισές, τα 2/3 δε εξ αυτών εκδικάστηκαν με την αυτόφωρη διαδικασία, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποφυγή της διαιώνισης των οικογενειακών εντάσεων. 
Ωστόσο, ο σύγχρονος και ελπιδοφόρος θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης φαίνεται να απέτυχε και στη Ρόδο. Δυστυχώς, με βάση τα νούμερα, λιγότερες από εκατό (100) υποθέσεις συνολικά, στην προδικασία και στο ακροατήριο, τέθηκαν στο αρχείο κατόπιν συνδιαλλαγής θύματος και δράστη.

Ο νομοθέτης εισήγαγε τον αποκαταστατικό θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης χωρίς να λύσει ταυτόχρονα τα προβλήματα που διαχρονικά υπάρχουν –κατά βάση στα μικρά αστικά κέντρα- λόγω της ανυπαρξίας των απαιτούμενων υποστηρικτικών δομών, της προβληματικής και βραδείας διασύνδεσης των υπηρεσιών που πρέπει να συμπράξουν για την διευθέτηση του θεσμού και, τέλος, λόγω των σοβαρότατων ελλείψεων σε θέσεις ειδικών για τον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων επιστημόνων.

Ευλόγως, λοιπόν, ενόψει των ανωτέρω προβλημάτων οι εισαγγελικοί και οι δικαστικοί λειτουργοί επιδεικνύουν με τη σειρά τους ένα δισταγμό στο να προτρέψουν θύμα και δράστη να συνδιαλλαγούν, όταν γνωρίζουν την εκ βάθρων αναποτελεσματικότητα του θεσμού ελλείψει δομών καθώς δεν θέλουν να διακινδυνεύσει το θύμα λόγω πιθανής υποτροπής του δράστη. 

Κατά συνέπεια, προτιμούν να οδηγηθεί η απόφαση στην επί της ουσίας κρίση της, δηλαδή στο ακροατήριο. Τα νούμερα από μόνα τους κάνουν έκκληση προς την πολιτεία να λάβει δραστικότερα μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου κοινωνικής παθογένειας».


Η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κα. Αγγελούδη αναφέρθηκε σε ορισμένα σημεία του νόμου τα οποία χαρακτήρισε ως «αστοχίες», υπό την έννοια ότι η θέσπισή τους με αυτό τον τρόπο τελικά αποδυναμώνει την προστασία των ευάλωτων θυμάτων και έκλεισε την εισήγησή της, προβαίνοντας όπως είπε «σε μια αναγκαία αυτοκριτική.

Οι υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας απαιτούν ιδιαίτερο, πολύ ευαίσθητο χειρισμό και μόνο η γνώση της απειλούμενης ποινής ή τέλος πάντων του γράμματος του νόμου δεν είναι αρκετή για να αντισταθμίσει την έλλειψη άλλων δεξιοτήτων που απαιτείται να συντρέχουν στο πρόσωπο των εισαγγελέων και δικαστών, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα δεν είναι ειδικοί σε θέματα κακοποίησης. Η πολιτεία ανέθεσε σε εμάς να αποφασίσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα διευθετηθούν παρεκκλίνουσες εντός της οικογένειας συμπεριφορές.

Για το λόγο αυτό προβάλει επιτακτική η ανάγκη ειδικής εκπαίδευσης όλων των λειτουργών σε θέματα χειρισμού υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, ώστε να είναι ευχερέστερα διαγνώσιμη η κρισιμότητα της κατάστασης, αν αυτή επιτρέπει τη συνδιαλλαγή θύματος και δράστη και αν ο νόμος χρησιμοποιείται από το φερόμενο ως θύμα προσχηματικά ως εργαλείο εκδίκησης για άλλες συμπεριφορές του φερόμενου ως δράστη.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα χρόνιο και σύνθετο φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας και η ανάγκη εξάλειψης της μέσω ενός προστατευτικού νομοθετικού πλαισίου επιβάλλεται από την αρχή του κράτους δικαίου.»

(Φωτο: ΑΡΠΑΘΕΟΣ photo gallery)