Στα πλαίσια δεκαετούς κατεύθυνσης να  χαραχθεί ο άξονας μοντέλου παραγωγικού  προσανατολισμού της Δωδεκανήσου


Γράφει ο
Κυριάκος Ι. Φίνας


Την τελευταία δεκαετία, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, η Ελληνική Οικονομία βρίσκεται υπό δυσμενείς συνθήκες και πολλοί Οικονομολόγοι δικοί μας και ξένοι διαπιστώνουν πως η τωρινή δική μας ύφεση ξεπερνά κατά πολύ το κράχ του 1929, όπου στις 24 Οκτωβρίου οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και ο κόσμος ολόκληρος γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κρίση.

Και η περιφέρειά μας, τα Δωδεκάνησα, στο χρονικό αυτό διάστημα περνάμε την κρίση και αναδείχθηκαν περισσότερο όλα τα αρνητικά σημεία, όπως είναι η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, η ποιοτική του υστέρηση, η υπερδιόγκωση του τομέα των υπηρεσιών και η παρατηρούμεη χρόνο με το χρόνο υποχωρητικότητα των πρωτογενών παραγωγικών δραστηριοτήτων, ως και ο δημιουργηθείς υπερεπαγγελματισμός σε ορισμένους κλάδους.
Σήμερα, πλέον, εκ των πραγμάτων η αναθέρμανση της Δωδεκανησιακής Οικονομίας δεν επιδέχεται καθυστερήσεις και αναβολές.

Με αυτό τον προβληματισμό καταγράφονται οι παρακάτω γραμμές, με τη βεβαιότητα ότι άπαντες θα συνειδητοποιήσουμε ότι η αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας αποτελεί πιεστική προτεραιότητα.
Πρέπει να συστρατευθούμε όλοι και να αξιοποιηθεί ορθολογικά κάθε διαθέσιμο μέσο. Στην προσπάθεια αυτή επιβάλλεται, τώρα και απαραίτητα, να αξιοποιηθεί, μαζί με τα άλλα ενδεικνυόμενα μέτρα και η εναπομείνασα δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία που υπάρχει στο δωδεκανησιακό χώρο. Δεν περισσεύει, πλέον, κανένας.

1. Εργαλείο ανάπτυξης τα ακίνητα του Δημοσίου στα Δωδεκάνησα
α) Η τωρινή μας εισήγηση που ακολουθεί, αποτελεί κατασταλαγμένη μελετημένη άποψη, αφορά την πλήρη ορθολογική αξιοποίηση της δωδεκανησιακής δημόσιας ακίνητης περιουσίας που υπάρχει κατά κύριο λόγο στα δύο μεγαλύτερα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, Ρόδο και Κω και παρά τις πωλήσεις που μεσολάβησαν από την Απελευθέρωση μέχρι πρόσφατα, υπάρχει ακόμη μία αξιόλογη ακίνητη περιουσία της κατηγορίας αυτής.
***
Στις 23-1-2010 ανακοινώθηκε επίσημα η καταγραφείσα σε Πανελλήνιο επίπεδο η αξία ανά Νομό της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
Η Δωδεκάνησος, ως προς την αξία της ακίνητης περιουσίας κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ των Νομών της Χώρας, ενώ παράλληλα, εκτιμάται με βάση την κατώτατη αντικειμενική αξία των συνολικών ακινήτων που διαχειρίζεται η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, αφού αφαιρεθούν οι παραλίες, «βουνοκορυφές» κλπ. στο ποσό των 2.401.200.000 (δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια ένα εκατομμύρια ευρώ). Και αντιπροσωπεύει το 0,88% επί του συνόλου της Δημόσιας ακίνητης περιουσίας της Χώρας.

Πρώτη είναι η Νομαρχία Θεσσαλονίκης με ποσοστό 31,94%, δεύτερη, η Νομαρχία Μαγνησίας με 31,75%, και τρίτη η Νομαρχία Φθιώτιδας με 29,18%. Στη συνέχεια τέταρτη του Πειραιά με ποσοστό 2,34% και πέμπτη της Δωδεκανήσου με ποσοστό 0,88% ως προαναφέρεται.

Συνολικά η αξία των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 272.875.100.000 (διακόσια εβδομήντα δύο δισεκατομμύρια, οκτασόσια εβδομήντα πέντε εκατομμύρια 0,1) ευρώ και αντιπροσώπευε τότε, το 2010, το 112,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, δηλαδή ήταν τότε όσο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας.

Η περιουσία αυτή, τα Δημόσια ακίνητα στη Δωδεκάνησο είναι αυτά που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο από την ιταλική κατοχή, ύστερα από τη συνθήκη ειρήνης των Παρισίων το 1946. Το βασικό, ωστόσο, στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι ο αντιδεοντολογικός τρόπος που περιήλθε η ακίνητη περιουσία στην ιταλική κατοχή, που καταδυνάστευσε το λαό της Δωδεκανήσου για 33 ολόκληρα χρόνια (1912-1945), εκτός τα προηγούμενα του τούρκικου ζυγού (1523-1912).

Τόσο επί τουρκοκρατίας, όσο και ιταλοκρατίας, επί 638 ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιήθηκαν όλα τα ύπουλα και παράνομα μέσα για να αποξενωθεί ο Δωδεκανησιακός λαός των προγονικών του ακινήτων περιουσιών ώστε το 1946, το 40% περίπου της ακίνητης περιουσίας της Ρόδου ν’ ανήκει ιδιοκτησιακά στο Ιταλικό Δημόσιο. Ακόμη και η μεγαλύτερη κτηματική περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δημευόταν, «ως εκχερσωθείσα» ή «εκδασωθείσα». Και ως φυσική συνέπεια επήλθε η ελάττωση των προσόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου.
***
Οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δήμευσης της ιδιωτικής περιουσίας των Δωδεκανησίων εφαρμόστηκαν στη Ρόδο, Κω και Λέρο κι εγένοντο, μάλιστα ως δικαιολογία για δημόσια ωφέλεια. Αφορούσαν, εις μεν το πρώτο νησί, την εγκατάσταση Ιταλών εποίκων, στη δεύτερη την κατασκευή αεροδρομίων και την τρίτη την εκτέλεση οχυρωματικών έργων. Πολλά από αυτά τα κτήματα στέρησαν τον τρόπο του μόνου μέσου ζωής Δωδεκανησίων μόνιμων κατοίκων. 

Όταν μερικούς από τους κατοίκους της Κρεμαστής πήγαν και διαμαρτυρήθηκαν στην τοπική διοίκηση, ο προϊστάμενος που έφερε το όνομα Ντιτάτο απάντησε επί λέξει: «Μην επιμένετε, γιατί αντί να ωφεληθείτε θα ζημιωθείτε. Η Κυβέρνηση σκέπτεται για το καλό 43 εκατομμυρίων Ιταλών, δεν την μέλλει για τα κτήματα της Κρεμαστής και αδιαφορεί εάν καταστραφούν 1.500 Κρεμαστιανοί».

Έτσι, αδίστακτα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι από νομική άποψη, όσο και από πραγματικά ιστορικά δεδομένα, η ακίνητη περιουσία ανήκε αποκλειστικά στους παππούδες και μακρινότερους ακόμη προγόνους των Δωδεκανησίων. Και όπως, πολύ ορθά υποστηρίχθηκε στη Βουλή των Ελλήνων: «...οποιοσδήποτε νομίζει ότι η περιουσόα αυτή, η οποία είναι προϊόν της κατατυραννήσεως του δωδεκανησιακού λαού από το φασιστικό καθεστώς είναι περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν ζει στην Ελλάδα ή, τουλάχιστον, περιφρονεί την ιστορική πραγματικότητα (1).

Εν τω μεταξύ, «...Γηγενείς κάτοικοι της Δωδεκανήσου, των οποίων απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς αστικά εν Δωδεκανήσω υπό της τέως απόδοσιν των ακινήτων τούτων δι’ αιτήσεως υποβαλλομένης μέχρι της 30ής Απριλίου 1953, «εφόσον τα ακίνητα δεν χρησιμοποιήθηκαν δι’ όν σκοπόν εγένετο η απαλλοτρίωσις, ούτε διετέθησαν μεταγενεστέρως υπό των Ελληνικών αρχών, προς εξυπηρέτησιν κρατικών ή κοινωφελών σκοπών, ουδ’ υπάγονταν ταύτα εις τας εν τη παρ. 5 του άρθρου 1 οριζομένης κατηγορίας» (2).

Πέραν των άλλων ενεργειών του φασιστικού καθεστώτος, η φιλοσοφία υποβάθμισης των Ροδίων και Κώων γεωργών γίνεται καθαρά αντιληπτή από δύο ενυπόγραφες τοποθετήσεις στον ιταλικό τύπο της Ρώμης αρχές του 1936, που έκαμαν, χωριστά ο καθένας, δύο υπεύθυνα ιταλικά κυβερνητικά Όργανα: ο Διοικητής Δωδεκανήσου Μάριο Λάγκο και ο Ιταλός υφυπουργός Γεωργίας Μαρεσκάλι. Στο εν λόγω άρθρον τόνιζαν, εκτός των άλλων ότι υπήρχαν δώδεκα περιφέρειες στη Δωδεκάνησο, οι οποίες είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση 100.000 Ιταλών, εντός πενταετίας. Το σχέδιο αυτό επανήλθε στην επικαιρότητα το 1939 και αφού συντάχθηκε υπό εννέα σχεδιαγραμμάτων και επτά γεωγραφικών χαρτών, δόθηκε σε ειδικές ιταλικές υπηρεσίες, αφού εγκρίθηκε και από τον Φασίστα-Πρωθυπουργό Ιταλίας Benito Mussolini. 

β) Χρονική διαδρομή του θέματος
Η ακίνητη περιουσία περιήλθε, ως προαναφέρουμε, στο Ελληνικό Δημόσιο και η διαχείρισή της πέρασε από τις παρακάτω φάσεις:
Πρώτο: Με το Νόμο 2100/1952 συστήθηκε Οργανισμός ακινήτων περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω (ΟΑΠΔΔ). Ο Οργανισμός διοικείτο από εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου. Εκ τούτων 3 τακτικά μέλη μετ’ ισάριθμων αναπληρωματικών υποδεικνύονταν ανά εν υπό του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου, του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου και του Εργατικού Κέντρου Ρόδου. Με το άρθρο δε 2 του ιδρυτικού Νόμου 2100/1952 τα έσοδα του Οργανισμού διατίθετντο υπό τούτου αποκλειστικώς προς εκτέλεσιν έργων κοινής ωφελείας και ανάπτυξης παραγωγικών τομέων της Δωδεκανήσου.

Ο Οργανισμός ήταν ΝΠΔΔ και επί 20 χρόνια και πάνω διαχειρίστηκε τη δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία.
γ) Με το Νόμο 195/1973 καταργήθηκε ο ΟΑΠΔΔ και τη θέση του πήρε η Εφορία Δημοσίων Κτημάτων.
δ) Με το Νόμο 973/1979 η ακίνητη περιουσία περιήλθε από πλευράς διαχείρισης, αξιοποίησης κλπ. στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου και συνεχίζει μέχρι σήμερα με τη μορφή αυτή.

2. Τι πρέπει να γίνει τώρα
Ο χρόνος, βέβαια, δεν γυρίζει πίσω. Όσα προηγήθηκαν για το θέμα αυτό, με επιτυχία ή όχι, το αποτέλεσμα είναι γνωστό: είναι αρνητικό.

Έτσι, το πελώριο πρόβλημα της ορθολογικής αξιοποίησης της εναπομείνασας δωδεκανησιακής δημόσιας ακίνητης περιουσίας συγκαταλέγεται αναλογικά, μέσα στις βασικές προϋποθέσεις ανάκαμψης της Δωδεκανησιακής Οικονομίας.
Ιδιαίτερα στην παρούσα φάση, δεδομένης της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που διερχόμεθα. Και πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως. Για να επιτευχθεί αποτελεσματικά η προσπάθεια, πρέπει να δράσουμε, ταυτόχρονα, άμεσα, συντονισμένα, αλλά και αποτελεσματικά.
α) Σήμερα, με την κατάργηση του Νόμου 2100/1952 η Δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία ανήκει στο Δημόσιο. Και εσφαλμένα νομίζουν πολλοί ότι με ακραίες θεωρητικές εκτιμήσεις που προβάλλουν, συμφέρει να επανέλθουμε, σχεδόν, με ένα Νόμο, όπου η εν λόγω περιουσία να περιέλθει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου.

Αυτό δεν θα το εγκρίνει καμία κυβέρνηση. Ενώ είναι ευκολότερο να παραμείνει ναι μεν στο Δημόσιο, όπου υπάρχει και το ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό, αλλά αφού σταματήσει η οποιαδήποτε πώληση δημοσίων ακινήτων, η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία, που θα παραμείνει για αγροτική ανάπτυξη, βάσει σχεδίου και να αξιοποιείται για δωδεκανησιακούς και μόνο σκοπούς.

Άλλωστε, πού θα βρεθούν τα κονδύλια λειτουργίας ενός τέτοιου γραφείου, που απαιτείται ανάλογο τεχνικό και διοικητικό προσωπικό και τα λοιπά;
Ο τέως Διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) Γιάννης Στουρνάρας παραδέχθηκε, «...ότι επί σειρά ετών η δημόσια ακίνητη περιουσία δεν αξιοποιείται».

β) Συντηρείται η αντίληψη ότι όλα τα κτήματα μεταβιβάστηκαν στο ΤΑΪΠΕΔ. Ωστόσο, είναι γεγονός πως στη συζήτηση του Νομοσχεδίου για τις 100 δόσεις στις συναρμόδιες επιτροπές της Βουλής η τότε Υπουργός Οικονομικών κ. Βαλαβάνη, κατόπιν σχετικών αντιδράσεων πολλών βουλευτών προχώρησε σε βελτιώσεις του άρθρου 24 του Νομοσχεδίου που πρόβλεπε την υπαγωγή του φορέα στο ΤΑΪΠΕΔ (3).

γ) Κάθε διάθεση ακινήτου και έκτασης με οποιαδήποτε δικαιολογία, ακόμη και για κοινωνικούς σκοπούς, θα πρέπει να ατονίσει προσωρινά ή εάν έχουν ήδη δρομολογηθεί τέτοιες διαδικασίες, το προϊόν να δεσμεύεται μέχρι λήψεως ολοκληρωμένων αξιοποιητικών προτάσεων.

δ) Θα πρέπει, όμως, να δραστηριοποιηθεί η Διεύθυνση Γεωργίας Δωδεκανήσου και από το Αρχείο της να αναδειχθεί κάθε δυνατότητα που μπορεί να επικαιροποιηθεί, ώστε να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα.
Ενθυμούμαι επί του προκειμένου, όταν κατά διαστήματα συζητούσα με ειδικούς γεωπόνους της Διεύθυνσης Γεωργίας το θέμα της αγροτικής μας ανάπτυξης μού ανέφεραν ότι στα Δωδεκάνησα υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα αγραναπαυόμενοι αγροί, που αν καλλιεργηθούν με κτηνοτροφικά φυτά, θα είμεθα σε θέση να συντηρήσουμε τέτοια κτηνοτροφία, ικανή να εξασφαλίσει τις ανάγκες της Δωδεκανήσου σε κρέας, γάλα και τυριά.

ε) Παράλληλα να οργανωθεί ειδικό γραφείο στη Διεύθυνση Γεωργίας, εν ανάγκη να αποσπαστεί για ένα τρίμηνο από την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ένα εξαμελές έμπειρο γεωπονικό προσωπικό, το οποίο θα ασχολείται αποκλειστικά με την ενεργοποίηση του δωδεκανησιακού αγροτικού τομέα και να υποδείξει τα αγροτικά προϊόντα που θα παράγονται και σε ποιά θέση και όχι χωρίς καθοδήγηση, ο κάθε ενδιαφερόμενος να ασχολείται άτακτα με καλλιέργειες, που δεν αποδίδουν. 

(Αύριο το Β’ μέρος)