Τα φιρμάνια του Σουλτάνου, η δημογεροντία, κι οι φόροι την περίοδο της δουλείας της Ρόδου

Πώς διοικούνταν τα Δωδεκάνησα που τότε ονομάζονταν «Νότιες Σποράδες», επί Τουρκοκρατίας;  Οι Ιταλοί κατακτητές διατήρησαν το ίδιο καθεστώς ή έκαναν τα δικά τους;  Στα ερωτήματα αυτά δίνει απαντήσεις το νέο βιβλίο του Μιλτιάδη Λογοθέτη, που θα παρουσιαστεί την Κυριακή και ώρα 19:30 στο Επιμελητήριο, ο οποίος έχει συγγράψει δεκάδες βιβλία οικονομικού, τουριστικού και ιστορικού περιεχομένου και το 2016 η Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του πανεπιστημίου Αιγαίου τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα, για το έργο του και την προσφορά του.

Οι κοινοτικοί θεσμοί που λειτούργησαν στη Δωδεκάνησο  τα χρόνια της μακρόχρονης δουλείας, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της τοπικής ιστορίας.

Η παραχώρηση προνομίων από το Σουλτάνο προς τα νησιά και κυρίως τη Ρόδο και την Κω δεν οφειλόταν βέβαια στη μεγαλοψυχία του προς τους υπόδουλους λαούς που κυρίευσε. Αποσκοπούσε από τη μία πλευρά, με την επανίδρυση του Πατριαρχείου να ενισχύσει την Ανατολική Εκκλησία δημιουργώντας έτσι ένα αντίπαλο δέος στις βλέψεις του Πάπα και των δυτικών κρατών στην Ανατολή, και από την άλλη πλευρά, με την παραχώρηση αυτονομίας στους χριστιανικούς λαούς, να απαλλαγεί από το οικονομικό κυρίως  βάρος που συνεπαγόταν η διοίκηση των περιοχών, εξασφαλίζοντας την είσπραξη των φόρων.

Τα φιρμάνια, η δημογεροντία, οι εξουσίες του Μητροπολίτη, οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα νησιά που δείχνουν μία δομή λειτουργίας σταθερή και οργανωμένη στα χρόνια της δουλείας.

 

Η μελέτη που εκδώσατε σε βιβλίο και το παρουσιάζετε την Κυριακή, ποιά περίοδο των νησιών περιλαμβάνει και τι στόχο έχει;  
Αφορά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ιταλοκρατίας και το περιεχόμενό του αναφέρεται στον τρόπο που οι κάτοικοι των Νοτίων Σποράδων, όπως λέγονταν τότε τα Δωδεκάνησα, οργάνωναν τον αυτοδιοικητικό, κοινωνικό  και οικονομικό τους βίο, αγωνιζόμενοι να διατηρήσουν αλώβητη την εθνική τους συνείδηση, τη γλώσσα τους και τη θρησκεία τους τα οποία αποτελούσαν τους πυλώνες του ελληνισμού στα δίσεκτα εκείνα χρόνια. Αναφέρεται στους αγνούς αυτούς αγωνιστές, στον απλό πολίτη, στο δημογέροντα, στον ιερέα, στο δάσκαλο που μας οδήγησαν στην πολυπόθητη εθνική αποκατάσταση, της οποίας τα 70 χρόνια ελεύθερου βίου γιορτάζουμε φέτος. Σ΄ αυτούς αφιέρωσα το βιβλίο μου.

Τι ήταν οι θεσμοί αυτοί και πώς δημιουργήθηκαν κάτω από καθεστώς ξένης κυριαρχίας; 
Η δημιουργία των θεσμών οφείλεται σε κάποια προνόμια που παραχώρησε ο Σουλτάνος, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, στα λεγόμενα «προνομιούχα νησιά», τη Ρόδο και την Κω, το 1522, επειδή σύμφωνα με τον Ιερό Νόμο του Ισλάμ, προσαρτήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οικειοθελώς και ειρηνικώς. Ο Ιερός Νόμος του Ισλάμ, έλεγε συγκεκριμένα ότι οι λαοί που υποτάσσονταν «χωρίς δόρυ» έπρεπε να χαίρουν προνομίων. Να τονίσουμε εδώ ότι οι Ιππότες στο τέλος της πολιορκίας της Ρόδου είχαν έρθει σε συνεννόηση με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. 
Με βάση αυτά τα προνόμια, οι νησιώτες πληρώνοντας έναν κατ΄ αποκοπή φόρο, τον λεγόμενο «Μακτού» ήταν ελεύθεροι να οργανώσουν σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα και το Βυζαντινορωμαικό δικαίωμα «τα του βίου τους», τα κοινοτικά πράγματα, την παιδεία, την υγεία, την εκκλησία, τη δικαιοσύνη κ.λ.π. Από την άλλη, στη Ρόδο και η Κω, επειδή προσαρτήθηκαν ύστερα από συνθηκολόγηση,  παραχωρήθηκαν τα γενικά προνόμια που παραχώρησε ο Σουλτάνος ο Πορθητής στο Πατριαρχείο όταν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, και κατ΄ επέκταση στους κατά τόπους Μητροπολίτες των ορθόδοξων ελληνικών κοινοτήτων, που περιορίζονταν στα θέματα της Παιδείας και της Εκκλησίας.


Ποιά ήταν τα αξιώματα επί Τουρκοκρατίας και τι εξουσίες είχε το καθένα;  
Στα προνομιούχα νησιά που κατοικούνταν από Έλληνες Ορθόδοξους, οι κάτοικοι εξέλεγαν κάθε χρόνο τους τοπικούς άρχοντες: τον Πρωτόγερο, στη συνέχεια τον Προεστότα, τους Δημογέροντες και μετά τις μεταρρυθμίσεις τους Σφραγιδοφύλακες, τους Μουχτάρηδες και τους Δημάρχους. Αυτοί είναι που φρόντιζαν για όλα τα θέματα που απασχολούσαν την κοινότητα. Διόριζαν το γιατρό και το φαρμακοποιό, το δάσκαλο σε συνεργασία με τον εκπρόσωπο του Μητροπολίτη, το λεγόμενο Αρχιερατικό Επίτροπο, τον πρόεδρο της Σχολικής Εφορείας, προσλάμβαναν τους αγροφύλακες, είχαν την ευθύνη για την καθαριότητα, την ύδρευση, την οδοποιία και ό,τι άλλο απασχολούσε την κοινότητα. Τις κληρονομικές και άλλες οικογενειακές διαφορές τις επίλυαν τα πνευματικά δικαστήρια που είχαν ως πρόεδρο τον Μητροπολίτη ή τον Αρχιερατικό Επίτροπο. Κυρίαρχος θεσμός στα προνομιούχα νησιά ήταν η Δημογεροντία.
 
Τι πόρους είχαν, τι έσοδα για να μπορούν να λειτουργούν; 
Για να λειτουργήσουν αυτοί οι θεσμοί, η Κοινότητα επέβαλε διάφορους φόρους όπως ο Κτηματικός φόρος, ο Δημοτικός φόρος που λεγόταν τότε φιλανθρωπικό δικαίωμα και προορίζονταν για τα σχολεία. Φόρος επί των αιγοπροβάτων, των σφουγγαριών κ.λ.π.

Ποιο ήταν όμως το προνομιακό καθεστώς στα μεγάλα νησιά και ιδιαίτερα τι ίσχυε για τη Ρόδο; 
 Στο νησί της Ρόδου εφαρμόζονταν δύο συστήματα. Στα χωριά που είχαν αμιγή ελληνικό πληθυσμό ίσχυε κατά κανόνα ό,τι και στα προνομιούχα νησιά ενώ στην πόλη που ο πληθυσμός της ήταν μεικτός (Έλληνες, Τούρκοι, κι Εβραίοι), η οργάνωση της κοινότητας περιορίζονταν στους Έλληνες Ορθόδοξους και στα θέματα της Παιδείας και της Εκκλησίας αρχικά για να διευρυνθούν στη συνέχεια με τις μεταρρυθμίσεις και σε διοικητικά και δικαιοδοτικά. Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων, γνωστών ως «Τανζιμάτ» που επικυρώθηκαν με τις Συνθήκες των Παρισίων Χάτι Χουμαγιούν 1856 και του Βερολίνου 1878, το Πατριαρχείο εξασφάλισε από το Οθωμανικό κράτος τους εθνικούς κανονισμούς που επέτρεψαν την αυτοοργάνωση των Ορθόδοξων κοινοτήτων στις Τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Η Ορθόδοξη Κοινότητα τι μορφή είχε και πώς λειτουργούσε; 
Ο Μητροπολίτης Ρόδου Γερμανός,  ίδρυσε και οργάνωσε το 1876 την Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα της Ρόδου που ήταν μια μορφή Δημογεροντίας αφού είχε αρκετά από τα χαρακτηριστικά της. Τελούσε σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό υπό την προεδρία του εκάστοτε Μητροπολίτη και αποτελούνταν από πολυμελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο εκλέγονταν κάθε χρόνο από τους αντιπροσώπους των τεσσάρων ενοριών της πόλης (Μητροπόλεως, Αγίων Αναργύρων, Αγίου Γεωργίου και του Νιοχωρίου), με κύριες αρμοδιότητες την οργάνωση και λειτουργία των σχολείων, την επίλυση μέσω του Πνευματικού Δικαστηρίου που είχε ως πρόεδρο  το Μητροπολίτη, υποθέσεων κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου, την τήρηση κτηματολογίου της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας, την τήρηση του ληξιαρχείου των Ορθόδοξων Χριστιανών που έδρευε στα γραφεία της Μητροπόλεως και γενικά συσκέπτονταν και αποφάσιζε για κάθε ζήτημα που αφορούσε την κοινότητα και τα ευαγή και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Σε όλα τα όργανα της κοινότητας προέδρευε ο Μητροπολίτης και στα Διοικητικά τους Συμβούλια συμμετείχαν εκλεγμένοι από λαϊκές συνελεύσεις,  ευυπόληπτοι  πολίτες.

Το σύστημα αυτό διοίκησης της Ρόδου την περίοδο της Τουρκοκρατίας, διατηρήθηκε  και επί Ιταλοκρατίας; 
Την πρώτη περίοδο που τα νησιά βρίσκονταν υπό καθεστώς κατοχής δηλαδή πριν τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, διατηρήθηκαν σε κάποιο βαθμό οι κοινοτικοί θεσμοί που αφορούσαν τα κοινοτικά, εκπαιδευτικά δικαιοδοτικά και εκκλησιαστικά πράγματα στην πόλη και τα χωριά με κυρίαρχη μορφή πάντα τον εκάστοτε Μητροπολίτη που εξέφραζε και εθνική συνείδηση, μαζί με μέλη της ελληνικής κοινότητας-Δημογεροντίας. 
Στα χωριά εξακολουθούσαν να εκλέγουν τους δημογέροντές τους, με τη διαφορά ότι το Δήμαρχο τον επέλεγε μεταξύ αυτών ο Ιταλός Διοικητής. Μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 που μετέτρεψε το καθεστώς σε κτήση, τα πράγματα ανατράπηκαν άρδην, ειδικά μετά το 1936 όταν διορίσθηκε Διοικητής ο ισχυρός άνδρας του φασισμού De Vecchi. 

Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να καταργήσει τις αιρετές διοικήσεις των χωριών και να διορίσει μονοπρόσωπα κοινοτικά συμβούλια, τους λεγόμενους Podesta (Ποδεστά). Στην πόλη βέβαια είχε διοριστεί από την αρχή Ιταλός δήμαρχος (Ποδεστά). 

Ο De Vecchi  έσπευσε να αποπέμψει το Μητροπολίτη από την προεδρία της Σχολικής Εφορείας, να αφαιρέσει τις ληξιαρχικές αρμοδιότητες από τη Μητρόπολη και να τις μεταβιβάσει στο Πρωτοδικείο, να καταργήσει τα πνευματικά δικαστήρια και να μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους στα Ιταλικά δικαστήρια και να καταργήσει τη διοίκηση της Ελληνικής Ορθόδοξης κοινότητας, αναθέτοντας τη διαχείριση της περιουσίας της σε Ιταλό comisarrio. 

Το πιο σημαντικό, να κλείσει το 1937 τα ελληνικά σχολεία. Να σημειωθεί ότι από τα πρώτα μελήματα μετά την Απελευθέρωση του πρώτου στρατιωτικού Διοικητή Αντιναύαρχου Ιωαννίδη ήταν η επανασύσταση της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Γενικά ο De Vecchi, προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε τι το Ελληνικό, όντας οργισμένος από το ότι οι Δωδεκανήσιοι εξακολουθούσαν  να μιλούν ελληνικά ύστερα από 25 χρόνια Ιταλικής κατοχής!

Συνοψίζοντας κ. Λογοθέτη, ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να δώσετε με το βιβλίο σας αυτό; 
Οι πρόγονοί μας, απλοί άνθρωποι, δημιούργησαν πρωτόγνωρους για την εποχή τους κοινοτικούς θεσμούς,  χάριν των οποίων διατηρήθηκε  η εθνική συνείδηση του λαού μας και η αγωνιστικότητά του για την εθνική του αποκατάσταση που συντελέστηκε επίσημα πριν από 70 χρόνια που γιορτάζονται φέτος,  με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων ως έτος Δωδεκανήσου.