Ανθρώπινο μικροβίωμα και παχυσαρκία

Εντερικό μικροβίωμα (παλαιότερη ονομασία: εντερική χλωρίδα) είναι η ονομασία που δίδεται σήμερα για το σύνολο του μικροβιακού πληθυσμού που διαβιεί στο έντερό μας.

Είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι τα βακτήρια του εντέρου συνθέτουν  βιταμίνες και απαραίτητα αμινοξέα και βοηθούν στο να αποβληθούν οι τοξίνες. Επιπλέον, πολλά γονίδια στο ανθρώπινο μικροβίωμα παράγουν διάφορες πρωτεΐνες, ορμόνες, νευροδιαβιβαστές  και μόρια-διαμεσολαβητές της φλεγμονής, που μπορούν να εισέλθουν στην κυκλοφορία και να επηρεάσουν την υγεία σε πολλαπλά επίπεδα.

Η πρώτη μεγάλη έρευνα σχετικά με το μικροβίωμα δημοσιεύθηκε το 2006 στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature». Στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Dr Jeffrey Gordon απέδειξε ότι το έντερο ενός παχύσαρκου ατόμου έχει διαφορετική μικροβιακή σύσταση από αυτήν ενός ατόμου με φυσιολογικό σωματικό βάρος.

Άρα ο μικροβιακός πληθυσμός και οι όποιες μεταβολές σε αυτόν μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση του βάρους.

 

 

Πρόσφατες μελέτες-τόσο σε ανθρώπινα όσο και σε ζωικά μοντέλα, έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με αλλαγές στην εντερική μικροβιακή χλωρίδα. Μελέτες για την επίδραση του υπερβολικού βάρους στους πληθυσμούς των εντερικών βακτηρίων έχουν δείξει μεταβολές στο γαστρεντερικό μικροβίωμα, ενώ αλλαγές σε αυτό έχουν παρατηρηθεί και κατά τις αυξομειώσεις βάρους. Επίσης έχει βρεθεί ότι το μικροβίωμα του εντέρου επιδρά στην ινσουλινο-αντίσταση, στις διεργασίες της φλεγμονής και στην παχυσαρκία μέσω αλληλεπιδράσεων με τα επιθηλιακά και τα ενδοκρινικά κύτταρα.

Η σύνθεση του μικροβιώματος του ανθρώπινου εντέρου και οι μεταβολικές του δραστηριότητες ρυθμίζονται από τη διατροφή και, αμοιβαία, ο μεταβολισμός του ξενιστή και οι μεταβολίτες αλληλεπιδρούν επίσης με το εντερικό μικροβίωμα και τη διατροφή, διαμορφώνοντας ένα πολύπλοκο δίκτυο αλληλεπίδρασης που σχετίζεται με την υγεία του εντέρου.

Αρκετοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την εντερική μικροβιακή χλωρίδα του ανθρώπου, με τη δίαιτα να είναι πολύ σημαντική. Δεν εμπλέκονται μόνο διαιτητικά πρότυπα (π.χ χορτοφαγική έναντι διατροφής που περιλαμβάνει και κρέας) και συγκεκριμένα τρόφιμα, αλλά και συστατικά τροφίμων (π.χ. οι φυτικές ίνες παρέχουν υποστρώματα για τον εντερικό μικροβιακό μεταβολισμό) και σχετιζόμενα με τρόφιμα κοινά μικρόβια.

Η Υπεργλυκαιμία [Hyperglycemia (HG)]και τα αυξημένα επίπεδα Ελεύθερων Λιπαρών Οξέων [freefattyacids (FFA)], που αποτελούν ‘’σήμα κατατεθέν’’ της Παχυσαρκίας, του Μεταβολικού Συνδρόμου και του Σακχαρώδους Διαβήτη, ως απότοκα μιας διατροφής με αυξημένη περιεκτικότητα σε λίπη και με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη ενεργοποίηση του ‘’φλεγμονώδους συμπλέγματος’’ (ο ‘’καταρράκτης’’ των διεργασιών της φλεγμονής) καθώς και σε αυξημένη ενεργοποίηση των μακροφάγων, με τη διαμεσολάβηση των μεταβολών της εντερικής βακτηριακής χλωρίδας (διαταραχή στην ισορροπία μεταξύ ευεργετικών και παθογόνων βακτηριακών στελεχών-‘’εντερική δυσβίωση’’).

Εξειδικευμένες και στοχευμένες εργαστηριακές εξετάσεις όπως το πλήρες μεταβολικό προφίλ (μέτρηση μεταβολιτών στα ούρα με στόχο την ανίχνευση ελλείψεων σε μικροθρεπτικά συστατικά, δυσλειτουργίας μιτοχονδρίων, δυσλειτουργίας Γαστρεντερικού συστήματος, διαταραχών σύνθεσης και λειτουργίας νευρο-διαβιβαστών) (»metabolomics»), η πλήρης ‘’χαρτογράφηση  του εντέρου» (πλήρης καταγραφή της εντερικής χλωρίδας, ανάλυση των αποτελεσμάτων και συσχέτιση συγκεντρώσεων προβιοτικών με παθογόνα, με σκοπό στο τέλος να καταρτιστεί εξατομικευμένη δοσολογία από τα αναγκαία και μόνο μικρόβια και όχι απ’ όλα) αλλά και η «μεταφραστική ιατρική» (εφαρμογές της μεταφραστικής επιστήμης στην καθ΄ημέρα πράξη και σύνδεση μεταξύ των εργαστηριακών ευρημάτων και της κλινικής εφαρμογής) – αποτελούν πολύ χρήσιμα εργαλεία στη διερεύνηση των λειτουργικών πτυχών του εντερικού μικροβιώματος.

Επιπλέον, με στοχευμένη και εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση-μέσω Μοριακής Διατροφής και συμπληρωμάτων διατροφής που στοχεύουν και στην αποκατάσταση της εντερικής δυσβίωσης-μπορούμε να βοηθήσουμε σημαντικά ασθενείς με προβλήματα διαχείρισης βάρους.

Πηγή: iator.gr