Σεμινάριο για τις ελληνοτουρκικές  σχέσεις και τις θαλάσσιες ζώνες

Πραγματοποιήθηκε χτες στη Ρόδο το πρώτο σεμινάριο από τα έξι που διοργανώνουν η μονάδα έρευνας για την ευρωπαϊκή και διεθνή πολιτική του τμήματος μεσογειακών σπουδών και το τμήμα δια βίου μάθησης της περιφέρειας νοτίου Αιγαίου με αντικείμενο την ασφάλεια και τη συνεργασία στη Μεσόγειο.

Ομιλητής ήταν ο πρέσβης Γιώργος Σαββαϊδης, πρώην γενικός γραμματέας  του Υπουργείου Εξωτερικών, πρώην επικεφαλής της δ/νσης Τουρκίας και πρώην πρέσβης στην Ουάσιγκτον, ο οποίος αναφέρθηκε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ειδικά στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών.
Μεγάλος μέρος του σεμιναρίου στο οποίο έδωσαν το παρών περίπου 60 άτομα, παρακολούθησε ο περιφερειάρχης Γιώργος Χατζημάρκος ενώ παραβρέθηκε και η εντεταλμένη περιφερειακή σύμβουλος Χαρούλα Γιασιράνη.

Μάλιστα κατά το σύντομο χαιρετισμό του ο περιφερειάρχης είπε μεταξύ άλλων ότι «οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι και το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται κάθε περιοχή δεν είναι έννοιες εύκολα αντιληπτές στον καθένα. Όμως δεν παύουν να επηρεάζουν πάρα πολύ τις εξελίξεις της ζωής συνολικά σε κάθε περιοχή. Το να εκπαιδευτεί μία κοινωνία σε αυτά τα ζητήματα είναι χρήσιμο, εξαιρετικά παραγωγικό γιατί πάντα όταν γνωρίζεις το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείσαι και τις παραμέτρους που επηρεάζουν τις εξελίξεις στη ζωή ενός τόπου συνολικά είναι πολύ σημαντικό.

Εμείς έχουμε το προνόμιο να ζούμε σε μία περιοχή που είναι σταυροδρόμι ιστορικό από τότε που η ζωή σε αυτό τον τόπο πήρε σχήμα και μορφή. Αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ και θα υπάρχει μία παράμετρος της ζωής η οποία θα επηρεάζεται και θα καθορίζεται από τις πολιτικές ισορροπίες και αυτό που λέμε γεωπολιτική».

Η έναρξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων
Η έναρξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων τοποθετείται στο 1830, όταν όπως δήλωσε ο κ. Σαββαΐδης ένα τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας αποκόπηκε και δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος. Αυτό ακριβώς ήταν και η… πηγή όσων δεινών ακολούθησαν και από τότε ξεκίνησαν οι αντιπαραθέσεις κυρίως λόγω της γεωπολιτικής θέσης του κράτους.
«Εγκαρδιότητα και εμπιστοσύνη ανάμεσα στα δύο κράτη ήταν μονίμως απούσες από το διμερές λεξιλόγιό τους. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στα πρώτα 100 χρόνια δηλαδή από το 1830 έως το 1930 υπήρξαν χαρακτηριστικά τυπικές συνήθως αντιπαραθετικές συχνά συγκρουσιακές και βεβαίως σε καμία περίπτωση υπερβατικές» είπε, προσθέτοντας ότι μετά την πάροδο της πρώτης εκατονταετίας αρχίζει μία περίοδος σχετικής δημιουργικότητας μιας περίπου δεκαετίας στη διάρκεια της οποίας οι δύο πρωταγωνιστές αναζητούν αντικείμενα και πεδία συνεργασίας και ισορροπίας στις σχέσεις και στα συμφέροντά τους, δηλαδή το διάστημα 1930 -1940. Η περίοδος αυτή τερματίστηκε με το Β παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο δε βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα οι δύο χώρες. Η τριπλή όμως κατοχή της Ελλάδας και στη συνέχεια η αποδυνάμωσή της με τον εμφύλιο πόλεμο σε συνδυασμό και με το Κυπριακό εγκαινίασαν μεταπολεμικά μία μακρά περίοδο αντιπαραθέσεων αμφισβητήσεων ανισορροπιών και αστάθειας, οι οποίες διαρκούν κατά φάσεις μέχρι και σήμερα.

Πως εξελίχθηκαν τα πράγματα
Σύμφωνα με τον κ. Σαββαΐδη «ο κατάλογος των πεδίων αντιπαραθέσεων καθίσταται την περίοδο αυτή μακρύς σε αριθμούς και εμπλουτισμένος στη σύσταση και τη δομή του. Στα κλασικά αντικείμενα των συνόρων των μειονοτήτων προστίθενται αμφισβητήσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, απειλές για casus belli, γεωστρατηγικοί και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί στον αέρα και στην θάλασσα, οικονομικοί ανταγωνισμοί στην αναζήτηση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων, αμφισβήτηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, όροι εμπόδια και προϋποθέσεις στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και τέλος το προσφυγικό.

Όμως κατά καιρούς έγιναν προσεγγίσεις που έχουν ενισχύσει τη διμερή τους συνεργασία σε σειρά τομέων που μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη σχέση τους όπως στον πολιτισμό, τον τουρισμό, στις μεταφορές, την πολιτική προστασία κ.α

Κεντρικός στόχος όλων αυτών των εξελίξεων που μετρούν δεκαετίες ζωής τίθεται και παραμένει η εγκαθίδρυση ενός πλαισίου αμοιβαίας συνεργασίας σε μεγάλο αριθμό ζητημάτων τα οποία μεν χαρακτηρίζονται ως ζητήματα χαμηλής πολιτικής αλλά μπορούν μεσοπρόθεσμα να αποδώσουν ευεργετικούς καρπούς στα σοβαρά ανοιχτά ζητήματα, διευκολύνοντας την αντιμετώπισή τους μέσω προώθησης ενός κλίματος εμπιστοσύνης και αλληλοκατανόησης».

Σύμφωνα με τον ίδιο θεαματική πρόοδο έχουν σημειώσει κατά τα τελευταία 15 χρόνια οι διμερείς οικονομικές σχέσεις μέσω της προώθησης των επενδύσεων σε πολλούς τομείς. Κυριότερη αιτία της θεαματικής προόδου όπως ανέφερε ήταν το γεγονός ότι οι οικονομικές σχέσεις απηλλάγησαν από τον καταθλιπτικό εναγκαλισμό των πολιτικών εκκρεμοτήτων και η επιχειρηματική πρωτοβουλία κινήθηκε σε ένα χαλαρότερο περιβάλλον.

Όμως κατά τον κ. Σαββαΐδη η ακτινογραφία του πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων οδηγεί σε απογοητευτικά συμπεράσματα. Ανοιχτά μέτωπα παντού αποκλίνουσες και αντίθετες αντιλήψεις και προσεγγίσεις, αναφορικά με τις αιτίες και τη μεθοδολογία αντιμετώπισης των μεγάλων ζητημάτων.

Επιλεκτική αποδοχή ή απόρριψη διεθνών κανόνων, εθνική ρητορική στην άρση εθνικιστικών προτύπων από ηγεσίες ή πνευματικές ελίτ δημιουργούν ένα καθολικό συναίσθημα ότι τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι πλέον ανεπίλυτα. Όπως είπε επίσης «για εντελώς διαφορετικούς λόγους τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία, βρίσκονται σήμερα στο σταυροδρόμι της ιστορίας τους και ειδικά της διεθνούς πορείας τους. Οι βασικές τους επιλογές στη διεθνή σκακιέρα δεν έχουν αλλάξει αλλά η μακρά και συνεχιζόμενη οικονομική κρίση στην Ελλάδα και η βαθιά μετάλλαξη του εσωτερικού καθεστώτος στην Τουρκία προς αυταρχικά πρότυπα σε συνδυασμό με την απομάκρυνση της ευρωπαϊκής της προοπτικής φέρουν στην επιφάνεια ερωτηματικά για το πρακτέον και τις ακολουθητέες πολιτικές εφαρμογής του».

Σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν τα ανοιχτά ελληνοτουρκικά ζητήματα είναι κυρίως γεωπολιτικής γωστρατηγικής και γεωοικονομικής φύσεως. Η πρώτη εκτίμηση είναι ότι και οι δύο χώρες βρίσκονται σε ένα χώρο μέγιστης στρατηγικής αξίας που ιστορικά παράγει διενέξεις εντάσεις συγκρούσεις αστάθεια και εξαγωγή προβλημάτων στο περιφερειακό και ευρύτερο επίπεδο.

Απαιτείται χρόνος και συνέπεια
«Οι δύο χώρες ατομικά δεν είναι απλώς παίκτες για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων αλλά ουσιαστικοί διαμορφωτές και παράγοντες που έχουν λόγο ρόλο και ευθύνη στην εξέλιξη των καταστάσεων.
Κατά την εκτίμησή μου ο κύριος λόγος που η πολιτική και οι συμπεριφορές των δύο χωρών στο γεωπολιτικό χώρο είναι αντιφατικές και ασύμβατες είναι οι ελλείψεις κοινού οράματος, στρατηγικής συναντίληψης στην αντιμετώπιση των μεγάλων ζητημάτων και προκλήσεων που και οι δυο αντιμετωπίζουν» υπογράμμισε ο ομιλητής και πρόσθεσε: «Τα χρόνια της ουσιαστικής στασιμότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι χρόνια μεγάλων κινδύνων και απωλειών και για τις δύο χώρες. Αντί λύσεων επί σειρά ετών αναλίσκονται σε πολιτικές αναλύσεις εσωτερικών παραγόντων ισχύος η μία και σε παγίωση μονομερών στοχεύσεων η άλλη.

Οι πρακτικές αυτές δοκιμάζονται σήμερα από την παρατεταμένη οικονομική κρίση στην Ελλάδα και τη βαθιά εθνική πολιτική και κοινωνική κρίση στην Τουρκία. Ειδικά η Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα το 2016, και τα όσα προηγήθηκαν με το δημοψήφισμα έχει ανάγκη περισυλλογής και συσπείρωσης για το που θα βαδίσει ποιες προτεραιότητες θα θέσει στην αντιμετώπιση των μεγάλων εξωτερικών και εσωτερικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει.

Εμείς ως Ελλάδα διαθέτουμε γεωπολιτικά εργαλεία τα οποία οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε όταν η συμπεριφορά μας και στο εσωτερικό της χώρας εμπνεύσει διεθνή εμπιστοσύνη σοβαρότητα και δέσμευση στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος.
Όταν μέσω πολιτικών επιδιώκουμε συμμαχίες, κοινά συμφέροντα και κοινές πρωτοβουλίες και όταν εξηγούμε και πείθουμε φίλους και αντιπάλους ότι έχουν πολλά να κερδίσουν εφόσον αντιμετωπίσουν τη χώρα μας ως ενεργό πόλο εξαγωγής και διαχύσεως ασφάλειας και σταθερότητας στον άμεσο περίγυρό μας αλλά και πέραν αυτού.

Η προσπάθειά μας απαιτεί χρόνο και συνέπεια. Οι γεωπολιτικές παράμετροι εμφανίζουν μία σταθερή μορφή. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες εμβολιάστηκαν από τα στοιχεία της ανασύνθεσης και της ρευστότητας. Το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι στο επίκεντρο των στοχεύσεων των δύο χωρών στη γεωπολιτική τους περιφέρεια και αναμένει το εναρκτήριο λάκτισμα για να ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο αγώνα μεσομακροπρόθεσμου ορίζοντα. Δεν θα πρέπει να αναζητούμε νικητές και ηττημένους αλλά αμοιβαία επωφελούμενους και είναι αυτονόητο ότι τα οφέλη θα προκύψουν και στο εσωτερικό των χωρών. Η προοπτική επιτυχίας δεν θα έρθει από μόνη της ούτε με τη βοήθεια της Ευρώπης ή των ΗΠΑ αυτές θα κινηθούν στην κατεύθυνση επίλυσης  των ελληνοτουρκικών προβλημάτων μόνο αν το επιβάλουν τα συμφέροντά τους ή η συγκυρία. Η επιτυχία θα σημειωθεί αν αποφύγουμε λάθη και συμπεριφορές του παρελθόντος και του παρόντος και αν επιτύχουμε την προσέγγιση των προβλημάτων που μας ταλανίζουν από πολιτικής και οικονομικής πλευράς.
Σε όλα αυτά μία εθνική κοινή γνώμη κατάλληλα και έγκαιρα ενημερωμένης δεν είναι απλώς ένας συμπληρωματικός στόχος αλλά πρωταρχικής σημασίας μέλημα» κατέληξε ο κ. Σαββαΐδης.

Οι θαλάσσιες ζώνες
Κατά το δεύτερο μέρος του σεμιναρίου και αναφερόμενος στο θέμα των θαλασσίων ζωνών ο κ. Σαββαΐδης υπογράμμισε ότι η πεμπτουσία της έννοιας του ελληνισμού ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη εθνικά, γεωπολιτικά, γεωστρατηγικά με την αρχική εγκατάσταση την ιστορική διαδρομή και την επιβίωση του έθνους μας ως ενιαίου συνόλου σε ένα δίπολο σχήμα ηπειρωτικό και νησιωτικό.

«Οι θαλάσσιες ζώνες της χώρας μας αποτελούν σήμερα ύψιστη προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Τα χερσαία σύνορά μας είναι προσδιορισμένα από το διεθνές δίκαιο και τις συνθήκες κατά τρόπο σαφή και οριστικό, από το 2016 και εφεξής έχει αναγάγει το ζήτημα της οριοθέτησης όλων των θαλασσίων ζωνών που δικαιούται σε ζήτημα υψηλής στρατηγικής. Επίσης αν σκεφτεί κανείς πόσους αγώνες και θυσίες απάιτησε για το έθνος μας ο καθορισμός των χερσαίων συνόρων της χώρας μας μπορεί να κάνει συγκρίσεις και εκτιμήσεις της σημασίας του εγχειρήματος για τις θαλάσσιες ζώνες μέσω της διαπραγμάτευσης και της διπλωματίας» είπε προσθέτοντας τα εξής: «Τα ζητήματα του δικαίου της θάλασσας είναι αλληλοεξαρτώμενα και απαιτούν συνολική προσέγγιση.  Ο ρόλος των κομμάτων και της ενημερωμένης της κοινής γνώμης είναι πολύ σημαντικός. Απαιτείται συνεχής και ενεργή ενημέρωση για το τι γίνεται τι μπορεί και πρέπει να γίνει πότε και με τι τρόπο και προϋποθέσεις.

Και επίσης συνθηματολογία, συνωμοσιολογία, υπαινιγμοί προδοσίας, συσχετισμοί με την τρέχουσα οικονομική κρίση, και άγνοια πολιτικών δεδομένων είναι γνώριμες συνταγές που οδηγούν είτε σε αδράνεια είτε σε λάθη στρατηγικής και τακτικής που μπορεί να έχουν κόστος για τα μακροχρόνια συμφέροντα της χώρας».
Καταλήγοντας ο κ. Σαββαΐδης τόνισε ότι απαιτείται πολιτική βούληση, σε βάθος γνώση των πολιτικών ζητημάτων και συνδυαστική προσέγγιση και βέβαια τα όποια αποτελέσματα δεν θα επηρεάσουν μόνο τις διμερείς σχέσεις της Ελλάδος με άλλες χώρες αλλά την ειρήνη τη σταθερότητα την ασφάλεια την ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής όπου αυτές οι συμφωνίες εφαρμόζονται.

Ο κ. Γιώργος Σαββαΐδης
Ο κ. Γιώργος Σαββαΐδης