Καταπέλτης η μελέτη για την  κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ

Καταπέλτης για τους φωστήρες της κυβέρνησης και του υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι έχουν νομοθετήσει την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά (σε όσα ακόμα ισχύει) αποτελεί η μελέτη του Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών.

Η μελέτη αυτή, παρουσιάστηκε την περασμένη Τρίτη στο Επιμελητήριο Λέσβου και τα ευρήματά της, ήταν περίπου αναμενόμενα.

Ότι δηλαδή θα καταστραφούν οι τοπικές οικονομικές των νησιών χωρίς δημοσιονομικό όφελος. Κάτι τέτοιο άλλωστε έγινε και με την περίπτωση της κατάργησης των μειωμένων συντελεστών σε Ρόδο και Κάρπαθο για την επαναφορά των οποίων, δεν γίνεται ούτε κουβέντα.

Σύμφωνα με την μελέτη που παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο του Ινστιτούτου κ. Κορομηλά και με βάση το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» της Λέσβου η ενδεχόμενη  κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, όχι απλά θα επιβαρύνει σημαντικά τους εξαντλημένους (και) οικονομικά πολίτες και επιχειρήσεις των νησιών, αλλά δεν θα προσφέρει και τίποτα το σημαντικό στους «στόχους» της κυβέρνησης να αυξήσει τα έσοδά της από τον ΦΠΑ γενικά.

Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου το στοιχείο της έρευνας που δείχνει ότι τα εκτιμώμενα έσοδα για το κράτος από την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν ούτε καν τα 68 περίπου εκ. ευρώ, χωρίς καν να λαμβάνεται υπόψη η απώλεια εσόδων λόγω και της αναμενόμενης αύξησης της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Κοινώς τα 85 εκ. ευρώ που προσδοκά η Κυβέρνηση να επιτύχει στους αριθμητικούς της στόχους από την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος, δεν προκύπτουν σε καμία των περιπτώσεων σύμφωνα με την επίμαχη και εμπεριστατωμένη μελέτη.

Αλλά ακόμα και αν προέκυπταν θα ήταν αστεία η συζήτηση μπροστά στην συνεισφορά τους στα 14 δις που προϋπολογίστηκαν ως έσοδα από τον ΦΠΑ, στο προϋπολογισμό του 2016.

Παρουσία λοιπόν του ιδίου του προέδρου του Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών Γιώργου Κορομηλά, παρουσιάστηκε η  μελέτη για τις επιπτώσεις της κατάργησης των μειωμένων συντελεστών στα νησιά, η οποία αναμένεται στο εξής να λειτουργήσει ως το βασικό εργαλείο «διαπραγμάτευσης» με την κυβέρνηση για την άρση της πρόβλεψης εξαφάνισης του ειδικού καθεστώτος για τα νησιά.

Το δημοσιονομικό… όφελος
Τα αποτελέσματα αυτής, σε γενικές γραμμές επιβεβαίωσαν μία εκτίμηση που υπάρχει όταν μιλάμε για «δημοσιονομικούς στόχους», οι οποίοι προσεγγίζονται αποκλειστικά με… μαθηματικές μεθόδους. Πως πολύ απλά δεν βγαίνουν από τις προθέσεις, τις αφαιρέσεις, τους πολλαπλασιασμούς και τις διαιρέσεις, αν δεν προηγηθούν οι τομές που απαιτούνται στην οικονομία για να βελτιωθεί (ή έστω προστατευτεί) η θέση των «καταναλωτών».

Οι οποίοι παρεμπιπτόντως είναι εκείνοι που θίγονται περισσότερο από και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις από την εξίσωση των συντελεστών του ΦΠΑ, βάσει πάντα της έρευνας.   
Τι υποστηρίζει όμως επ΄ακριβώς η έρευνα στο βασικό ερώτημα του, αν η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τα δημόσια έσοδα;

«Όσο αυξάνεται ο συντελεστής, μεγαλώνει η απώλεια εσόδων λόγω αυτής της διάβρωσης της φορολογικής βάσης», σημειώνεται χαρακτηριστικά στο πολυσέλιδο πόνημα: «Οι επιπτώσεις από την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών στα νησιά του Αιγαίου σε επίπεδο τοπικών οικονομιών, κατά συνέπεια και στην οικονομία της χώρας, κανείς δεν περιμένει να είναι θετικές, διότι αυξάνεται το κόστος διαβίωσης των κατοίκων, οι τοπικές οικονομίες θα μπουν σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση από αυτή που ακόμα καταγράφεται στην υπόλοιπη χώρα και φυσικά ως κατεξοχήν τουριστικοί προορισμοί για την πλειοψηφία αυτών, θα χαθεί η ανταγωνιστικότητά τους τη στιγμή που το ζητούμενο, είναι η αύξησή της […].

 Κατά συνέπεια βάσει του συντελεστή αναγωγής από τους μειωμένους στους κανονικούς συντελεστές που χρησιμοποίησε το τεχνικό κλιμάκιο του ΔΝΤ στην έκθεσή του, χωρίς να ληφθεί υπόψη η απώλεια εσόδων λόγω της αναμενόμενης αύξησης της παραβατικής συμπεριφοράς, τα επιπλέον έσοδα από την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να υπερβούν το ποσό των 68.789.160,00 ευρώ», υποστηρίζει η έρευνα στο επίμαχο ζήτημα και αποτυπώνει στη συνέχεια και τη «μεγάλη εικόνα».

Η συνεισφορά στο κράτος
Δηλαδή την συνεισφορά της κατάργησης του μειωμένου συντελεστή στα 32 νησιά, που αναμένεται από την 1η Ιανουαρίου 2018 η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών, στο σύνολο των εσόδων από τον ΦΠΑ για το κράτος. Χαρακτηριστικά υποστηρίζουν οι ερευνητές: «Τα δημόσια έσοδα δεν θα αυξηθούν ούτε θα δημιουργηθούν πρωτογενή πλεονάσματα αν καταργηθούν οι μειωμένοι συντελεστές στα νησιά του Αιγαίου.

Σε αναμενόμενα έσοδα από το ΦΠΑ συνολικού ύψους 14.376.000.000 (προβλέψεις προϋπολογισμού 2016) και με την παραδοχή ότι δεν θα αυξηθούν τα μεγέθη της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, ο ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου αντιπροσωπεύει ποσοστό 1,10% τα δε προσδοκώμενα έσοδα από την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος των νησιών του Αιγαίου, ποσοστό 0,48%».

Οι συνέπειες της κατάργησης
Έχει ενδιαφέρον όμως να υπογραμμιστούν και οι συνέπειες που θα επιφέρει η εξίσωση των συντελεστών του ΦΠΑ στα νησιά, με την υπόλοιπη Ελλάδα. Αφού η έρευνα υποστηρίζει ότι κατάργηση του ειδικού καθεστώτος οδηγεί στα εξής:

- Στη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής των κατοίκων των νησιών (αύξηση κόστους μεταφοράς εμπορευμάτων και πρώτων υλών, αύξηση κόστους παρεχομένων υπηρεσιών).
- Στη μείωση της ανταγωνιστικότητας των παραγομένων στα νησιά προϊόντων.
- Στη μείωση της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών επιχειρήσεων.

Στην αύξηση της ύφεσης με αποτέλεσμα της συρρίκνωση των τοπικών οικονομιών.
- Στο κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων αλλά και μεγαλύτερων επιχειρήσεων, στην αύξηση της ανεργίας και στην ερήμωση των νησιών.

«Επισημαίνεται επίσης ότι η ταμειακή επιβάρυνση των κατοίκων, επηρεάζει ακόμη περισσότερο την αρνητική ψυχολογία που ήδη υπάρχει και ως αποτέλεσμα θα είναι να αυξηθεί ο τζίρος της μαύρης οικονομίας και να εκτιναχθεί στα ύψη η φοροδιαφυγή.

Επίσης οι τουρίστες θα γίνουν ακόμα πιο διστακτικοί στην επιλογή ως τουριστικού προορισμού των νησιών του Αιγαίου, βλέποντας τη μείωση της αγοραστικής τους ικανότητας λόγω υψηλών συντελεστών», καταλήγει η έρευνα μεταξύ άλλων, σε ότι αφορά στις συνέπειες.