Ο Μαουνιέρης

Γράφει η Γεωργία Καρδούλια-Τσουρουνάκη

Καθισμένος στην κουνιστή του πολυθρόνα ο παππούς ταξίδευε με την σκέψη του ναρκωμένη στα αλλοτινά του χρόνια... Οπως συνήθιζε να μας λέει, σαν ήθελε να μας αναπαραστήσει γεγονότα που είχαν σημαδέψει την ζωή του και που κρεμόμουν κυριολεκτικά από τα χείλη του σαν αφηγόταν τις περιπέτειές του στα χρόνια της κατοχής και μετέπειτα στους αγώνες του για επιβίωση στα παρασκήνια της υπαίθρου.

Είχε ένα σπάνιο τρόπο να προελκύσει και τον πιο δύσκολο ακροατή. Ακόμη και τον θείο Γιάννη που τον συναγωνιζόταν στις ιστορίες, πολλές φορές τον αποθέωνε καθώς τον ξεναγούσε στο αστείρευτο ποτάμι της ζωής του, όπου πάντα κάποιο πλεούμενο βρισκόταν να κουμαντάρει τα φουσκωμένα πανιά του. Τον θυμάμαι πάντα μ’ εκείνο το πλατύ του χαμόγελο να μας υποδέχεται με τις αγκάλες ανοιχτές, σαν θεόρατες φτερούγες και να μας ζεσταίνει με την άχνα της στοργής του. Κανείς δεν υπήρχε που να μη έχει κάτι να πει για τον παππού, τον κυρ Κωνσταντή τον μαουνιέρη.

Ετσι τον ήξεραν όλοι στο νησί, μιας και του βγήκε το παρανόμι από την κατοχή. Τότε που μετέφερνε τους κυνηγημένους πατριώτες και τους συμμάχους... που “κακοχρονονάχουνε”, έτσι συνήθιζε να λέει. Μια φορά μας διηγήθηκε:

«Κανείς ξένος παιδιά μου δεν αγάπησε αυτόν τον τόπο, όσο εμείς οι ίδιοι. Ξέρετε γιατί; Ζήλευαν. Ναι, ζήλευαν την περηφάνεια μας, κι απορούσαν με τη δύναμη της ψυχής μας. Μάρτυς μου ο Θεός. Αν ξαναχρειαζόταν, αυτή η καρέκλα δεν θα με κρατούσε. Και με το ένα πόδι, πάλι μαουνιέρης θα γινόμουν για να τους πετάξω αυτή τη φορά στην μαύρη θάλασσα, όσους δεν σέβονται την πατρίδα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. 

Μια φορά, έτυχε να ναυλώσει το καΐκι μου μια γυναίκα. Που μα την Παναγία την Γλυκοφιλούσα, μου άφηκε κουσούρι εδώ μέσα στα σωθικά μου. Ηταν απόβραδο. Τα περισσότερα καΐκια είχαν αράξει στο καρνάγιο. Μόνον όσοι τάχαν καλά με τους Γερμαναράδες, μπορούσαν και σεργιανούσαν ανενόχλητοι μετά την δύση. Πάντως εγώ δεν τους φοβόμουν. Κι αυτό το γνώριζαν καλά όσοι ήθελαν να ξεφύγουν κάτω από την μύτη τους. Εκείνο το βράδυ, ήμουν έτοιμος να σαλπάρω κρυφά μπας και πιάσω κανένα σκυλόψαρο να θαραπέψω τα έξη άδεια στομάχια των παιδιών μου και της κυρά Φρόσως της συντρόφισσάς μου.

Ετσι όπως ετοίμαζα να πιάσω το κουπί και μουλωχτά να ξεστρουφίξω από τα γυάλινα μάτια του Γερμαναρά, καθώς ανύσταγα περιπολούσε στο φάρο, βλέπω μια λυγερή νεράιδα να μου γνέφει από την άκρη του μώλου.  Της έκαμα με τη σειρά μου νόημα να έρθει στο καΐκι. Τα λόγια εκείνο τον καιρό περίσευαν. Με τα μάτια συνεννοούμασταν σαν κάτι μας έγνοιαζε... με πλησίασε, τότε πρόσεξα πως εκτός από την κορμοστασιά της είχε κι ένα πρόσωπο φεγγάρι, που έφεγγεν ο τόπος. Στο στήθος της κρατούσε ένα μωρό μισοκοιμισμένο.

- Ανθρωπέ μου σώσε με την άμοιρη, με κυνηγάνε. Τον άνδρα μου τον έφαγαν οι “φίλοι” μας οι δοσίλογοι. Τώρα κυνηγάνε και μένα.

Σαν αστραπή πέρασε ο αναθεματισμένος ο προβολέας. Ευτυχώς για την καλή μου τύχη είχα σκύψει, να κάμω τόπο να περάσει η άγνωστη λυγερή γυναίκα. Και γρήγορα με μια κίνηση, γλυστρήσαμε από το καρνάγιο, γιαλό γιαλό, ίσα που ξεφύγαμε με την ψυχή στο στόμα, αφού τα γαυγίσματα των λυσασμένων σκυλιών, καθώς και τα ποδοπατήματα από τις αρβύλλες των στρατιωτών ακούγονταν να πλησιάζουν.

Δεν ξέρω που βρήκα τόση δύναμη εκείνη την νύχτα. Κωπηλατούσα ασταμάτητα, χωρίς να μιλούμε οι δυό μας. Ωσπου σε μια στιγμή πρόσεξα την έκφραση της άγνωστης. Ηταν χλωμή και απηυδισμένη, έτοιμη να λιποθυμίσει. Την πλησίασα και τότε μόνο κατάλαβα, πως η δύστυχη, τόσην ώρα, κρατούσε το νεκρό παιδί της. Το πήρα από τα χέρια της κι εκείνη αδιαμαρτύρητα, με βλέμμα απλανές σαν να με ικέτευε σιωπηλά, χωρίς άλλη δυνατότητα αντοχής, έπεσε στους ώμους μου λιπόθυμη. Προσπάθησα να την συνεφέρω, όμως στάθηκε αδύνατο. Εννοιωθα κάτι αλλόκοτο, γι’ αυτή τη δύστυχη.

Την σκέπασα με μια βρισκούμενη μισοσκισμένη κουβέρτα και δίπλα το άψυχο πλασματάκι, με το αγγελικό, προσωπάκι, ήταν χλωμό και παγωμένο. Μου ράγισε την καρδιά. Εμεινα πολλή ώρα να τους κοιτώ χωρίς να μπορώ να σκεφθώ. Βρισκόμουν μισοπέλαγα. Επρεπε να βρω τρόπο να την βοηθήσω να ζήσει. Για μια στιγμή νόμιζα πως οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν, ώσπου στο νου μου ήρθε ένα παλιό κρητικό τραγούδι “Τον ανδριωμένο μη τον κλαις...”. Επνιξα τα δάκρυά μου, δαγκώθηκα, κι άρχισα να ψελλίζω καταβάλλοντας κουράγιο να συνεχίσω το κουπί, έως ότου βγω σε στεριά.

Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Εταξα του άη Νικόλα να με κρατήσει ακούραστο, κι απ’ την άλλη έβλεπα μπροστά μου ένα θεώρατο άντρα με ένα κοντάρι, να μου ανοίγει δρόμο μέσα απ’ τα κύματα. Η αυγήμε βρήκε αποκαμωμένο πάνω στο κουπί. Σε μιαν έρημη ακτή. Ο ήλιος αμυδρά σαν να την νανούριζε, αντιφέγγιζε πάνω στο πρόσωπό της που έλαμπε!

Ηταν σωστή νεράιδα. Με προσοχή να μη ταράξω την αγγελική μορφή της, πήρα το άψυχο πλασματάκι και προσπάθησα, όσο το δυνατό να βρω χώμα ελαφρό να σκεπάσει το βελούδινο κορμάκι του. Πολλές προσευχές δεν ήξερα. Θυμόμουν μόνο το “Πιστεύω εις ένα Θεόν...” και του έφτιαξα με δυό καλάμια ένα σταυρό.

Κατηφόριζα με το μυαλό μου στην άμοιρη μάνα. Ο ήλιος τώρα είχε προχωρήσει, καταμεσούρανα και η μέρα πήρε για τα καλά. Επρεπε να βρω τρόπο να της το πω. Για πρώτη φορά στη ζωή μου τα είχα τόσο χαμένα. Στη βάρκα με περίμενε μια απροσδόκητη έκπληξη. Η άγνωστη λυγερή δεν ήταν εκεί. Στην κουβέρτα που την είχα σκεπάσει, είχε αφήσει ένα μενταγιόν, σχήμα καρδιάς, που είχε χαραγμένο ένα μονόγραμμα. “Ηρώ”. Τάχασα. Εψαξα γύρω γύρω την ακτή. Τίποτα. Είχε γίνει άφαντη. Το μόνο σημάδι από κείνην, ήταν αυτή η καρδιά, που χωρίς να το θέλει σημάδεψε και την δική μου, με τ’ όνομά της: Ηρώ.