Λεξιστορείν: Βυσσός και... άβυσσος

Η αρχαία ελληνική λέξη "βυσσός" σημαίνει βυθός. Αν προσθέσουμε στην λέξη το "α"  στερητικό, προκύπτει η λέξη "άβυσσος"! 

Η άβυσσος λοιπόν είναι αυτή η οποία δεν έχει βυθό, δεν έχει τέρμα, είναι χωρίς τέλος, χαοτική στο βάθος της. Από την λέξη βυσσός προκύπτει και η λέξη "βυσσοδομώ" = δομώ, συγκροτώ σκέψεις κρυφά και πονηρά στο βάθος του μυαλού μου αλλά και η λέξη "αβυσσαλέος" = αυτός που έχει μεγάλο βάθος.