Αυστηρή κριτική στο απερχόμενο δ.σ. άσκησε ο Φώτης Κωστόπουλος

Αυστηρή κριτική στους χειρισμούς και στις ενέργειες που έχουν γίνει από το απερχόμενο διοικητικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, για σοβαρά θέματα και κυρίως για το φορολογικό του κλάδου τους, έκανε προχθές βράδυ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του ομιλίας, ο υποψήφιος για τη θέση του προέδρου κ. Φώτης Κωστόπουλος.

Η ομιλία έγινε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου και ο κ. Κωστόπουλος τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής:

«Η χρονική περίοδος που διανύουμε αποτελεί την χειρότερη ίσως περίοδο του δικηγορικού Σώματος.

Σε τέτοιες περιόδους αναδεικνύεται η ανάγκη ενός ισχυρού Δικηγορικού Συλλόγου,  έτσι ώστε να παλέψουμε για την ανατροπή των δυσμενών συνθηκών αλλά και ως αναχώματος για την απόκρουση κάθε περαιτέρω δυσμενών μέτρων σε βάρος μας.

Η τετραετία που πέρασε σημαδεύτηκε από την πλέον βάρβαρη ασφαλιστική επιδρομή σε βάρος των ελεύθερων επαγγελματιών  και περισσότερο  σε βάρος των Δικηγόρων που σε συνδυασμό με την φορολόγησή μας από το πρώτο ευρώ οδήγησε σε ουσιαστική δήμευση του εισοδήματος μας.

Ενώ είχαμε ήδη υποστεί  προηγούμενα την επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες σαν να  είναι εμπόρευμα, θέμα που πρέπει να το δούμε κεντρικά και με προσφυγή στα Ευρωπαϊκά  Δικαστήρια, αφού υπάρχει προηγούμενο με προσφυγή Βέλγων Δικηγόρων. 

Δυστυχώς παρά την πολύμηνη αποχή του 2016, που είχε ως αποτέλεσμα των απώλεια του συνόλου σχεδόν του εισοδήματος μας για το 2016, δεν επιτύχαμε τίποτα και αυτό πιστεύω ότι έγινε και λόγω λανθασμένης στρατηγικής και τακτικής, αφού δεν είχαμε εναλλακτικές προτάσεις, πέραν της πρότασης για αυτοτέλεια του Τ.Ν που εκ των πραγμάτων ήταν ανέφικτο να γίνει, λόγω μνημονιακών δεσμεύσεων.

Μπροστά σ’ αυτή την λαίλαπα των τελευταίων ετών, θεωρώ ότι οι συνδικαλιστικοί μας εκπρόσωποι, αντιμετώπισαν την κατάσταση με παθητικότητα και μοιρολατρικά.

Και ενόσω συνέβαιναν όλα αυτά η απερχόμενη Διοίκηση του Συλλόγου μας, δεν ένιωσε την ανάγκη να συγκαλέσει έστω και μια φορά τακτική Γενική Συνέλευση, την τετραετία που πέρασε, παρά μόνον αρκείτο σε συνάξεις στις οποίες μας ανακοίνωσε απλώς τις αποφάσεις της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, κατόπιν εορτής.

Όμως συνάδελφοι  ένας Συλλογικός θεσμός όπως είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν μπορεί να λειτουργήσει εύρυθμα, εάν δεν λειτουργούν τα Συλλογικά του όργανα με κυρίαρχο αυτό της Γενικής Συνέλευσης.

Δεν είναι μόνον ότι την σύγκληση μιας τουλάχιστον Γ.Σ τον χρόνο την επιβάλλει  ο Κώδικας μας  αλλά η σύγκληση Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων αποτελεί και ουσιαστική ανάγκη γιατί σ’ αυτές μπορούμε να συζητήσουμε θέματα που αφορούν την επαγγελματική μας καθημερινότητα και ανάγκες.

Το ίδιο ισχύει και για το Δ.Σ το οποίο δεν μπορεί να συνεδριάζει δια περιφοράς ούτε με τηλεφωνική πρόσκληση την τελευταία στιγμή.

Η επανάκτηση της χαμένης συλλογικότητας μας θα γίνει μόνον μέσα από την τακτή και εύρυθμη λειτουργία των συλλογικών οργάνων του Συλλόγου μας.

Και ενόσω η έλλειψη λειτουργίας των Συλλογικών οργάνων ήταν ορατή και αντιληπτή απ’ όλους μας, αυτό μάλλον δεν έγινε αντιληπτό από τα μέλη της  απερχόμενης διοίκηση.

Διαβάζω προγραμματικές θέσεις συνυποψηφίων Προέδρων που διετέλεσαν μέλη της απερχόμενης Διοίκησης τα τελευταία 10-16 χρόνια από θέσεις μάλιστα ευθύνης Αντιπροέδρων, Γραμματέα, Ταμία, οι οποίοι ομιλούν για την ανάγκη λειτουργίας του Δ.Σ και Γ.Σ, όταν αυτά ουδόλως λειτούργησαν την 4ετία που πέρασε αλλά και τις προηγούμενες θητείες.

Βέβαια αναφέρονται και σε πλήθος άλλων προτάσεων και προβλημάτων που παραμένουν ανεπίλυτα τόσα χρόνια και υπόσχονται την επίλυση τους.

Και το ερώτημα που πιστεύω ότι έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό όλων μας είναι,  τι  τους εμπόδισε να λειτουργήσουν τα όργανα και να υλοποιήσουν  κάποιες από τις προτάσεις που τώρα μετά 15 χρόνια θητείας, θυμήθηκαν;

Τι τους εμπόδισε και δεν έχουν προβεί  π.χ. σε οικονομικό απολογισμό  τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια;

Κάτι που συνιστά εκτός από υποχρέωση με βάση τον Κώδικα και σεβασμό προς τα μέλη του συλλόγου, αφού έχουμε δικαίωμα να ξέρουμε πως και που ξοδεύτηκαν τα χρήματα μας, αφού εμείς είμαστε οι αποκλειστικοί χρηματοδότες του Συλλόγου μας.

Νομίζω ότι οφείλουν μια δημόσια απάντηση στο θέμα αυτό, γιατί είτε εμποδίστηκαν, οπότε πρέπει και οφείλουν να μας πουν  ποιος ή ποιοι τους εμπόδισαν, άλλως πρέπει να ομολογήσουν ότι απέτυχαν».

Προτάσεις  για τη νέα διοίκηση
Ο κ. Κωστόπουλος αναφέρθηκε επίσης με συγκεκριμένες προτάσεις για όσα θα πρέπει να γίνουν από την νέα διοίκηση ώστε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου «να αλλάξει σελίδα και να υπάρξει αλλαγή σε πρόσωπα, ιδέες και πρακτικές».
Πιο συγκεκριμένα μίλησε μεταξύ άλλων για το θέμα του Κτηματολογίου, του Δικαστικού Μεγάρου, για τις παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν ώστε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου να αποκτήσει και πάλι την «χαμένη συλλογικότητα του»  μέσα από την ουσιαστική λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Γενικής Συνέλευσης και του Δ.Σ., να γίνει εξωστρεφής και ανοικτός στα μέλη του.

Οι υπηρεσίες του Συλλόγου θα πρέπει να οργανωθούν με τέτοιο τρόπο- είπε ο κ. Κωστόπουλος- ώστε να δρουν καθημερινά προς όφελος και εξυπηρέτηση των δικηγόρων.

H ιστοσελίδα του Συλλόγου πρέπει να αναβαθμιστεί και εμπλουτιστεί. 

Να επανεκδοθεί το νομικό περιοδικό, που αποτελούσε ένα χρήσιμο εργαλείο για όλους.

Να εφαρμοστεί η κατάθεση ηλεκτρονικά δικογράφων και προτάσεων όπου με ένα κωδικό οι δικηγόροι θα μπορούν να εκδίδουν γραμμάτια και ένσημα, ηλεκτρονικά.

Να ιδρυθεί και να λειτουργήσει γραφείο πληροφόρησης  του Συλλόγου, έτσι ώστε να ενημερώνονται υπεύθυνα τα μέλη του για κρίσιμα θέματα που τους αφορούν, όπως νομοθετικές αλλαγές και για άλλα πρακτικής φύσεως ζητήματα.

Να επιδιωχθεί διαφάνεια στην λειτουργία του Δικηγορικού Συλλόγου με τους ετήσιους ισολογισμούς και προϋπολογισμούς, αφού εγκριθούν από τη Γ.Σ., να δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του συλλόγου.

Να αναδειχθεί και να εφαρμοστεί το ζήτημα της χρονοχρέωσης εντός και εκτός γραφείου.

Να υλοποιηθεί σε συνεργασία με το ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ο θεσμός της διαιτησίας.

Να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας των Δικηγόρων και να αναβαθμιστεί και να ενισχυθεί και ο σεβασμός της παρουσίας τους στα πλαίσια που προδιαγράφονται και στον κώδικα Δικηγόρων  αλλά και με βάση την  ιστορική παρουσία και παράδοση του λειτουργήματος που ασκούνε.

Ειδική μέριμνα απαιτείται για τους νέους δικηγόρους οι οποίοι εισήλθαν και θα εισέλθουν στο Δικηγορικό επάγγελμα σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους του.

Στενή συνεργασία με το Δ.Σ της ΕΑΝΔΙΡ, και να σχεδιαστούν από κοινού τρόποι ενίσχυσης των νέων δικηγόρων,  τόσο σε  γνωστικό επίπεδο, όσο και σε  υλικό-οικονομικό για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες τους.

Ειδική μέριμνα  για τις γυναίκες δικηγόροι που είναι μητέρες, για τις οποίες θα πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες διευκόλυνσης τους στην καθημερινή άσκηση του επαγγέλματός τους, που γίνεται υπό δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με τους άνδρες δικηγόρους.