«…εάν το δεχθώ, θα είμαι ένα τίποτα…», από το έργο του Παντελή Βούλγαρη:  «το Τελευταίο Σημείωμα»

Γράφει ο αρχιτέκτονας
Αγαπητός Ξάνθης

Η πρόσφατη ταινία του Παντελή Βούλγαρη με κυκλοφορείται ως « το Τελευταίο Σημείωμα» διαδραματίζεται στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου το χρόνια της γερμανικής κατοχής και μέσα από το πρόσωπο του κουμουνιστή και συνδικαλιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη εξελίσσεται μια τραγική ιστορία.
Ο Σουκατζίδης συλλαμβάνεται από το καθεστώς Μεταξά για να καταλήξει μετά από μια περιπέτεια φυλακίσεων στον τελικό σταθμό, στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου με άλλους 200 κρατούμενους εκτελούνται ως μορφή αντίποινων για τον θάνατο του γερμανού Διοικητική της Λακωνίας ( ένας γερμανός προς 50 έλληνες).


Τα δύο κεντρικά πρόσωπα είναι ο Σουκατζίδης και ο διοικητής του στρατοπέδου, το λοχαγό των Ες-Ες, Καρλ Φύσερ.  
Γύρω από τα  άτομα αυτά στήνεται ένα «μπραντ εφερ» ψυχολογικών εικόνων και δράσεων, συγκρούσεων αλλά και σχέσης, που αφήνουν τον θεατή σε αγωνία και συνεχή ετοιμότητα να αντιληφτεί την συλλογική μνήμη των χρόνων της κατοχής.

Ο συναισθηματισμός και η κυριαρχία της ισχύος έρχονται ανάλογα το πρόσωπο που διακρίνεις. Άλλοτε ο γερμανός αξιωματικός με την πυγμή του όπλου και της διαταγής, άλλοτε με την παρουσία του Έλληνα με την αξιοπρέπεια και το ηθικό πλεονέκτημα.

Το ψυχολογικό πλεκτό εμπλουτίζεται για μεν το γερμανό από την υψηλή κουλτούρα του και τις ενοχές του για μεν τον κουμουνιστή, από τις κοινωνικές συναναστροφές του είτε με τους συντρόφους του είτε με τον ίδιο τον λοχαγό, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διερμηνέας.

Το δράμα περιπλέκεται γύρω από τη λεβεντιά των καταδικασθέντων και από την κυκλοθυμική συμπεριφορά του Λοχαγού των Ες-Ες.. Το κορυφαίο είναι η διαπροσωπική σχέση των δύο ανδρών, πιστοί στις ιδέες τους ο καθένας αλλά και τραχείς στην ιδέα της ανατροπής των.   

Η κορυφαία στιγμή είναι η ανάπτυξη του ηθικού διλήμματος, όπου δίνεται η μοναδική ευκαιρία στον Σουκατζίδη να ζωθεί σε αντικατάσταση από άλλον συγκρατούμενο του (ανάπηρο ή μεγάλης ηλικίας, κατά την επιλογή του γερμανού λοχαγού ή του ιδίου) για να συνεχίσει τη δράση του διερμηνέα των γερμανών και μάλιστα και με την παρότρυνση και των συντρόφων του, όπου του έλεγαν να σωθεί για να συνεχίσει την αντιστασιακή του δράση μέσα από την άσκηση της πράξης του διερμηνέα προς όφελος του αγώνα των ελλήνων σε βάρος των κατακτητών.   

Διαφορετικά μια σφαίρα θα σφηνωθεί στο κεφάλι του.
Είναι η ώρα της μεγάλης απόφασης.  
Είναι η επιλογή της ζωής μέσα από την αξιοπρέπεια και την αυτοπραγμάτωση ή την ταπείνωση.
Είναι η στάση ζωής μεταξύ συνεχίζω ανώνυμα ή σταματώ γενναία.
Και ο Πρωταγωνιστής επέλεξε το δεύτερο.

Απαντάει αγέρωχα, έτσι όπως διακρίνονται και οι 200 υπό εκτέλεση την ιστορική ημέρα της 1ης  Μαΐου του 1944, στην πρόκληση του λοχαγού των Ες-Ες: «Εάν το δεχτώ…θα είμαι ένα τίποτα..»
Είναι από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του ανθρώπου. Είναι η ανωτερότητα των ιδεών και της πατριδογνωσίας. Είναι αυτό που ζήλεψα, είναι αυτό που με έκανε να αισθανθώ ότι υπάρχουν ήρωες που επιλεγούν να γραφτούν στην σελίδα της  ιστορίας παρά να περάσουν απαρατήρητοι, συμβιβασμένοι, διαπραγματεύσιμοι.

Είναι η νίκη της ηθικής και των ιδεών, είναι η επικράτηση των αξιών της ελευθερίας και της ανάτασης.
Είναι η Ρωμιοσύνη που δεν κουρνιάζει αλλά «πετιέται εξ’ αρχής κι αντριεύει και θεριεύει»  για να μας παραδειγματίσει και εμάς.
Όλοι περνούμε από αυτό το στάδιο, αναλογικά.
Στη επιλογή μας από ποια πλευρά θα οδεύσουμε.        

Τελικά, το να ζεις και να γνωρίζεις το παρελθόν δεν έχει απλό εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, αλλά συνεπάγεται ευθύνη, σοβαρότητα για τον αναπροσδιορισμό των σκεπτικών μας στο παρόν και στο μέλλον με πυξίδα την κοινωνική δικαιοσύνη και τις αξίες της εποχής.

Η ιστορία δεν σχετίζεται με την απολυτωσύνη και τα στεγανά, αλλά γεννάει ερωτηματικά και αξιώνει όλες τις οπτικές και ερμηνείες που ο καθένας σταχυολογεί για να βελτιώσει τον εαυτό του.
Και αυτό… το κινηματογραφικό έργο τα πρόσφερε πλουσιοπάροχα…