Λεξιστορείν: Ένα μάρμαρο που λάμπει!

Το μάρμαρο είναι ένα είδος πετρώματος που δημιουργείται από ορυκτές προσμείξεις, άλλοτε καθαρές και άλλοτε με χρώμα.

Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το αρχαίο επίθετο  μάρμαρος που σημαίνει «αυτός που λάμπει, που αστράφτει» και το ρήμα  μαρμαίρω  που σημαίνει «λάμπω  με τρεμοσβήματα, ακτινοβολώ», μια και ως πέτρωμα xαρακτηρίζεται από έντονη λάμψη.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η  κολπική μαρμαρυγή, μια σοβαρή μορφή καρδιακής αρρυθμίας  καθώς, οι  άτακτες  συσπάσεις των μυϊκών ινών του μυοκαρδίου που προκαλεί, δίνουν την εντύπωση πως οι κόλποι της καρδιάς τρεμοπαίζουν (καθώς δεν συσπώνται  συντονισμένα),λαμπυρίζουν, σαν τα άστρα που «μαρμαίρουν», που τρεμολάμπουν.