Ο Μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνας και  η 33ής προσφορά του στην Επαρχία Ρόδου

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Συμπληρώθηκαν, ήδη, 60 χρόνια από τότε που ο μακαριστός Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνας, ύστερα από μια πολυδιάστατη γόνιμη σταδιοδρομία και προσφορά παρέδωσε το πνεύμα στον Πλάστη του.

Η 29η Νοεμβρίου 1957 ήταν για τη Ρόδο ημέρα γενικού πένθους. Την ημέρα εκείνη η Ροδιακή κοινωνία υπέστη οδυνηρό ξάφνιασμα. Όλοι ανεξαιρέτως, τόσο οι συμφωνούντες, αλλά περισσότερο και οι ολίγοι, πλέον, εναπομείναντες διαφωνούντες, ένοιωσαν το κενό, που άφησε πίσω του ο Τρύφωνας.

Επιπρόσθετα οι τελευταίοι και υπό το βάρος του ελέγχου της συνείδησής τους, αναλογίζονταν το μέγεθος της αδικίας που του καταμαρτυρούσαν, με την αδικαιολόγητη και έξαλλη πολεμική τους. Πολεμική, που υπερέβαινε τα όρια της καλώς ευνοούμενης κριτικής. Και μάλιστα, σ’ ένα άξιο Ιεράρχη, που τόσο αθόρυβα και αποτελεσματικά πρόσφερε για την διατήρηση της Γλώσσας, της Θρησκείας και γενικά των Ιερών και Οσίων του Γένους μας κατά την Ιταλοκρατία στην Επαρχία Ρόδου. 

Ο μακαριστός Απόστολος Τρύφωνας, με καταγωγή από την Κριθιά της Θρακικής Χερσονήσου, με άριστες Θεολογικές σπουδές, επιπλέον δε, με δωδεκαετής σοφία και πείρα, λόγω της προϋπηρεσίας του στον Άρειο Πάγο της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, όπου επί τέσσερα χρόνια κατείχε τη θέση του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου και έκανε βίωμα του τη Φαναριώτικη πολιτική, θεωρήθηκε ο ενδεδειγμένος να διευθύνει τη δύσκολη εκείνη εποχή, τα Εκκλησιαστικά πράγματα της Επαρχίας Ρόδου, ο οποίος, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο εγκόλπιο ημερολόγιο του έτους 2009 της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, “.... σθεναρώς ηγωνίσθη εν τη νήσω προς απόκρουσιν των υπούλων προσπαθειών απορθοδοξισμού και αφελληνισμού της νήσου...”. 

Πράγματι, αν και σε νεαρή ηλικία για τέτοια αξιώματα, μόλις 35 ετών, και με τις δυσμενείς συγκυρίες που υπήρχαν τότε, εξαιτίας του τρόπου που μεταχειρίζονταν τους Δωδεκανησίους οι Ιταλοί κατακτητές, ο Τρύφωνας ρίχθηκε στον Εθναρχικό του ρόλο με υπέρμετρο ζήλο, ικανότητα και οφθολογική εργατικότητα.

Εξαρχής έδωκε σημαντική ώθηση στα Εκκλησιαστικά και Εκπαιδευτικά πράγματα της Επαρχίας του, αναπτέρωσε το Εθνικό-θρησκευτικό συναίσθημα του Ροδιακού λαού και μερίμνησε για την Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση. Και τα αποτελέσματα της δράσης του υπήρξαν εντυπωσιακά. Αντικειμενικοί παρατηρητές αναφέρουν ότι η Παιδεία στη Ρόδο κατά την πενταετία 1915-1920 ήταν τόσο καλά οργανωμένη, ώστε προηγούνταν αυτής της υπόλοιπης Ελλάδας, τουλάχιστον, κατά μία 20ετία.

Ο Μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνος για τη δραστηριότητά του αυτή, ως και για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισε στα Πανδωδεκανησιακά Συλλαλητήρια του 1919, όπου ο Δωδεκανησιακός λαός διατράνωσε το αίτημά του να ενωθεί με τη Μητέρα-Πατρίδα, εξορίστηκε το 1921 από την Ιταλική Διοίκηση, αρχικά στην Πάτμο και ακολούθως μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και παρέμεινε επί τρία και πλέον χρόνια, μακριά από το Ποίμνιό του.

Ακολούθησε η Μικρασιατική καταστροφή και η Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923. Συνάμα η Εκκλησία της Επαρχίας Ρόδου παρέμεινε ακέφαλη και ο Εθναρχικός ρόλος του Πατριαρχείου, κατ’ απαίτησιν των Τούρκων, εξασθένισε σε μεγάλο βαθμό.

Μπροστά σ’ αυτήν την αδήριτη πραγματικότητα το Πατριαρχείο με την κατάλληλη πολιτική επιτυγχάνει την επάνοδο του Τρύφωνος στην έδρα του το 1924. Η κατάσταση, όμως, στα νησιά ήτσν τελείως διαφορετική από την προηγούμενη δεκαετία: δημιουργήθηκε νέα κατάσταση πραγμάτων. Η Τουρκία είχε ήδη, παραχωρήσει τα δικαιώματά της επί της Δωδεκανήσου στην Ιταλία και έτσι μονιμοποιήθηκε η ιταλοκρατία, με διεθνή, μάλιστα, Συνθήκη. Και επιπρόσθετα, με την άνοδο του Μουσσολίνι στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1922, η Ιταλία άρχισε να αναγνωρίζεται ακόμα περισσότερο, ως Μεγάλη Δύναμη.

Ανασκοπώντας τα διατρέξαντα της περιόδου από το 1924 μέχρι το 1946, που υπήρξε από τις κρισιμότερες περιόδους της Δωδεκανησιακής ιστορίας, με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα και με δεδομένα, τόσο την ακραία πολιτική της φασιστικής και απόλυτης κυρίαρχου επί της Δωδεκανήσου Ιταλίας να εξιταλίσει κάθε τί το Ελληνικό, που υπήρχε στα νησιά μας, όσο και τις δυσμενείς συγκυρίες για το Δωδεκανησιακό ζήτημα που δημιουργήθηκαν μετά την Μικρασιατική οδυνηρή περιπέτεια, όπου ο Ελληνισμός καθόλη της μακραίωνη και πολυκύμαντη ιστορία του δεν αντιμετώπισε φοβερότερη καταστροφή, πρέπει να αξιολογήσουμε ότι ο Τρύφωνας, με Φαναριώτικη πολιτική περιέσωσε πολλά πράγματα για την Ελληνικότητα της Δωδεκανήσου. Παντού, η παρουσία του επί 33 χρόνια ήταν εμφανής και εν πολλοίς καταλυτική στα μισελληνικά σχέδια εναντίον της Εθνικότητας των Δωδεκανήσων.

Το Μητροπολίτη Απόστολο Τρύφωνα οι Ιταλοί ουδέποτε τον εμπιστεύτηκαν. Συνέχεια τον παρακολουθούσαν και κάθε του ενέργεια αξιολογόταν από τους αρμόδιους της φασιστικής ασφάλειας.

Εξάλλου, το γεγονός και μόνο, όταν ο Ντε Βέκκι, το 1937 πραγματοποίησε το κλείσιμο όλων ανεξαίρετα των Ελληνικών Σχολείων, ο Τρύφωνας έντεχνα παρέσυρε το Διοικητή δικτάτορα να συγκατατεθεί στη λειτουργία των κατηχητικών, των σύγχρονων Κρυφών Σχολείων, με αποτέλεσμα όταν ήλθε η απελευθέρωση το 1945 να μην υπάρχει στη Ρόδο κανένα, σχεδόν, Εκπαιδευτικό κενό, να καταταγεί ο τότε Μητροπολίτης στις Μεγάλες ιστορικές μορφές του Γένους.

Πέραν της Εκπαίδευσης ο Απόστολος Τρύφωνος προχωρούσε και σε τομείς, πέραν της θρησκευτικής του ιδιότητας.

Έτσι, χωρίς υπερβολή, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, 1939-1945, η ζωή των 80.000 ατόμων της επαρχίας Ρόδου βρισκόταν, σχεδόν, υπό την πατρική του προστασία. Και οι επεμβάσεις του τόσο σε θέματα επιβίωσης, όσο και μεσολάβησης μετριασμού ή και εξάλειψης των αυθαιρεσιών του κατοχικού κατακτητή συνετέλεσαν ώστε τότε η ναζιστική θηριωδία να είναι ηπιότερη, κατά πολύ στη Ρόδο.

Ειδικότερα, όταν το 1944 και 1945 η πείνα, ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου, απλωνόταν εφιαλτικά στη Ρόδο και γι’ αυτήν ακόμη τη βιολογική μας ύπαρξη, ο Απόστολος Τρύφωνος, με υπεράνθρωπες εναγώνιες εκλήσεις του όπου γης, πέτυχε να έλθουν για τον λιμοκτονούντα Ροδιακό λαό τα αναγκαία τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού.

Τα δε κτήρια του Μανδρακίου Ρόδου, για τα οποία καυχόμαστε εμείς, όλοι σήμερα, και αποτελούν κρατική περιουσία, περισώθηκαν από την καταστροφική-μηδενιστική μανία των Ναζιστών, χάρη στην έγκαιρη και αποτελεσματική επέμβαση του Τρύφωνος. Αυτή είναι η πραγματικότητα και πρέπει να λέγεται.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο πλευρό του Τρύφωνος
Το Μάρτιο του 2004, ύστερα από 46,5 χρόνια περίπου από την εκδημία του Αποστόλου Τρύφωνος “η Ροδιακή’ έφερε στη δημοσιότητα διάφορα ντοκουμέντα, τα οποία αντλήθησαν από τα Αρχεία του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, (δημοσιογράφος Κ. Τσαλαχούρης), σχετικά με τα όσα διαδραματίστηκαν επί του θέματος Τρύφωνος, κατά την περίοδο 1946-1950, ήτοι μετά την οικειοθελή παραίτηση του αοίδιμου Ιεράρχη. 

Aπό τα προαναφερθέντα επίσημα στοιχεία παγιώνεται, πλέον, η πεποίθηση κάθε αντικειμενικού παρατηρητή, ως προς την επίσημη αναγνώριση του εκκλησιαστικού και εθνοφελούς έργου του Μητροπολίτη Απ. Τρύφωνος κατά τη διάρκεια της Ποιμαντορίας του στη Ρόδο, κάτω από τις τότε δυσμενείς συνθήκες.

Έτσι, κατά τη διάρκεια της 33ετούς ποιμαντορίας του στην Επαρχία Ρόδου ο Απόστολος Τρύφωνος ουδέποτε δημιούργησε πρόβλημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Και σε αυτό το ακανθώδες θέμα του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας Δωδεκανήσου για το οποίο οι αντιδρώντες τον κατέκρυναν κατά τρόπον ακραίον, καθόλου δεν παρεξέκλινε από τη γραμμή, την οποία με Φαναριώτικη πολιτική είχε χαράξει η κορυφή της Ορθοδοξίας.

Το μαρτυρούν πλείστα όσα έγγραφα της εποχής εκείνης του Πατριαρχείου, που ήλθαν στο φως της δημοσιότητας, ιδιαίτερα τα τελευταία του Ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών. Αποκτά, δε, το τελευταίο έγγραφο μεγαλύτερη βαρύτητα, γιατί προέρχεται από το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδας, γνωστού όντος ότι δύο από τους προτελευταίους του μεσοπολέμου πρόξενοι στη Ρόδο, ο Αν. Λιανόπουλος και ο Δημήτριος Παππάς έδειχναν προκατειλημμένοι κατά του Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος. Ως εκ τούτου, με τις κατά διαστήματα αναφορές τους επηρέαζουν την Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου.

Το υπαρ. Ε.Κ./16/2.5.1950 σημείωμα της Διεύθυνσης Εκκλησιών του προαναφερθέντος υπουργείου, αναφέρει, μεταξύ των άλλων: “...Οι εν Φαναρίω, ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (σ.σ. πρόκειται για τον Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα) και τινές διπλωματικοί υπάλληλοι έχουν την γνώμη ότι ο Απόστολος Τρύφωνος υπεχρεώθη, να υποκριθή τον φιλοϊταλικόν, ίνα έχων την εύνοιαν των Αρχών υπεραμυνθή του τα μάλα ενδιαφέροντος την Δωδεκάνησον Ζητήματος, της συνεχίσεως της από το Πατριαρχείον εξαρτήσεως.

Πράγματι, από του 1922 η Ιταλική Κυβέρνηση επεδίωκεν από το Φανάρι να εκχωρήσει εις την Δωδεκάνησον Τόμον Αυτονομήσεως, όστις θα διέκοπτε τον μετά του Πατριαρχείου πνευματικόν αυτής δεσμόν. Ο τόμος ούτος ουδέποτε εξαπελύθη και η επιτυχία αυτή αποδίδεται, κατά μεγάλο μέρος, εις την επιδεξιότητα και ευκαμψίαν του Αποστόλου...”.  

Όταν μετά τη χηρεία του Θρόνου της Επαρχίας Ρόδου από την τοποθέτηση του Μητροπολίτη Ρόδου Τιμόθεου Ευαγγελινίδη στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής και τον επακολουθήσαντα θάνατό του στις 5 Οκτωβρίου 1949, προτού ακόμη μεταβή στη νέα του έδρα, το Πατριαρχείο με τη συναίσθηση, ότι ο Τρύφωνος αδικήθηκε το 1946, καθόσον πιέσθηκε να υποβάλει την οικειοθελή παραίτησή του, κατευθυνόταν στην επαναφορά του στη Μητρόπολη Ρόδου.

Ένθερμους “συνοδοιπόρους” προς την κατεύθυνση αυτή το Πατριαρχείο βρήκε το Ροδιακό λαό, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, καθώς και το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο.  Ο τελευταίος ήλθε επί τούτου στη Ρόδο στις 9 Ιουλίου 1950 και προφασίστηκε ότι ήθελε να αναπαυθεί. Ο Γεννάδιος επιδεικτικά προγευμάτισε με τον Τρύφωνος στις 16 Ιουλίου και “ηρνήθη να αποδεχθή προγενεστέραν πρόσκλησιν και τας φιλοφρονήσεις γενομένας αυτώ υπό του Γενικού Πατριαρχικού Επιτρόπου Αποστόλου Παπαϊωάννου και ούτε επισκέφθηκε το Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσου Ροίκο Αγαθοκλή”.

Μπροστά σε αυτή την κοινή απαίτηση επαναφοράς του Αποστόλου Τρύφωνος, η Ελληνική Κυβέρνηση άρχισε να προβληματίζεται. Είναι ενδεικτικό ότι, όταν ο Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου Νικόλαος Μαυρής τον Ιανουάριο του 1950 παραιτήθηκε για να πολιτευθεί στις βουλευτικές εκλογές της 5/3/1950 και επισκέφθηκε τις Καλυθιές-Ρόδου, οι κάτοικοι με επικεφαλής τον Κοινοτάρχη και τον Ιερέα του χωριού τού ενεχείρισαν υπόμνημα για τα θέματα που τους απασχολούσαν.

Πρώτο θέμα είχαν: Αποκατάσταση του Αποστόλου Τρύφωνος στο Θρόνο της Μητροπόλεως Ρόδου. Επίσης είναι γεγονός, το οποίο πρέπει να υπογραμμιστεί: Με την κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο τότε Έλληνας Πρόξενος Ρόδου Γ.Α. Χριστοδούλου, φεύγοντας διαμήνυσε στον Μητροπολίτη Απόστολο: “...να προσπαθήσει, με κάθε τρόπο, να διατηρήσει τη Μητρόπολη και τα Κατηχητικά”. Και ο Άξιος Ιεράρχης Απ. Τρύφωνος όχι μόνο τα διατήρησε, αλλά και τα ενεργοποίησε περισσότερο στα δύσκολα εκείνα χρόνια που επακολούθησαν, κατά τρόπον ωφέλιμο τοπικά, αλλά και εθνικό συνάμα. 

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο γνωρίζοντας την αδικία της παραίτησης το 1946 αποκατέστησε πλήρως το 1951 τον Τρύφωνος ως Μητροπολίτη Αμασείας, τίτλο που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας μετά την αναγγελία του θανάτου του Τρύφωνος έστειλε στη Μητρόπολη Ρόδου και τους οικείους του το παρακάτω συλλυπητήριο τηλεγράφημα: “Κατώδυνοι πληροφορηθέντες εκδήμησιν προσφιλούς ημών αδελφού Μητροπολίτου Αμασείας Αποστόλου, ευχόμεθα ανάπαυσιν μακαρίας ψυχής αυτού”.

Αιωνία του η μνήμη...