Και αναπολώντας τα, να... κλαις

Γράφει ο Σεραφείμ Αθανασίου

Πολλά τα μέχρι σήμερα ατομικά επιτεύγματα  που με τους αγώνες τους έχουν πετύχει τα όργανα της τάξεως.

Όμως αυτά δεν αρκούν για να νιώθουν άνετα και ευτυχισμένα όταν  οι κίνδυνοι και η απαξίωση  που τα περιτριγυρίζουν είναι περισσότεροι  από όσα θετικά πέτυχαν. Και αναφέρομαι σε αυτά επειδή  θυμήθηκα την παλιά δική μου στη Χωροφυλακή εποχή που δεν είχαμε, όχι μόνο ατομικές ελευθερίες, μια που «εν παντί τόπω και χρόνω» βρισκόμαστε εν υπηρεσία, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, αλλά ούτε ένα ρεπό για ανάπαυση.

Τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια (1945-1978) εκτελούσα χρέη αστυνομικού οργάνου  και δεν πήρα ούτε ένα ρεπό και αυτή η λέξη, σε μας όλους, ήταν άγνωστη,  ακόμη και στον Αρχηγό Χωροφυλακής, ίσως και περισσότερο.

Αλλά… παρά τα τότε  δύσκολα, εν συγκρίσει με τα τωρινά, ειλικρινά δεν θα ήθελα να είμαι σήμερα όργανο τάξεως, να προπηλακίζομαι από τον αναρχικό πιτσιρικά και να  σκέπτομαι αν πρέπει να τον συλλάβω και να τον παραπέμψω στη δικαιοσύνη  επειδή στη συνέχεια, υπάρχουν πολλά γιατί και από κατήγορος μπορεί να γίνω  κατηγορούμενος.

Παρακολουθείστε μερικές υπερβάσεις προϊσταμένων στις οποίες δεν μπορούσες ούτε να “ανασάνεις”, ιδιαίτερα αν ο προϊστάμενος ήταν και “αγύριστο κεφάλι”! Ο όποιος Αστυνόμος σύμφωνα με τον Κανονισμό πειθαρχίας είχε δικαίωμα επιβολής ποινής απλής φυλάκισης μέχρι νομίζω 10 ημερών, ο Διοικητής Διοικήσεως σε “έχωνε” μέσα με αυστηρά 15 ημερών, ο Ανώτερος μέχρι 20, ο Αρχηγός μέχρι 30 και μιλάμε για πειθαρχικά παραπτώματα και όχι ποινικά  αδικήματα.

Σε περίπτωση απλής τιμωρίας μετά την εκτέλεση της καθημερινής υπηρεσίας σε κλείδωναν στο  βρώμικο, αφιλόξενο και κρύο πειθαρχείο, έχοντας παρέα κατσαρίδες. Εδώ (τότε) στεγάζονταν: Α΄Τμήμα, τροχαία και άλλες υπηρεσίες. Αν η φυλάκιση ήταν αυστηρή τότε έβγαινες από το «κελί» μόνο τρεις ώρες. Μία το πρωί, μία το μεσημέρι και μία το  βράδυ. Κατά τα άλλα επικρατούσε μια ωραία και χωρίς διαμαρτυρίες, ατμόσφαιρα.

Να  η πρώτη «ομαδική» θύμηση:

Ρόδος: Ήταν χειμωνιάτικος καιρός, ίσως 1948, και έκανε κρύο. Με κατεπείγουσα διαταγή της Διοικήσεως διαταχθήκαμε να  φοράμε (και σωστά) τις χλαίνες μας  και μέχρι νεωτέρας  διαταγής, έλεγε το έγγραφο.
Όλοι συμμορφωθήκαμε και φορέσαμε χλαίνες.

Για μια δυο μέρες εκείνα τα αλογίσια “μπαλντίμια” ήταν υποφερτά, ο καιρός όμως βελτιώθηκε και μερικοί από μας συνέχιζαν να φοράνε τις χακί κελεμπίες.

Αυτή η συνεχής περιβολή γινόταν  περισσότερο αισθητή από τους άνδρες του 3ου Αστυνομικού Τμήματος(παλιά πόλη)το οποίο στεγαζόταν πάνω από το Φαρμακείο Φραντζή, στην οδό Απελλού.

Όμως ο καιρός βελτιώθηκε  και οι άνδρες  των τμημάτων (πλην του 3ου που δεν τους άφηνε ο αστυνόμος τους) απαλλάχτηκαν από τα  βαριά «μπαλντίμια».

-“κ. Αστυνόμε σταμάτησε το κρύο, μας κοροϊδεύει ο κόσμος και ο φαρμακοποιός ρωτά  γιατί συνεχίζουμε  Οδός Απελού: Αριστερά και πάνω από τις τωρινές τέντες (τότε φαρμακείο) ήταν το Γ’ Αστυνομικό τμήμα να φοράμε τόσο βαριά ρούχα.

-”Δεν ήρθε νεώτερη διαταγή   και  συνεπώς θα τις φοράτε.
-Μα θα σκάσουμε  κ. αστυνόμε! 

-Να σκάσετε και να πλαντάξετε, μέχρι να έρθει νεώτερη διαταγή.
-Και αν ξεχάσει ο Διοικητής να στείλει  διαταγή,  τι θα κάνουμε;
-Θα φοράτε τη χλαίνη. 

Και οι άνδρες του 3ου τμήματος συνέχιζαν να φορούν τις χλαίνες  τους όπως και ο ίδιος ο αστυνόμος τους  και το έκανε αυτό για να μη έχουν κάτι να  πουν τα όργανά του.

Κυριολεκτικά αγύριστο κεφάλι και «γκράνας» του κερατά ο Υπομοίραρχος  Απόστολος Κουβελάκης στα όποια όμως αστυνομικά του καθήκοντα  πάντα άκουγε θετικά σχόλια. Στην παραλιακή Λεωφόρο (Μανδράκι-Ρόδου) απογευματινές ώρες και μέχρι σχεδόν τα μεσάνυκτα (ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα) ολόκληρες οικογένειες (παππούδες, γιαγιές, παιδιά και εγγόνια) από όλες τις συνοικίες της Ρόδου, γέμιζαν την παραλία.

Και αυτό γινόταν από την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου/31-3-1947  μέχρι-αν καλά θυμάμαι-το 1955 γιατί μετά οι συνθήκες ζωής άλλαξαν. Τότε,  και μιλάμε για εκατοντάδες  κόσμου,  οι με τις πέρα-δώθε βόλτες τους γέροντες και νεώτεροι  ξεποδαριαζόντουσαν τρώγοντας στραγάλια, σταφίδες, πασατέμπο, ψημένα καλαμπόκια  και  χράτσα- χρούτσα φρέσκα ρεβίθια (αυτά και αν ήταν), τα κλωνάρια των οποίων τα έριχναν  σε μικρά δοχεία απορριμμάτων ή  τα πετούσαν εδώ και εκεί οπότε από τα χαράματα της άλλης μέρας οι οδοκαθαριστές τους Δήμου, φορώντας λευκές μπλούζες, καθάριζαν τη μεγάλη παραλιακή Λεωφόρο ψέλνοντας συγχρόνως τον αναβαλλόμενο  στους ανώνυμους γέρους, γριές και  χαζοχαρούμενες κορασίδες, επειδή την προηγούμενη νύχτα  είχαν δείξει τη «νοικοκυροσύνη» τους.

Αλλά αλλού ήταν το σπουδαιότερο πρόβλημα.

Αυτό το πέρα– δώθε αναψυχής στην παραλιακή λεωφόρο της Ρόδου,  ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα,  με άνωθεν διαταγή  ήταν απαγορευτικό για τα απλά όργανα της τάξεως.

Περίπου η διαταγή έλεγε: Χωροφύλακες και Υπαξιωματικοί, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 12 τη νύχτα απαγορεύεται να κάνουν βόλτες στην παραλία, πολύ δε περισσότερο να κάθονται στο κέντρο «Ακταίον».

Αυτή η απαγόρευση, στα κατώτερα όργανα ήταν ταπεινωτική και μεταξύ μας, εμείς οι “παρακατιανοί”, θυμάμαι ότι τη σχολιάζαμε αρνητικά,  αλλά με  εκείνη την πειθαρχία  που επικρατούσε  ποιος τολμούσε να βγάλει «κιχ». Καταπίναμε  τη γλώσσα μας  και πέραν τούτου ουδέν. Υπήρχε βέβαια και μια  δικαιολογία.

Απαγορευόταν αυστηρά η πολιτική περιβολή  κι ίσως σκέφτηκαν πως δεν ήταν σωστό όργανα τάξεως  να κάνουν, με τις στολές τους, άσκοπες βόλτες (και μιλάμε για τους εκτός υπηρεσίας) και να μπερδεύονται ανάμεσα σε πολίτες  που τρώνε καλαμπόκια  και φρέσκα ρεβίθια πετώντας εδώ και εκεί βότσαλα καλαμποκιών και χλωρές ρίζες ρεβιθιών  χωρίς να επιλαμβάνονται για εκείνες τις έστω και  πταισματικές  παραβάσεις. Αυτό πιστεύω θα «φοβήθηκαν» και οι δικές μας τότε βόλτες  γινόντουσαν πίσω  από το Διοικητήριο. Στους Χωροφύλακες και Υπενωμοτάρχες απαγορευόταν ο γάμος  και  υποχρεωτικά  κοιμόντουσαν στα τμήματα.

-Με έγγραφη διαταγή άνωθεν απαγόρευαν στους χωροφύλακες των τμημάτων τάξεως να επισκέπτονται τα χωριά εκτός και αν  υπηρετούσαν σε ειδικές υπηρεσίες. Και εγώ ως τροχονόμος/σε πείσμα μερικών συναδέλφων που δε «χώνευα» και υπηρετούσαν σε τμήματα τάξεως/ επιδεικτικά για να τους «σκάσω»     έμαθα τα χωριά της Ρόδου καλύτερα από τους “μαχαλάδες” του χωριού μου.

Τότε, θυμάμαι, επειδή  η Ανωτέρα φοβόταν μήπως με τις φιλικές μας γνωριμίες τα ρίξουμε στο «σορλόπ» παραμελώντας τα καθήκοντά μας  εξέδωσε αυστηρή διαταγή  και απαγόρευε να «συνάπτουμε  φιλικές σχέσεις επί ποινή  τιμωρίας ή μετάθεσης. 

Τότε στη χερσαία Ελλάδα με τον εμφύλιο σπαραγμό «χαλούσε ο κόσμος»  και τρέμαμε τις μεταθέσεις  όμως παρά ταύτα και στα κρυφά, μέχρι και κουμπαριές  κάναμε. Εγώ με το συνάδελφο και φίλο Νίκο Μικέλη, βαπτίσαμε το αγγελούδι ενός τελωνειακού   υπαλλήλου, του Γιάννη Αθανασίου, τον Αντώνη. Σήμερα ο Αντώνης με την ωραία οικογένειά του ζει και Βασιλεύει στη Ρόδο και για μένα, όπως και για πολλούς φίλους του, είναι ο καλύτερος του κόσμου άνθρωπος. 

Αν τότε μας έπαιρναν είδηση  την είχαμε άσχημα.

Πολλοί συνάδελφοι προσπαθούσαν να πετύχουν μετάθεση για οποιονδήποτε Σταθμό, λίγοι όμως το κατόρθωναν και αυτό γινόταν επειδή εκείνες οι αυστηρές διαταγές δεν ίσχυαν  στους Σταθμούς Χωροφυλακής και οι εκεί υπηρετούντες  ένιωθαν Βασιλιάδες. 

Ως Ενωμοτάρχης υπηρέτησα και στο 2ο Τμήμα της Ρόδου. Με ομοιόβαθμους συναδέλφους του ιδίου τμήματος ή άλλων υπηρεσιών είχα αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Και επειδή από τη Ρόδο, την εποχή εκείνη, απουσίαζε η οικογένειά μου, έτρωγα στο εστιατόριο των οπλιτών. Με προαγωγικές εξετάσεις, ανεβαίνοντας ακόμη ένα «σκαλοπάτι» της Ιεραρχίας, έγινα Ανθυπασπιστής. Την ίδια μέρα που ορκίστηκα ο κ. Αστυνόμος, αφού πρώτα  μου ευχήθηκε και σε “ανώτερα”, στη συνέχεια μου «πέταξε» το φόβο του ως προς την «χαλάρωση», της πειθαρχίας.

«Τώρα κ. Αθανασίου τέρμα οι φιλικές συναναστροφές με  Υπαξιωματικούς, δεν επιθυμώ “χαλάρωση” πειθαρχίας. Παράλληλα θα σταματήσεις αμέσως να τρως στο εστιατόριο των οπλιτών και θα γραφτείς στο άλλο, των Αξιωματικών.

- Ναι, απάντησα, αυτό όμως θα γίνει στο τέλος του μηνός, επειδή  μέχρι τότε, έχω προκαταβάλει τα χρήματα  σίτισής μου.

Ακούγοντας τα λόγια μου και προφανώς θα νόμισε ότι «παράκουσα» τη διαταγή του, έβαλε τέτοια “γκαρούζα” που ακουγόταν έξω στο δρόμο σαν ένα γάιδαρο “τχουριούμ”.

Ο τότε Ανθυπομοίραρχος και αργότερα Στρατηγός Γεωργόπουλος Γιώργος/ που ήταν παρών και τόλμησε να πάρει το μέρος μου, λέγοντάς του: “δεν πειράζει κ. Αστυνόμε, ο κ. Αθανασίου, μέχρι το τέλος του μηνός  ας τρώει στο εστιατόριο των οπλιτών”/ δέχθηκε ένα τέτοιο  άγριο και αυστηρό βλέμμα  που εκείνο το παλικάρι έσκυψε το κεφάλι του  και δεν έβγαλε άλλη κουβέντα. Θα πω όμως και αυτό με απόλυτη ειλικρίνεια:

Στην εκτέλεση των όποιων αστυνομικών του καθηκόντων εκείνος ο “τζαναμπέτης”, ο εγωιστής που νόμιζε ότι είχε γίνει Σουλτάνος  και δεν «έσκυβε» να δέσει ούτε τα κορδόνια των παπουτσιών του  για να μη χαλάσει η «τσάκιση» του παντελονιού του, στα καθήκοντά του ήταν άψογος. Απλά το «έπαιζε» «εξουσία» και δεν είχε ψυχική επαφή με μικρότερους σε βαθμό, συνεργάτες του.

Άλλη περίπτωση: Στο Βόλο: Διαταγή προϊσταμένης Αρχής συγκεκριμένη μέρα και ώρα  υποχρεωτικά καλούσε σε ένα κέντρο όλους τους Αξιωματικούς (με τις οικογένειές τους), σε συνεστίαση γνωριμίας. 

Η ίδια όμως διαταγή απαγόρευε  στους  Ανθυπασπιστές να πάνε σε εκείνη τη «συνεστίαση γνωριμίας». Στις υπηρεσίες της πόλεως υπηρετούσαν-τότε-οκτώ Ανθυπασπιστές  και όλοι, πλην ενός, με οικογένειες. Λογίζονταν ως «δεξί χέρι» των Αστυνόμων τους και όλη η αλληλογραφία περνούσε από τα χέρια τους. 

Μάλιστα δύο εξ αυτών  ήταν Διοικητές υπηρεσιών. Ό ένας της Τροχαίας και ο άλλος (εγώ) του 4ου Αστυνομικού Τμήματος, στους Αγίους  Θεοδώρους.

Εκείνοι οι Ανθυπασπιστές ως διοικητές τμημάτων και στενοί συνεργάτες δικών τους προϊσταμένων λογίζονταν κατάλληλοι. Τα ίδια όμως πρόσωπα για να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τον πιτσιρικά– τότε- υπομοίραρχο που  συνέταξε την προσβλητική  εκείνη διαταγή επειδή το «έπαιζε» εξουσία κατά τη γνώμη του ήταν ακατάλληλα, γιατί προφανώς-θα σκέφτηκε- δεν είχαν διδαχθεί πώς να «ξεφλουδίζουν» το πορτοκάλι παρουσία προσώπων ανωτέρας τάξης.

Βέβαια στη συνέχεια και σε παράπονα συναδέλφων αναδιπλώθηκε χώρια  που  νευρικά «χοροπήδαγε» στις παρατηρήσεις του κ. Διοικητού  όταν στα αυτιά εκείνου έφτασαν παράπονα θιγομένων προσώπων. Αλλά, μια που  «πήρα φόρα»  ας γράψω ακόμη ένα  “χαριτωμένο”.

Κάποιο χρονικό  διάστημα υπηρέτησα ως αστυνόμος στην Ελευθερούπολη Καβάλας (αλήθεια, τι δεν θα έδιδα να βρεθώ ξανά ανάμεσα σε εκείνους τους φιλόξενους Μακεδόνες!!). Στην Ελευθερούπολη εγώ, στην κοντινή Καβάλα η εκπαιδευτικός σύζυγός μου, για να δω όμως την οικογένειά μου, παρά την αστική πυκνή συγκοινωνία, έπρεπε να παίρνω άδεια μόνο από το Διοικητή  Διοικήσεως.

- Κύριε Διοικητά να έρθω  στην Καβάλα;
- Να έρθεις.
- Σας ευχαριστώ.
- Παρακαλώ.
- Κύριε Διοικητά, να έρθω;
- Ναι, και αυτό συνεχιζόταν  κατ’ αραιά διαστήματα.

- Τα σέβη μου κύριε Διοικητά.
- Πάλι ζητάς  ερχομό;
-Έγκλημα είναι  να δω τα παιδιά μου;
-Όχι, να μη τα δεις σήμερα.
-Μα το μικρό μου παιδί (2 ετών ήταν-τότε-ό τώρα μαντράχαλος), είναι άρρωστο.
- Και εγώ άρρωστος, άφησέ με τώρα, έχω σύσκεψη.
- Γιατί κ. Διοικητά δεν στέλνετε εδώ άγαμο συνάδελφο και να φέρετε εμένα στην Καβάλα;

Δεν έχω κανένα άγαμο, μου απάντησε, και μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.  
Γεμάτος θυμό και  στενοχώρια, χτύπαγα το κεφάλι μου στον τοίχο  το ίδιο όμως βράδυ μεσάνυκτα και κάτι,ξαφνικά, είδα μπροστά μου τον Ανώτερο Διοικητή, Συνταγματάρχη Γιάννη Ζαφειρόπουλο, ο οποίος  επέστρεφε από τη Θεσσαλονίκη.

- Γιατί τέτοια ώρα στο γραφείο σου Αστυνόμε,συμβαίνει τίποτε;
- Όχι κ.Ανώτερε,απλά εδώ μένω και ασχολούμαι με υποθέσεις του γραφείου, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Είσαι άγαμος; 
- Είμαι έγγαμος με τρία παιδιά.
- Και γιατί δεν είσαι στο σπίτι σου;
- Επειδή η σύζυγός μου ως δασκάλα υπηρετεί στην Καβάλα και μένουν εκεί
- Γιατί τα βράδια δεν πηγαίνεις να κοιμάσαι στο σπίτι σου και, να επιστρέφεις το πρωί με την αστική συγκοινωνία; 
- Χαμογέλασα: Εδώ ο κ. διοικητής δεν με αφήνει τα μεσημέρια, θα με αφήσει τις νύχτες; 

Με κοίταξε ερευνητικά:
- Εσύ θέλεις να έρθεις την Καβάλα;
- Και αυτή τη στιγμή κ.Ανώτερε.
- Κάνε μου μια δήλωση ότι, με δικές σου δαπάνες, επιθυμείς  μετάθεση. Ούτε κατάλαβα πότε την έγραψα και του την έδωσα.

Σε πέντε μέρες βρισκόμουνα στο Α’ Τμήμα Καβάλας, αστυνόμος του οποίου ήταν ο Μοίραρχος (και αργότερα Στρατηγός) Κωστοκανέλης Χρήστος, ένας υπέροχος άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, έντονη προσωπικότητα και γεμάτος καλοσύνη.

Εκείνη τη μετάθεση ποτέ δεν  μου τη συγχώρεσε ο Διοικητής της Διοικήσεως Καβάλας. Νόμιζε ότι έβαλα μέσο και πέτυχα το ακατόρθωτο, ενώ εγώ δεν είχα κάνει ουδεμία εξωυπηρεσιακή ενέργεια.

Εν κατακλείδι θέλω να πω  ότι στο διάβα του χρόνου από το Σώμα της Χωροφυλακής πέρασαν ηρωικές μορφές και πολλοί θυσιάστηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η δε ιστορία αυτού του Οργανισμού έχει γραφτεί  με χρυσά θα έλεγα γράμματα.

Ναι, υπήρχαν αυστηροί και απλησίαστοι Αξιωματικοί και τους υφισταμένους τους, αφ υψηλού, τους αντιμετώπιζαν. Για την υπηρεσιακή τους όμως απόδοση, κανένας  δεν μπορεί να τους προσάψει κάτι το μεμπτό, ούτε και εγώ-για όσους με  πίκραναν- επειδή και εκείνοι, στην αστυνομική τους αποστολή, ήταν άριστοι.

Σήμερα, μεταξύ τους, άνδρες και γυναίκες (τότε στη Χωροφυλακή δεν είχαμε  γυναίκες), και σε οιονδήποτε βαθμό είναι φιλικοί και χαλαροί ακόμη και σε ανωτέρους ή Ανωτάτους βαθμούς όπως  για παράδειγμα του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.

Δεν φοβούνται μήπως  εκλείψει  ο σεβασμός  γι’ αυτό και  «χαλαρά»  εργάζονται και αποδίδουν καλύτερα και με χειρότερες συνθήκες.

Και το λέω αυτό επειδή τότε είχαμε μεν αυστηρή πειθαρχία αλλά  στην όποια ολιγόωρη ανάπαυσή μας μπορούσαμε να πιούμε τον καφέ μας χωρίς  κίνδυνο, ενώ σήμερα   ο ο Θεός και ο ’Αγιος  Αρτέμιος να προστατεύει, τα  ένστολα παιδιά μας, από τις πραγματικές  τρακατρούκες που, οριζόντια, τους ξαπλώνουν!