Η Ρόδος πριν από 58 χρόνια

Γράφει η
Μαίρη Παπανδρέου

Πριν από 58 χρόνια, στις 10 Δεκεμβρίου 1959, απομεσήμερο έφτασα στο αεροδρόμιο των Μαριτσών με τον σύζυγό μου, για να αναλάβει την επίβλεψη των  bungalows στο «ΜΙΡΑ ΜΑΡΕ», που κατασκεύασε ο Πολιτικός Μηχανικός/Εργολάβος Χριστόφορος Χριστοφίδης. Γνώριζα την μακραίωνη ιστορία της Ρόδου, τους Αγώνες της για την Ενσωμάτωση και την μοναδική σύγχρονη ομορφιά της, από υψηλόβαθμο στέλεχος της Τράπεζας Ελλάδος Σταματόπουλο, εξάδελφο της μητέρας μου, που είχε επισκεφτεί τη Ρόδο για την αναδιοργάνωση της Τράπεζας. Είχε επιστρέψει στην Αθήνα, γεμάτος ενθουσιασμός για τις ομορφιές της Ρόδου και συγκίνηση για τον πατριωτισμό και τη φιλοξενία των Ροδιτών, έφερε πανέμορφα δώρα πιάτα και ανθοδοχεία του Ικάρου με το χαρακτηριστικό μπλε, όπως κι ένα πορσελάνινα ελαφάκια, εξηγώντας πως ήταν ένα από τα δύο το εμβλήματα της Ρόδου, όπως και ο ιβίσκος.

Η ταμπέλα του πρώτου χωριού που συνάντησα φεύγοντας από το αεροδρόμιο, με κεφαλαία γράμματα που έγραφε: «ΜΑΡΙΤΣΑ», με κατενθουσίασε, καθώς έβαλα τον τόνο εκεί που νόμιζα «Μαρίτσα», αντί για «Μαριτσά» και το εξέλαβα ως αίσιο οιωνό, επειδή η νονά μου Λαίδη Λω-Πειρουνάκη, με είχε ονομάσει «Μαρίτσα». Αφήσαμε τις αποσκευές μας στο παλιό κτήριο του «Μιρα-Μαρε», όπου θα μέναμε προσωρινά, και ο Χριστοφίδης, μας έκανε το τραπέζι στο «ΝΟΥΡΙ», όπου για πρώτη φορά γεύτηκα «γκιζ-μπίζ», πιλάφι με κουκουναρόσπορο και πολλά μπαχαρικά, όπως και άλλες Ανατολίτικες λιχουδιές.

Μας ξενάγησε στο κέντρο της πόλης: Εθνικό Θέατρο, Νομαρχία, Δημαρχία, «Ανωτέρα Διοίκηση», Ταχυδρομείο, Λιμενικό, Δικαστήρια, Ακταίον, Τράπεζα της Ελλάδος, Μανδράκι, που η ομορφιά τους με καθήλωσε. Πλημμύρησε το βλέμμα και η καρδιά με παραμυθένιες εικόνες, που θύμιζαν Βενετία, Ρώμη, αλλά και ‘Ανατολή’ με τις θολωτές αψίδες. Μπήκαμε στην Μεσαιωνική Πόλη, και ένοιωσα να ζω στη χώρα των ονείρων. Ψιλόβρεχε και  στην οδό Ιπποτών δεν κυκλοφορούσε κανείς. Αισθανόμουνα «βέβηλη» που ανηφορίζαμε με αυτοκίνητο, καθώς ο χρόνος για μένα, είχε σταματήσει στο Μεσαίωνα και περίμενα να ξεπροβάλλει από τους κάθετους γραφικούς δρομίσκους κάποιος έφιππος Ιππότης.

Η θέα του Παλατιού των Ιπποτών, κυριολεκτικά μου έφερε δάκρυα συγκίνησης. Θαύμαζα τα κάστρα και τα παλάτια της Αγγλίας και της Σκωτίας, όταν αντίκρισα όμως το «Παλάτι των Ιπποτών» με τους εντυπωσιακούς πύργους και επάλξεις, έζησα το όνειρο μέσα στην πραγματικότητα. Η  Μεσαιωνική τάφρος, όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν τα «διασταυρούμενα πυρά»  και την έκαναν απόρθητη, τα πάρκα, η ολάνθιστη πόλη με τους πολύχρωμους ιβίσκους και τα «ινδικά φούλια» που δεν είχαν ξαναδεί, το σπίτι δίπλα στο «Θέρμαι» με τα κοχύλια και το παραδιπλανό με τα πολύχρωμα βότσαλα, και τα περίτεχνα σχέδια, έκαναν την Πόλη της Ρόδου να φαντάζει εξωπραγματική.

Σχεδόν 700 χρόνια σκλαβωμένοι οι Ροδίτες, και μάλιστα πολλά από αυτά σε δυνάστες «πολιτισμένους» από τη Δυτική  Ευρώπη, που θα έκαναν ευκολότερη την υποδούλωσή τους, κράτησαν το κεφάλι ψηλά, όπως και το πατριωτικό φρόνημα, έτσι και τόσο που τα ονόματα που έδιναν στα παιδιά τους, έφερναν το βάρος της Μακραίωνης και δοξασμένης Ιστορίας της Ελλάδας. Φερενίκη, Φαίδρα, Ευδοξία, Κλεονίκη, Κλεόβουλος, Αριστοτέλης, Ιπποκράτης, Φαίδων, ήταν για μένα συγκινητικά.

Η προφορά των Ροδιτών, με ξάφνιασε επίσης ευχάριστα, καθώς δεν έμοιαζε με τις τοπικές διαλέκτους και τοπικούς ιδιωματισμούς άλλων Ελληνικών Επαρχιών και Διαμερισμάτων, όπως της Θεσσαλονίκης ή της Πάτρας με το ‘βαρύ λάμδα’, της Κρήτης ή της Ρούμελης που «έτρωγαν» καταλήξεις και φωνήεντα. Οι Ροδίτες μου θύμιζαν περισσότερο την Κυπριακή διάλεκτο, με το λαρυγγικό «κάπα» και την αρχαία ελληνική γραμματική, καθώς ο τρίτος πληθυντικός των ρημάτων κατέληγε σε «ουσι» π.χ. «παίζουσι», «τρώγουσι» κ.λπ. Ενθουσιαζόμουνα κάθε φορά που ανακάλυπτα αρχαίες ελληνικές λέξεις στην καθημερινή τους ομιλία, όπως «βοτρύδι» από το αρχαίο βότρυς, «καρπήδι» (βουτιά με το κεφάλι από το αρχαίο ελληνικό κάρα και πηδώ), το σκύλο που τον αποκαλούσαν «κύνα» και πολλά ακόμα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ και το συναισθηματικό αγκάλιασμα, από τους πρώτους μου φίλους, που δυστυχώς πολλοί από αυτούς, , δεν είναι πια μαζί μας. ‘Μνημόσυνό αγάπης’, η αναφορά τους  σε κάποιο επόμενο κείμενο, για να γνωρίζουν οι σημερινοί μας νέοι, και να νιώθουν υπερήφανοι για τους συμπατριώτες τους που δεν τους πρόφτασαν.