H συνθήκη της Λωζάνης είναι αδιαπραγμάτευτη, δεν παρουσιάζει κανένα κενό και δεν  χρειάζεται αναθεώρηση ούτε επικαιροποίηση

Γράφει ο
Κυριάκος Ι. Φίνας

“Η Συνθήκη της Λωζάνης είναι αδιαπραγμάτευτη, δεν παρουσιάζει κανένα κενό και δεν χρειάζεται αναθεώρηση ούτε επικαιροποίηση, καθόσον καλύπτει απολύτως τα ζητήματα που είχε καλύψει.  δεν αφήνει περιθώρια για γκρίζες ζώνες και ρυθμίζει και θέματα αναφορικά με τις μειονότητες”. “Είμαστε εδώ για να σφίξουμε τα χέρια, να δημιουργήσουμε γέφυρες φιλίας και όχι διχασμού”. Υπογράμμισε ακόμη, επαναλαμβάνοντας ότι: “η Ελλάδα είναι έτοιμη να αποτελέσει την πόρτα και το παράθυρο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση”.

Αυτά τόνισε κατηγορηματικά ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας  κ. Παυλόπουλος στον Πρόεδρο της Τουρκίας Ερντογάν στα περί “αναθεώρησης” της συνθήκης της Λωζάνης που υποστήριξε ο τελευταίος στην Αθήνα στις 7.12.2017.

Και όμως, εάν ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ερντογάν είχε διαβάσει, έστω και για λίγο την ιστορία γύρω από το Σύμφωνο Φιλίας του 1930, το οποίο υπέγραψαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ισμέτ Ινονού, θα διαπίστωνε ότι ο Εθνάρχης Βενιζέλος χειρίστηκε το θέμα των ελληνοτουρκικών Συμφωνιών με πολλή λεπτότητα. Δεν είναι λίγες οι κινήσεις που απέφυγε για να μην θίξει την Τουρκία ή οι δηλώσεις που έκανε για να αποδείξει ότι η φιλία αυτή θα είναι σταθερή και τελεσίδικη, ώστε δεν χρειαζόταν καν η σύναψη συμφωνιών. Ο Βενιζέλος, μάλιστα, ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 1930 και στις 31 Ιανουαρίου 1931 πρότεινε τον Κεμάλ Ατατούρκ για το Νόμπελ Ειρήνης, με έκθεση που έστειλε στη Νορβηγία. (Ιφιγένεια Αναστασιάδου. “Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930”, Αθήνα 1982).

Είναι γνωστό ότι, έστω και αν υπήρχαν τυχόν δικαιώματα της Τουρκίας επί των Δωδεκανήσων, τα οποία κατείχε επί 389 χρόνια, περίπου, (1523-1912), αυτά με τη Συνθήκη της Λωζάνης, 24.7.1923, έπαυσαν υφιστάμενα. Και τούτο, γιατί με το άρθρο 15 της προαναφερθείσας Συνθήκης η Τουρκία τα παραχώρησε στην Ιταλία χωρίς καμία επιφύλαξη και βάσει Διεθνούς Δικαίου.

Ωστόσο, και εξαρχής και το όνομα Δωδεκάνησος σπάνια το μεταχειρίζονταν οι Ιταλοί. Στην αρχή έλεγαν: “Ιsole Egee” (νησιά του Αιγαίου), μετά “Possedimento Italiano, (Possedimento=Κτήση και όχι colonia=Αποικία), όπως συνήθως έλεγαν οι Ιταλοί τη χώρα με κατώτερο πολιτισμό που καταλάμβαναν. Τα Δωδεκάνησα κρίθηκαν, ότι ήταν πολιτισμένα, γι’ αυτό και τα ονόμασαν: “Κτήση”. (Βλ. Β. Χατζηβασιλείου, “Ιστορία της νήσου Κω”. Κως 1990, σελ. 470). Τέλος, είχαν καθιερώσει: “Le isole italiane dell’ Egeo” (τα ιταλικά νησιά του Αιγαίου).

Εν τω μεταξύ, με το Βασ. Νομοθετικό Διάταγμα 1854 της 15ης Οκτωβρίου του 1925 οι Δωδεκανήσιοι θεωρήθηκαν Ιταλοί πολίτες με ιδιότυπη υπηκοότητα.
Έτσι, ονομάστηκαν (οι Δωδεκανήσιοι) Dittadini del Regno (πολίτες του Βασιλείου), σε αντίθεση με τους Ιταλούς υπηκόους, που καλούνταν, “Sudditi Italiani (υπήκοοι Ιταλοί).

Έτσι με βάση το προαναφερθέν ιταλικό βασιλικό διάταγμα οι Δωδεκανήσιοι δεν ονομάστηκαν υπήκοοι Ιταλοί, αλλά πολίτες: ναι μεν τους έδινε την ιταλική ιθαγένεια, δεν έπαυε, ωστόσο, να είναι μια ιδιόρρυθμη, όπως αναφέρεται και προηγούμενα χορήγηση ιθαγένειας, καθόσον οι Δωδεκανήσιοι στερούνταν όλα τα πολιτικά δικαιώματα και φυσικά, ούτε μπορούσαν να καταλάβουν κάποια δημόσια θέση υπαλληλική ή άλλη παρεμφερή. Επίσης, απάλλασσε τους Δωδεκανησίους, από τη στρατιωτική θητεία, και διατηρούσαν καθετί, που σχετιζόταν με το οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, ως και τα πλεονεκτήματα, που προέκυπταν από τους Νομούς και τα έθιμα της Δωδ/σου.

Ως προς την στρατιωτική θητεία: Οι Δωδεκανήσιοι, αν και η επίσημη Ενσωμάτωση έγινε το Μάρτιο του 1948, δεν ήταν υποχρεωμένοι σε στρατιωτική θητεία. Το πρώτο που εφαρμόστηκε ήταν ο Ιανουάριος του 1951, όταν κλήθηκε η 20ή σειρά και όσοι εκ των Δωδεκανησίων γεννήθηκαν το 1928 κι εδώ.
Έτσι, οι προηγούμενοι του 1928 απηλλάγησαν αυτής της υποχρέωσης και εθεωρούνταν: “έφεδροι αγύμναστοι”.

Οι Ιταλοί, όμως, με ιδιοτελή σκοπό και για να αποφύγουν πιέσεις από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και γενικότερα της Διεθνούς Κοινωνίας, με νεότερο Νομοθετικό διάταγμα της 19.10.1933, που έγινε Νόμος του κράτους το 1934, προσδιόρισαν τις διαδικασίες για την απόκτηση, όσων εκ των Δωδεκανησίων το επιθυμούσαν,  να αποκτήσουν, ως προαναφέρεται, την πλήρη ή Μητροπολιτική υπηκοότητα.
Παρά ταύτα, οι Δωδεκανήσιοι δεν έσπευσαν να κάμουν χρήση του δικαιώματος που τους παρείχε η προταθείσα λύση, παρόλες τις δελεαστικές προσπάθειες  άμεσες και έμμεσες που χρησιμοποιήθηκαν από την τοπική ιταλική διοίκηση.

Επί του προκειμένου είναι ενδεικτικά, τα όσα ανέφερε στις 2.8.1948, ο εκτελών χρέη εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών στη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου Θ. Χρυσανθόπουλος, που υπέβαλε στον προϊστάμενό του Υπουργό απόρρητο εμπεριστατωμένο σημείωμα επί του εν λόγω θέματος. Και αφού αναφέρει, ότι παρόλες τις παντοειδείς πιέσεις των Ιταλών ο αριθμός αυτών, που απέκτησαν την πλήρη ιταλική ιθαγένεια ήσαν ελάχιστοι (γιατροί, εκπαιδευτικοί κ.λπ, ύστερα από μυστική συνεννόηση με τον τότε Έλληνα Πρόξενο στη Ρόδο Δημήτριο Παππά, (βλ. 58σέλιδο απόρρητο σημείωμα του Θ. Χρυσανθόπουλου, Δωδεκανησιακά Χρονικά, Τόμος Θ’, Αθήνα 1982, καθώς και Ζαχαρία Ν. Τσιρπανλή: Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912-1943. Ρόδος 1998.)

Αυτά τα ύπουλα σχέδια χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί, σε πλήρη αντίθεση με τα όσα διεκήρυσσαν ψευδέστατα το Μάιο του 1912 περί δήθεν της προσωρινής κατοχής τους.
Ενδεικτικές της διπροσωπείας των Ιταλών είναι και οι οδηγίες του Πρωθυπουργού της Ιταλίας Giovanni Jiolitti, που δόθηκαν μέσω της μυστικής διπλωματικής οδού στον πρώτο Στρατιωτικό Διοικητή Jiovanni Ameglio.

(“...να μη δείνει την εντύπωση, ότι θα επιστραφούν οποτεδήποτε τα νησιά στην Τουρκία ούτε, όμως, και στους κατοίκους να καλλιεργείται η πεποίθηση, ότι δεν θα ξαναγυρίσουν πια κάτω από την τουρκική εξουσία...”).

Εν τω μεταξύ, ήδη από τα πρώτα χρόνια της κατοχής τους, άρχισαν να επισκέπτονται τη Ρόδο κυβερνητικοί Ιταλοί αξιωματούχοι. Τον Νοέμβριο του 1913 ήρθε στο νησί ο εξάδελφος του Βασιλιά της Ιταλίας Luigi Amedeo di Savoia, ο οποίος επισκέφθηκε και τους αρχαιολογικούς χώρους της Λίνδου.
Τον Αύγουστο του 1921 ήρθε και ο Πρίγκιπας-Διάδοχος του Ιταλικού Θρόνου Ουμβέρτος.

Την επίσκεψη αυτή οι Ιταλοί την συσχέτισαν και με προσχεδιασμένο ύπουλο τρόπο, ώστε να “εκδικηθούν” όσους εκ των προκρίτων της Δωδεκανήσου και ειδικότερα τον επικεφαλής Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος, διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στην ειρηνική εκδήλωση των Συλλαλητηρίων για την Αυτοδιάθεση, που πραγματοποιήθηκε ανήμερα του Πάσχα, στις 7 Απριλίου 1919.

Έτσι, εκτός των καταδιώξεων που εφάρμοσαν στους πρωτοστατήσαντες, πολλοί των οποίων αναγκάστηκαν να εκπρατιστούν προς αποφυγή περαιτέρω δεινών από την μικρότητα των κρατούντων, εξόρισαν τον Μητροπολίτη με τη “δικαιολογία” ότι δεν παρέστη αυτοπροσώπως στην υποδοχή του Διαδόχου της Ιταλίας.
Το Βατικανό ίδρυσε και στελέχωσε τη λατινική Αρχιεπισκοπή Ρόδου και πολλοί καθολικοί ιερωμένοι αποβιβάζονταν κατά κύματα στη Ρόδο και τα λοιπά νησιά της Δωδεκανήσου και ανελάμβαναν τη λειτουργία νεοϊδρυομένων καθολικών ναών, ορφανοτροφείων, βρεφοκομείων, νοσοκομείων, νηπιαγωγείων, δημοτικών σχολείων, γυμνασίων κ.λπ.

Τον Μάιο του 1929, ήρθε στη Ρόδο και ο Βασιλιάς Vittorio Emanuele III (1869-1947). Με κανονιοβολισμούς και κωδωνοκρούσεις της νεόχτιστης τότε Εκκλησίας του San Giovanni, (σημερινός: Καθεδρικός Ιερός Ναός Ευαγγελισμού Θεοτόκου Ρόδου),  έγινε η απόβασή τους στην προβλήτα του Μανδρακίου, μπροστά από την Εκκλησία, από την ατμάκατο του πολεμικού που τους έφερε.

Κατά την παραμονή στο νησί ο Βασιλιάς επισκέφθηκε, εκτός των άλλων, και τη Λίνδο. Αφού κατατοπίστηκε για την αρχαία Λυδιακή Ιστορία επισκέφθηκε και την Ακρόπολη και εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις αποστηλώσεις και ανασκαφές που έγιναν, δίνοντας εύσημα περί τούτου στον Έφορο Αρχαιοτήτων Γιάκοπιτς. Στη συνέχεια, πήγε τιμητικά για λίγο στο σπίτι του Δήμαρχου Λίνδου Δημήτριου Γ.  Χατζηδημητρίου.
Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού αργότερα μέρος στον εξωτερικό τοίχο του οικήματος του Δημάρχου, εντοιχίστηκε μαρμάρινη πινακίδα, στην οποία αναγραφόταν η προαναφερθείσα επίσκεψη του Ιταλού Βασιλιά.

Συγκεκριμένα, όπως πολύ καλά ενθυμούμαι, αναφερόταν στην πινακίδα: “Questa casa e stata visitata da Sua Maesta il Re d’ Italia Vittorio Emmanuele III. Maggio 1919. (Αυτό το σπίτι το επισκέφθηκε ο Βασιλιάς της Ιταλίας Βιττόριο Εμμανουέλε Γ’, Μάιος 1929).

Στον Ιταλό βασιλιά, ωστόσο, από το Μάιο του 1936, μετά τη νίκη των Ιταλικών στρατευμάτων κατά τον Ιταλο-Αβησσυνιακό πόλεμο, δόθηκε και ο επιπρόσθετος τίτλος του Αυτοκράτορα της Αιθιοπίας. Από, δε, τον  Απρίλιο του 1939, μετά την κατάληψη και της Αλβανίας του προστέθηκε, επιπλέον, και ο τίτλος, ως Βασιλιάς και της Αλβανίας. Οπόταν, προτού κηρυχθεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος προσαγορευόταν:  Vittorio Emanuelle III, re d’ Italia e di Albania, Imperatore di Ethiopia (Βιττόριο Εmμανουέλε Γ’, Βασιλιάς της Ιταλίας και της Αλβανίας, Αυτοκράτορας της Αιθιοπίας).

Με την αρνητική τροπή που πήραν οι επιχειρήσεις του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου για τον Άξονα (Γερμανία-Ιταλία), ο Βασιλιάς της Ιταλίας τον Ιούλιο του 1943 απομάκρυνε από την Πρωθυπουργία τον Μουσολίνι και ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Στρατηγό Μπαντόλιο και στις 8.9.1943 υπογράφηκε Atmistizio-ανακωχή- με τους Συμμάχους (Αμερική, Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία).

Στη Δοξολογία που έγινε στο San Giovanni (τώρα Ευαγγελισμό), προς τιμή του Βασιλειά, έλαβε υποχρεωτικά μέρος και το Βενετόκλειο Γυμνάσιο με τους τελειόφοιτούς του, οι οποίοι παρατάχθηκαν έξω από το Ναό. Οι φασίστες τούς πίεζαν να ζητωκραυγάζουν: Viva il Re (Ζήτω ο Βασιλιάς. Ιδιότυπος τρόπος ζητωκραυγής: Οι μαθητές του Βενετοκλείου Γυμνασίου, σαν να ήταν εκ των προτέρων συνεννοημένοι, φώναζαν: Βίδαρέ, τονίζοντας την πρώτη και τελευταία συλλαβή, χωρίς το άρθρο il. Έτσι, έμειναν ικανοποιημένοι και οι φασίστες-Ιταλοί κι εμείς (Εμμ. Μπακίρης. “Εσωτερική Ιεραποστολή της Εκκλησίας Ρόδου στα χρόνια της Ιταλοκρατίας”. Δωδεκανησιακά Χρονικά, τόμος Ζ’ Αθήνα 1979).

Επίσης, ο Βασιλιάς της Ιταλίας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Ρόδο πήγε και στις Θέρμες Καλλιθέας (πηγές Καλλιθέας), ένα από τα σημαντικά έργα που έκαναν οι Ιταλοί στη Ρόδο κατά την 33ετή παραμονής τους. Η προαναφερθείσα επίσκεψη συνέπεσε λίγες ημέρες πριν τα εγκαίνια των εγκαταστάσεων των Πηγών της Καλλιθέας.

• Η ομόφωνη, κατ’ αρχήν, συμφωνία για την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα αποφασίστηκε στις 17 Ιουνίου το 1946 στο Παρίσι, από το Συμβούλιο των Υπουργών των Εξωτερικών των νικητριών των Μεγάλων Δυνάμεων. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν έτυχε άμεσης εφαρμογής, γιατί έπρεπε να προηγηθεί η επικύρωση της Συνθήκης μεταξύ της Ελλάδας και Ιταλίας.

• Στις 2 Φεβρουαρίου 1947, υπογράφεται Συνθήκη Ειρήνης Ιταλίας και Συμμάχων και στο άρθρο 14 αναφέρεται: Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου: Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Σύμη, Κω και Καστελλόριζο, ως και τας παρακειμένας νησίδας”.

• Την 31η Μαρτίου 1947 ο Άγγλος Ταξίαρχος Parker υπογράφει στη Ρόδο το πρωτόκολλο παράδοσης της Δωδεκανήσου στον Έλληνα Στρατιωτικό Διοικητή Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Στο πρωτόκολλο αυτό αναφέρονταν τα εξής: “Η κατοχή της Δωδεκανήσου την μεσημβρίαν, 31-3-1947, παραδίδεται από την Βρετανικήν Στρατιωτικήν Διοίκησιν εις την Ελληνικήν τοιαύτην, συμφώνως προς τους όρους της Συμφωνίας της υπογραφείσης εν Αθήνας υπό των αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων Μεγάλης Βρετανίας και Ελλάδας”.

• Η Στρατιωτική Ελληνική Διοίκηση ήταν μεταβατική περίοδος μέχρι την Ενσωμάτωση.

• Στις 22 Οκτωβρίου επικυρώνεται η Συνθήκη Ελλάδας-Ιταλίας και στις 28 του ίδιου μήνα γίνεται η προσάρτιση και η Δωδεκάνησος αποτελεί, πλέον, Ελληνικό έδαφος. Δεν έμενε, παρά να οριστεί η επίσημη τυπική τελετή της Ενσωμάτωσης.

• Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως 7/9.1.1948 δημοσιεύθηκε ο Νόμος 518/48 “περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα, ο οποίος στην πρώτη παράγραφο του μόνου άρθρου αναφέρει: “Αι νήσοι της Δωδεκανήσου Ρόδος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Αστυπάλαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Τήλος, Σύμη, Κως, Λέρος και Καστελλόριζο, ως και αι παρακείμεναι νησίδες είναι προσηρτημένες στο Ελληνικό Κράτος από της 28ης Οκτωβρίου 1947”.

• Στις 7 Μαρτίου 1948, με την παρουσία του επίσημου Ελληνικού κράτους, ήτοι του Ανωτάτου Άρχοντα, των Μελών της Κυβέρνησης και της Στρατιωτικής Ηγεσίας επισφραγίζεται σε επίσημη τελετή η Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Ήταν η ημέρα της δικαίωσης των αγώνων και της ανταμοιβής των θυσιών του Δωδεκανησιακού λαού. Οι γιορταστικές εκδηλώσεις κράτησαν επί τριήμερο.

• Ο γνωστός ανά το Πανελλήνιο Λογοτέχνης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, σε σύντομο χαιρετισμό του την ημέρα εκείνη, Κυριακή, 7.3.1948, έγραφε μεταξύ των άλλων”...Η Ρόδος και τ’ άλλα νησιά, τα Δωδεκάνησα, οι ασάλευτοι Ελληνικοί βράχοι, ξαναδίνουν την ώρα τούτη την άπειρη, το νόημα της Μεσογειακής, το νόημα της πρώτης ρίζας. Ξαναγυρίζοντας στ’ ακρογιάλια τους ζούμε την τεράστια μετατόπιση μέσα στο χρόνο: Λίνδο, Ιαλυσόν τε και αργιλόεντα Κάμιρον”. Συλλογιόμαστε στους ποντοπόρους, εκείνους τειχομάχους της Τροίας, που τους αναφλόγισε η ομορφιά της Ελένης. Η Αθάνα Λινδία, η Δωρική, διαφεντεύει τη Μεσόγειο στ’ ακραία τούτου σημάδια της. Το χαριτώνει η Παναγιά η Σκιαδενή, ο Σταυρός ο Απολλωνιάτης. Το χελιδόνι του Παρθενώνα πάει να χτίσει τη νέα φωλιά του σ’ ένα γείσο τους Πελασγούς σε μια στιγμή θαυμαστή, που και μόνο για να τη ζήσει κανείς αξίζει να ‘χει πονέσει απεριόριστα...”.