Ανισοκατανομή Εισοδήματος και Βαθμός Φτώχειας

Του Γιάννη Σαμαρτζή οικονομολόγος

giansamar@gmail.com

Η διανομή του εισοδήματος που παράγεται σε οποιαδήποτε χώρα, επηρεάζει άμεσα το εύρος της κοινωνικής της  συνοχής αλλά και τις κοινωνικές ανισότητες και κατά συνέπεια, επηρεάζει το μέγεθος της ευημερίας των πολιτών της. Επομένως, η διανομή του εισοδήματος εκφράζει την ποιοτική διάσταση του επιπέδου ζωής και ευημερίας της κοινωνίας  στο σύνολό της. Έτσι, όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο που λαμβάνει το τμήμα του πληθυσμού με υψηλό εισόδημα, έναντι του αντιστοίχου τμήματος του πληθυσμού με χαμηλότερο  εισόδημα, τόσο διευρύνονται οι εισοδηματικές ανισότητες.

Η πραγματική κατανομή του εισοδήματος σε οποιαδήποτε χώρα παγκοσμίως, υπολογίζεται με βάση την Καμπύλη Lorenz (Λόρεντζ).

Στον κάθετο άξονα του σχετικού γραφήματος που παραθέτουμε, απεικονίζεται το σωρευτικό ποσοστό των εισοδημάτων και στον οριζόντιο άξονα απεικονίζεται το σωρευτικό ποσοστό των νοικοκυριών. Έτσι, σε μία ιδανική-τέλεια κοινωνία το 30% π.χ. των νοικοκυριών θα είχε το 30% των συνολικών εισοδημάτων, το 60% των νοικοκυριών θα είχε το 60% των εισοδημάτων κοκ. Στην πραγματικότητα όμως σε όλες τις χώρες, σε άλλες περισσότερο και σε άλλες λιγότερο, αυτό δεν ισχύει, με αποτέλεσμα να επικρατούν εισοδηματικές ανισότητες. Το πόσο είναι το εύρος της  εισοδηματικής ανισότητας σε μία χώρα προσδιορίζεται από τον συντελεστή Gini.

Ο συντελεστής Gini, που είναι ο δημοφιλέστερος δείκτης και χρησιμοποιείται συνήθως από τις στατιστικές υπηρεσίες, αντανακλά την εισοδηματική ανισότητα και επομένως, χρησιμοποιείται ως μέτρο εισοδηματικών ανισοτήτων. Ο συντελεστής δηλαδή Gini,  εκφράζει την άνιση κατανομή εισοδήματος και μπορεί να πάρει τιμές από το 0 όπου όλοι οι πολίτες έχουν το ίδιο εισόδημα και είναι η ιδανική περίπτωση, έως το 100 που είναι η χειρότερη-ακραία μορφή ανισότητας, όπου λίγα π.χ. άτομα κατέχουν όλο το εισόδημα, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες έχουν μηδενικό εισόδημα.

Ο δείκτης της ανισοκατανομής εισοδήματος μετριέται με το λόγο του συνολικού εισοδήματος που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα, προς εκείνο που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Δηλαδή, ο δείκτης αυτός μας δείχνει το πόσες φορές το μερίδιο εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού είναι υψηλότερο του «φτωχότερου» 20%.

Όταν π.χ. ο δείκτης αυτός λαμβάνει μία τιμή 6,5 -αυτή που είχε η χώρα μας το έτος 2024 – τότε συμπεραίνουμε ότι το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού μας ήταν  6,5 φορές υψηλότερο από το μερίδιο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Αντίθετα, όσο μικρότερη είναι η τιμή του δείκτη, τόσο μικρότερη είναι η ψαλίδα μεταξύ του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20% του πληθυσμού. Ο δείκτης αυτός αποτελεί διεθνώς ένα από τα βασικά κριτήρια για τη διαπίστωση της κοινωνικής συνοχής αλλά και των κοινωνικών ανισοτήτων σε μία χώρα.

Στην Ελλάδα, διευρύνθηκε η ψαλίδα των εισοδηματικών ανισοτήτων στην εικοσαετία 1995-2014, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει καταγράψει έρευνα του ΟΟΣΑ (OECD Regions at a Glance 2016). Σημαντικές ήταν οι διαφορές στο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα, με την περιφέρειας της Αττικής να έχει το υψηλότερο εισόδημα και την περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας το χαμηλότερο.

Το υψηλότερο 20% των ελληνικών περιφερειών είχε κατά κεφαλήν εισόδημα (σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης) 14.073 δολάρια το 2013, ενώ το χαμηλότερο 20% το εισόδημα ήταν μόνο 8.193 δολάρια. Το μέσο εισόδημα της Ελλάδας ανερχόταν σε 10.755 δολάρια έναντι 17.916 δολάρια κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ: Αυξήθηκαν οι εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα, CNN Greece 17-06-2017).

Με την επιβολή των μνημονίων στη χώρα μας, καθώς και σε ορισμένα άλλα κράτη της Νότιας Ευρώπης, διευρύνθηκε αισθητά η εισοδηματική τους ανισότητα, σε σύγκριση με τα περισσότερα κράτη της Βόρειας Ευρώπης, όπου η ανισοκατανομή του εισοδήματος  μειώθηκε.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των νοικοκυριών με συνολικό μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 750 ευρώ ανήλθε στο 15% το έτος 2016, έναντι 11% το 2012 και 9% το 2009.

Το ποσοστό των νοικοκυριών με συνολικό μηνιαίο εισόδημα από 751 έως 1.000 ευρώ ανήλθε σε 18%, από 15% το έτος 2009.

Το ποσοστό, αντίθετα, των νοικοκυριών με μηνιαίο εισόδημα άνω των 2.800 ευρώ μειώθηκε από 27% το έτος 2009, σε 20% το 2012 και μόλις σε 13% το 2016 (στοιχεία Alpha Bank,  Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, iefimerida, 17-06-2016).

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι 8 πιο πλούσιοι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν περισσότερο πλούτο από τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό, σύμφωνα με νέα έκθεση της Οxfam,  της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Φιλανθρωπικών Οργανώσεων, που επικεντρώνεται στις ανισότητες και τη φτώχεια.  Συγκεκριμένα, ο πλούτος των 8 ανθρώπων αυτών ανέρχεται σε 426 δις δολάρια και είναι ισάξιος με τον πλούτο 3,6 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (CNN Greece, 16-01-2017).

Ένα από τα μέτρα,  σε πολλές αναπτυγμένες χώρες,  για τη μείωση της αυξανόμενης εισοδηματικής ανισότητας, είναι η επιβολή της αύξησης των φόρων στην περιουσία. Αυτό συνέβη και στη χώρα μας με την επιβολή του ΕΝΦΙΑ, μόνο που στη χώρα μας η επιβολή του μέτρου αυτού έγινε σε όλα τα νοικοκυριά, χωρίς εξαιρέσεις και μάλιστα όχι για τη βελτίωση της  ανισοκατανομής του εισοδήματος, αλλά για την αύξηση των εσόδων του κράτους.

Βαθμός Φτώχειας
Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δείκτης του βαθμού φτώχειας αναδεικνύει το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από το «όριο της φτώχειας».

Το όριο της φτώχειας σε μία χώρα, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος του συνόλου των νοικοκυριών.  Πρόκειται δηλαδή για το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα κάτω του 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος.

Ο βαθμός φτώχειας υπολογίζεται με δύο αντιπροσωπευτικούς δείκτες: 

α) τον λόγο ορίου φτώχειας πριν από τις κοινωνικές διανομές,  ο οποίος αναδεικνύει τις ανισότητες που προκύπτουν από την αρχική διανομή του εισοδήματος και συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που κινδυνεύει να βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχειας αν δεν υπάρξουν κοινωνικές δαπάνες και

β) τον λόγο ορίου φτώχειας μετά τις κοινωνικές διανομές, που αναδεικνύει σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές διανομές περιορίζουν  το ποσοστό φτώχειας, το οποίο προκύπτει από την αρχική διανομή του εισοδήματος.

Ειδικότερα, στη χώρα μας, σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, το έτος 2016 το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις διαμορφώθηκε στο 21,2%.  Το ποσοστό το έτος 2005 ήταν 19,6% και αυξήθηκε σταδιακά έως το 2012 στο 23,1%.  (Alpha Bank, εβδομαδιαίο δελτίο, eniconomia.gr,  30-06-2017)

Η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και του ποσοστού φτώχειας, σε συνδυασμό με την μακροχρόνια ανεργία και ιδιαίτερα με την πολύ υψηλή ανεργία των νέων, είναι ικανή να προξενήσει διαταραχές στην κοινωνική συνοχή.

Για αυτό απαιτείται στη χώρα μας, να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για επενδύσεις, με ένα μεγάλο επενδυτικό σοκ, από μεγάλα αναπτυξιακά έργα, τα οποία θα επιτευχθούν στην παρούσα φάση - εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας του κράτους - από μεγάλες υγιείς ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις, ώστε να αποφευχθεί η επαπειλούμενη αναδιανομή της μιζέριας και ο αφανισμός της μεσαίας εισοδηματικής τάξης, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της Οικονομίας μας.

Στο γράφημα (βλ. Καμπύλη Lorenz και Δείκτης Gini παρατηρούμε ότι:

α)  Η  πραγματική κατανομή του εισοδήματος σε μία ιδανική κοινωνία, υπολογίζεται σε οποιοδήποτε σημείο πάνω στην καμπύλη Lorenz και καταδεικνύει την τέλεια ισότητα (ευθεία γραμμή Κ). Έτσι, π.χ. το 30% των νοικοκυριών (στον οριζόντιο άξονα ) θα έχει το 30% των συνολικών εισοδημάτων (στον κάθετο άξονα), το 60% θα έχει το 60% των εισοδημάτων, κοκ.

β)  Αντίθετα, όσο πιο μεγάλος είναι ο χώρος της περιοχής Α, μεταξύ της ευθείας γραμμής (Κ) και της καμπύλης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισότητα στη κατανομή των εισοδημάτων και επομένως, ο χώρος αυτός καταδεικνύει το χάσμα ανισότητας (Δείκτης Gini).