Λεξιστορείν: Σε σιχαίνομαι!

Το ρήμα σιχαίνομαι σήμερα σημαίνει  νιώθω έντονη αποστροφή και αηδία για κάποιον ή για κάτι και προέρχεται από το ελληνιστικό σικχαίνω/σικχαίνομαι (=αηδίαν ή δυσαρέσκειαν ή κόρον αισθάνομαι προς τι πρόσωπον ή πράγμα, βδελύττομαι).

Το ρήμα συνδέεται ετυμολογικά με το επίθετο σικχός. Στην αρχαία ελληνική σικχός λεγόταν αυτός που αηδίαζε για κάτι (αντίθετο του παμφάγος).