Εμπορικές σχέσεις Κρήτης και Σύμης

Γράφει ο  Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Η Σύμη ήταν πάντα μια μεγάλη κοινωνία, με οικονομική και πνευματική ακμή. Αυτό το μαρτυρά μέχρι σήμερα ο πνευματικός, επιστημονικός και εμπορικός της κόσμος. Το φανερώνουν ακόμα τα εκπαιδευτικά της ιδρύματα τα μουσεία, οι ιεροί ναοί της και βέβαια το Μοναστήρι του Πανορμίτη, αλλά και τα τριώροφα σπίτια της όπου αποτυπώνονται σ’ αυτά ο πλούτος και η χλιδή.

Στις 7.4.1919, οι κάτοικοι της Σύμης υπογράφουν μαζί με άλλους νησιώτες ένα τολμηρό Δημοψήφισμα με σκοπό την Ενωση “μετά της μητρός Ελλάδος”.
Ο ιταλικός φασισμός, δεν έκαμψε ούτε τη μαχητικότητα, ούτε την κοινωνική ζωή ούτε την εμπορική τους δραστηριότητα.
Από μια δέσμη εμπορικής αλληλογραφίας μεταξύ Σύμης και άλλων πόλεων (Κρήτης, Σμύρνης, Κωνσταντινούπολης), μπορούν να εξαχθούν ενδιαφέροντα κεφάλαια για την περίοδο 1920-1922.
Τα τεκμήρια της εμπορικής αυτής αλληλογραφίας φανερώνουν το εμπόριο κρασιού, ούζου, σταφίδας, αλεύρων, κ.α. προϊόντων, ακόμα και για τη ναυσιπλοΐα.

Εχουμε λοιπόν το γειτονικό νησί της Ρόδου, από τη μια πλευρά και την Κρήτη από την άλλη, μια μεγαλόνησο γνωστή για την αμπελοκαλλιέργεια και οινοπαραγωγή σε όλους τους αιώνες και που εξακολουθεί να κρατά οικονομικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με τη Ρόδο και τα νησιά της Δωδεκανήσου.
Βρισκόμαστε στα 1920, η Σύμη ιταλοκρατούμενο νησί, συνεργάζεται με την ελεύθερη Κρήτη, τα δυο αυτά νησιά συνδέονται με ιστιοφόρα και ατμόπλοια. Ορισμένα από αυτά, γνωρίζουμε τον καπετάνιο ή ιδιοκτήτη τους (τις περισσότερες φορές είναι το ίδιο πρόσωπο):
Μιχαήλ Γεωργάς (Σύμη),
Εμμ. Λάμπος (Χίος),
Μάρκος Τριανταφύλλου (Κω),
Αντώνης Καμπούρης (Κάλυμνος),
Σπυρίδων Πλατής (Σαντορίνη),
Ιωάννης Παλαιολόγος (Αμοργός),
Νικόλαος Ζήσης (Ιεράπετρα),
Βασίλειος Βασιλειάδης (Σύμη),
Ιωάννης Λεβεντέρης (Σύμη),
Νικόλαος Καλλίκης (Χίος),
Μάρκος Καβάσιλας (Ρόδος),
Γεώργιος Φελουτζής (Κάλυμνος).

Ανάμεσα σ’ αυτά υπάρχει και το όνομα Ελευθέριος Λινδιακός (προφανώς κάποιος καπετάνιος από τη Λίνδο).
Στα νησιά αυτά εκτός από ελληνικόκτητα πλοία αγκυροβολούν και ιταλικά και άλλης σημαίας.
Ενα ταξίδι Κρήτη Κωνσταντινούπολη με επιστροφή πάλι στην Κρήτη διαρκούσε 15 ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και των ημερών παραμονής στα λιμάνια που αγκυροβολούσε.

«Εάν υπήρχε ένα μικρό βαποράκι χωρητικότητας 80 ή 100 τόνων βάρους θα ηδύνατο να κάνη όλην αυτήν την εργασίαν των ιστιοφόρων διότι με ταχύτητα 8 μιλίων θα επήγαινε εντός 3 ημερών εις Κωνσταντινούπολη, και 3 ημέραι δι’ επιστροφήν:ημέραι 6 και ημέραι 4 διαμονή εις Κωνσταντινούπολιν= ημέραι 10 και δια φορτοεκφόρτωσιν Ηρακλείου (Κρήτης) ημέραι 5, υπολογίζομεν ότι εντός 15 ημερών θα βγαίνη ένα ταξίδι».
Σύμφωνα με αλληλογραφία εμπόρων Κρήτης και Συμιακών, πληροφορούμαστε ακόμα τους προβληματισμούς τους για τις θαλάσσιες μεταφορές, ένα βασικό κεφάλαιο για το εμπόριο και την οικονομία, όπως είναι και σήμερα.

Γράφει ο έμπορος Αντώνης Ανεμογιάννης από την Κρήτη προς τον Βασίλειο Μιχαλαριά στη Σύμη:
«Κατ’ αυτάς εβρίσκεται ενταύθα (εννοεί στο Ηράκλειο) ένα μικρόν ατμόπλοιον Ιταλικόν το οποίον υπολογίζομεν ότι θα χωρή 75-80 τόννους σαπούνια και εκείνος που το έχει υποστηρίζει ότι εξοδεύει κάρβουνο χιλιόγραμμα 1700 δηλαδή 1 και 3/4 το ημερονύκτιον και ότι κάνει 8 1/2 μίλλια. Περνούσε προχθές απ’ εδώ η “Σπάρτη” και επήρα τον καπετάν Γεώργιο τον Φελλουτζή και τον πρώτον μηχανικόν και το επεσκέφθημεν. Ο μηχανικός μου είπεν ότι η μηχανή είναι πολύ καλή μόνον, αμφιβάλλει εάν ξοδεύει τόσον λίγο κάρβουνο. Την αμφιβολίαν μου αυτήν την εξέφρασα εις τον Ιταλόν πλοίαρχον και μου είπεν ότι το πωλεί με πρόβα δια την καύσιμον ύλην. Τιμήν εζήτει κατ’ αρχάς δρχ. 150-16.000. Κατόπιν όπως έπεσαν τα φούμαρά του και ζητεί τώρα δρχ. 120-130.000. Εγώ υπολογίζω ότι ίσως να το αφήση δρχ. 110-120.000».

Οι έμποροι της Σύμης, έδειχναν ενδιαφέρον για ορισμένα κρητικά προϊόντα όπως: Χαρούπια, ταραμάς, σύκα, πετρέλαιο, λάδια, σαπούνια, άλευρα, σταφίδες και κρασιά
Εμπορικοί οίκοι που συνεργαζόντουσαν με τους εμπόρους της Σύμης ήσαν αρκετοί, μερικοί από αυτούς ήσαν:
Ο Carouso & Anemoyannis (Candie Crete)
Οι Α/φοί Αθανασούλα (Σμύρνη)
Ο Στυλιανός Λουλάς (Κωνσταντινούπολη) και πολλοί άλλοι.
Στις 23 Δεκεμβρίου 1921, φορτώθηκαν από το Ηράκλειο με προορισμό το λιμάνι της Σύμης, στο ιστιοφόρο “Υπαπαντή” και με πλοίαρχο τον Μιχαήλ Γεωργά, τα εξής εμπορεύματα:
α) 20 βαρέλια κρασί συνολικά 4.552 οκάδων καθαρά και
β) 7 κιβώτια σάπωνες συνολικά 199 οκάδες. Με την υπογράμμιση στην σχετική επιστολή «Η ποιότης αμφοτέρων των ειδών είναι πολύ καλή και ελπίζομεν να ωφεληθείτε εκ της πωλήσεως των».

Εμποροι της Σύμης, ζητούσαν να αγοράσουν ούζο γι’ αυτό και «όσον αφορά δια την παραγγελίαν σας, ούζου, σας εσωκλείομεν επιστολήν του Εργοστασίου μας (απαντούν οι Κρήτες) εις ο και ανεθέσαμεν ταύτην».
Για τα βαρέλια κρασιού γράφουν: «Επειδή έχομεν ανάγκην των κενών βαρελίων και επειδή ως γνωρίζετε δια τα ιστιοφόρα με τα οποία σχηματίζομεν τα φορτία δια τα μέρη σας χρησιμοποιούμε πάντοτε μικρά βαρέλια, καθότι είναι αδύνατον να χωρέση στο αμπάρι των μεγάλα, θα σας παρακαλέσωμεν όπως αφού αδειάσετε το κρασί που σας στέλλομεν σήμερον εις ιδικά σας βαρέλια, μας επιστρέψητε τα ως άνω 23 κενά βαρέλια ομού μετά των 5 ακόμη κενών βαρελιών τα οποία κρατείτε ακόμη εις χείρας σας και από την παλαιάν αποστολήν μας κρασιού, δια να δυνηθώμεν ούτω να σας φορτώσωμεν και άλλο κρασί διότι δυστυχώς δεν μας περισσεύουν άλλα».

Εκείνη τη χρονική περίοδο, η ποιότητα της σταφίδας δεν πρέπει να ήταν αρκετά ποιοτική. Σε τρεις διαφορετικές επιστολές (χειμώνας του 1921), γίνεται λόγος για τη σταφίδα η οποία είχε χονδρική πώληση από 1 λιρέτα έως 3 λιρέτες η οκά.
Γι’ αυτό το λόγο «τις σταφίδες φροντίσατε να τις βγάλετε από τη μέση και θα μας υποχρεώσετε». Σε άλλη επιστολή «Εάν μένουν ακόμη μερικές απώλητες, φροντίσατε να τις βγάλετε από τη μέση το ταχύτερον πράττοντας το συμφέρον». Και σε μια τρίτη επιστολή: «Θα σας παρακαλέσωμεν και πάλιν να φροντίσετε να πωλήσετε τας σταφίδας αυτάς αμέσως επί το συμφέρον χωρίς να χασομερήσετε καθόλου».
Τελικά ο παραγωγός σταφίδας από την Κρήτη, βλέποντας ότι το εμπόρευμα δεν καταναλώνεται, προτείνει στον έμπορο της Σύμης να το πουλήσει “δια τα καζάνια”.
Αλλά και η Σύμη είχε να δώσει στην Κρήτη.

Ο Μάρκος Καβάσιλας, πλοίαρχος, αφού πληροφόρησε τους Κρήτες ότι στη Σύμη υπάρχει ξυλεία ναυπηγήσιμη πρώτης ποιότητας, μπορεί να αγοραστεί με 400 λιρέτες το κυβικό μέτρο. Ο οίκος Ταλιάνη της Κρήτης εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά της ξυλείας αυτής καθώς ενδιαφέρον έδειχνε σε συγκεκριμένα είδη: σκαρμούς, καπάκια, βουβά, πρατσιόλια και άλλα για την επισκευή των μαούνων. Εάν γινόταν η μεταφορά αυτή ο ναύλος Σύμη-Κρήτη θα κόστιζε 1.500 δρχ. κατόπιν συμφωνίας.

Δεν υπάρχουν όμως όλα τα προϊόντα στην αγορά.
Για τα άλευρα «δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε εις σάκος από τα άλευρά μας που μας ζητείτε και λυπούμεθα πολύ μη δυνάμενοι να σας φανώμεν χρήσιμοι επί του προκειμένου».
Για τα έλαια, η εξαγωγή τους από την μεγαλόνησο απαγορευόταν «επί του παρόντος».
Υπήρχαν όμως άλλα προϊόντα όπως κριθάρια, χαρούπια, πετρέλαιο, χαρτί για τον καπνό, ταραμάς κ.α.
Αρχές Οκτωβρίου 1921, ο Ιωάννης Λεβεντέρης, μετέφερε στο Ηράκλειο κριθάρι ένα φορτίο το οποίο επώλησε στην Ιεράπετρα προς 1,34 λιρέτες. Το Τελωνείο εισέπραττε δασμό 10 λεπτά την οκά. Τα περισσότερα κριθάρια ερχόντουσαν από την Τριπολίτιδα ιδιαίτερα από το Σολούμ και το Τομπρούκ. Οι Κρήτες επειδή διαπιστώνουν ότι αυτή την περίοδο υπάρχει «εξαιρετικώς μεγάλη εξόδευσις γίνεται εφέτος στα κριθάρια» ζητά από τον γαμπρό των Καρούζο και Ανεμογιάννη, τον Αρφαρά, να κάμει φορτίο, από το οποίο θα υπάρχει σημαντικό οικονομικό όφελος».

Κατά τον Νοέμβριο του 1921, ένα “χαρουποφορτίο” 150 τόνων του Σταύρου Συγγελάκη από τον Αγιο Νικόλαο, φόρτωσε με απλή σύσταση του πλοιάρχου Β. Βασιλειάδου, χαρούπια από 8,1/2 γρόσια α’ ποιότητας.
Οι έμποροι της Κρήτης ζητούν από τους Συμιακούς, η εξόφληση των εμπορευμάτων να γίνεται με γαλλικά φράγκα, ιταλικές λιρέτες ή με αμερικανικά δολάρια και όχι με δραχμές ελληνικές, γιατί υπάρχει πρόβλημα με τις τράπεζες. Τότε η λίρα Αγγλίας είχε 715 γρόσια, το Γαλλικό φράγκο 274 γρόσια, η Γαλλική λιρέτα 152 γρόσια και το Αμερικανικό δολάριο 160 γρόσια.

Φυσικά, όπως τα πολιτικά πράγματα έτσι και τα οικονομικά δεν ήταν ρόδινα. Ο οίκος Carouso & Anemoyanis γράφουν (καλοκαίρι του 1821), στο Βασίλειο Μιχαλαριά στη Σύμη «Εργασίαι επί του παρόντος δεν υπάρχουν δυστυχώς ούτε διά Κωνσταντινούπολιν ούτε δι’ Αλεξάνδρειαν».
Επικρατεί γενική απραξία. Ελπίζομεν όμως άμα τη εξομαλύνσει της πολιτικής καταστάσεως να επαναρχίσουν οπωσδήποτε αι εργασίαι δεν θα παραλείψωμεν δε μόλις παρουσιασθή ευκαιρία φορτώσεως να σας το καταστήσωμε γνωστόν».

Πόσο πολύ μοιάζουν οι άνθρωποι και οι εποχές οι αλλοτινές, με τα σημερινά χρόνια;
Η «εξομάλυνση πολιτικής κατάστασης» που αναφέρουν, δεν είναι άλλη από τα γεγονότα που προηγήθηκαν και που άλλα βρίσκονται σε εξέλιξη. 
Η συνθήκη του Neuilly (27 Νοεμβρίου 1919) παραχωρεί στην Ελλάδα τη Δυτική Θράκη και η συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) την Ανατολική Θράκη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη και της αναθέτει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε όλη την περιοχή της Σμύρνης, την οποία θα προσαρτούσε οριστικά, αν ύστερα από 5 χρόνια ο πληθυσμός της θα το αποφάσιζε με δημοψήφισμα. 
Με άλλες διεθνείς πράξεις που υπογράφονται στις Σέβρες, καθορίζονται ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων στη Μικρά Ασία, της Γαλλίας στην Κιλικία και της Ιταλίας στις περιοχές Αττάλειας και Ικονίου.

Οι ελληνικές όμως διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο και στα Δωδεκάνησα συναντούν την αντίδραση του ιταλικού ιμπεριαλισμού, γιατί οι περιοχές αυτές αποτελούν σημεία εξόρμησης τους προς τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Τελικά υπογράφεται (10 Αυγούστου 1920), συμφωνία μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας όπου η Ιταλία παραιτείται από τα δικαιώματά της στα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο, η οποία θα περιέλθει στην Ελλάδα, αν ύστερα από 15 χρόνια ο Ροδιακός λαός εκδηλώσει την επιθυμία του αυτή με δημοψήφισμα.
Κατόπιν αυτών θα ξεκινήσει η Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922), όπου οι «σύμμαχες» μεγάλες δυνάμεις θα σπρώξουν την Ελλάδα σε μια οδυνηρή περιπέτεια με τραγικό τέλος.