Η σημασία της έκθεσης η «Μακρά πορεία της Δωδεκανήσου προς την Ενσωμάτωση»

Της
Παπανικολάου Μαρίας*

Στις 18 Δεκεμβρίου ολοκληρώνεται η έκθεση η «Μακρά πορεία της Δωδεκανήσου προς την Ενσωμάτωση», την οποία οργάνωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους- νομού Δωδεκανήσου και η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Η πρώτη παρουσίαση της έκθεσης έγινε στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Κω, στις 7 Μαρτίου 2016. Τότε, τη διοργάνωσή της είχαν αναλάβει το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων και ο Δήμος Κω. Τον Οκτώβρη – Δεκέμβρη 2017, η έκθεση παρουσιάστηκε στη Ρόδο, στο κτήριο όπου στεγάστηκε το Ελληνικό Προξενείο στα χρόνια της ιταλικής διοικήσεως, εμπλουτισμένη με νέα τεκμήρια για πρόσωπα και γεγονότα που στιγμάτισαν τη σύγχρονη ιστορία της Ρόδου και ευρύτερης της Δωδεκανήσου.

Η χρονική συγκυρία της δημιουργίας της έκθεσης δεν είναι τυχαία, αλλά απόλυτα συνδεδεμένη με τα 70 χρόνιας της Ενσωμάτωσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (1947-2017).
Μετά την απελευθέρωση, τα νησιά τέθηκαν υπό προσωρινή Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση, μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των νικητήριων δυνάμεων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με την Ιταλία, στις 10 Φεβρουαρίου 1947, της οποίας το άρθρο 14 προέβλεπε την παραχώρηση της κυριότητας των νησιών από την Ιταλία στην Ελλάδα.

Άμεση συνέπεια της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης υπήρξε η παράδοση της στρατιωτικής διοικήσεως των νησιών από τους Βρετανούς στους Έλληνες, την 31η Μαρτίου 1947. Μετά την επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης τον Σεπτέμβριο του 1947, η ελληνική βουλή ψήφισε το νόμο 518 Περί Προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα (ΦΕΚ Α’ 7, 09.01.1948).
Στις 7 Μαρτίου 1948, στη Ρόδο, παρουσία του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης, εορτάστηκε επίσημα η Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

Στις 15 Μαρτίου 1948, η πολιτική διοίκηση των νησιών, γνωστή ως Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου, ξεκίνησε το έργο της, με πρώτο Γενικό Διοικητή το Νικόλαο Μαυρή, γιατρό με καταγωγή από την Κάσο και σημαντικό εκπρόσωπο του αγώνα των Δωδεκανησίων του εξωτερικού για τη διατράνωση της ελληνικότητας των νησιών σε ολόκληρο τον κόσμο και τη δίκαιη απόδοσή τους στην Ελλάδα.

Το 1955, με το νόμο 3200 Περί διοικητικής αποκεντρώσεως (ΦΕΚ Α’ 97, 23.04.1955), η Γενική Διοίκηση, θεσμός συνδεδεμένος με τη διοίκηση των νέων εδαφών που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους βαλκανικούς πολέμους, αντικαταστάθηκε από τη Νομαρχία Δωδεκανήσου με έδρα τη Ρόδο, ενσωματώνοντας έτσι πλήρως τα Δωδεκάνησα στο διοικητικό κορμό της υπόλοιπης Επικράτειας.
 
Η Ενσωμάτωση υπήρξε τομή στη σύγχρονη ιστορία της Δωδεκανήσου. Η Ενσωμάτωση δεν ήταν ένα στατικό γεγονός, μια στιγμή, ένας νόμος, μια τελετή, μια συνθήκη. Ήταν ένα δυναμικό γεγονός.
H Ενσωμάτωση υπήρξε η ολοκλήρωση μιας πορείας, η εκπλήρωση της πορείας προς την ένωση των νησιών με την Ελλάδα.

Η πορεία αυτή ξεκίνησε αμέσως μετά την κατάκτηση των νησιών από τους Ιταλούς το 1912, με τις ανοιχτές διαδηλώσεις των Δωδεκανησίων για ένωσή των νησιών με την Ελλάδα, τη συμφωνία Tittoni-Βενιζέλου (29 Ιουλίου 1919) και τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), οι οποίες έφεραν τα νησιά ένα βήμα πριν την Ενσωμάτωση.

Η εξέλιξή της διακόπηκε στο ξεκίνημα του Μεσοπολέμου, όταν η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στη Συνθήκη της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923 και την παραχώρηση των νησιών στην Ιταλία.
Το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την επανεκκίνηση της πορείας προς την ένωση, καθώς η συμπαράταξη της Ιταλίας με τον Άξονα, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η συνεισφορά και οι θυσίες των Ελλήνων και των Δωδεκανησίων στον πόλεμο, η απελευθέρωση των νησιών από την κοινή δράση Βρετανών και Ιερού Λόχου, δημιούργησαν το περιβάλλον της παραχώρησής  τους στην Ελλάδα.  

Στη διάρκεια της τρίχρονης στρατιωτικής διοικήσεως των νησιών (1945-1948), το γεγονός της ενσωμάτωσης ξεκίνησε να πραγματώνεται σταδιακά, με πιο ήπιο και ανεπίσημο ρυθμό, στα χρόνια της αμφιλεγόμενης Βρετανικής Στρατιωτικής Διοικήσεως (1945-1947), με δυναμικό και επίσημο τρόπο την περίοδο της τυπικής ενώσεως των νησιών με την Ελλάδα, δηλαδή τον ένα χρόνο (Μάρτης 1947-Μάρτης 1948) της ελληνικής Στρατιωτικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου.

Μετά την επίσημη ενσωμάτωση, στα χρόνια της Γενικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου, και μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, τα Δωδεκάνησα  εναρμονίστηκαν με το ελληνικό κράτος σε πολιτικό, οικονομικό, νομικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ βίωσαν ένα βαθύ διοικητικό μετασχηματισμό, από τμήμα μιας αυτοκρατορίας, όπως ήταν η Οθωμανική, και μιας αποικιακής δύναμης, όπως ήταν η ιταλική, σε τμήμα ενός έθνους κράτους, της Ελλάδος.

Η έκθεση έχει δομηθεί πάνω σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο της πορείας προς την Ενσωμάτωση, ξεκινώντας ακριβώς από την περίοδο της Ιταλικής Διοικήσεως των νησιών (1912-1943), τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα Δωδεκάνησα (1943-1945), τη Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση (1945 -1947), το διπλωματικό αγώνα την περίοδο (1946-1947), τη Στρατιωτική Διοίκηση Δωδεκανήσου (1947-1948) και τη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου (1948-1955).

 Η πορεία της ένωσης των νησιών με την Ελλάδα, αλλά και όψεις της κοινωνικής και καθημερινής ζωής των νησιωτών σε όλη αυτή τη μακρά περίοδο, παρουσιάστηκαν μέσα από μια ποικιλία ιστορικών τεκμηρίων, όπως φωτογραφίες, ελληνικές και ξένες εφημερίδες, συνθήκες, χάρτες, αρχειακά έγγραφα, τα οποία προέρχονται με τη σειρά τους από ένα πλήθος δημόσιων και ιδιωτικών αρχειακών φορέων, όπως και πλούσιων ιδιωτικών συλλογών, αποκαλύπτοντας έτσι για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό τον πλούτο των πηγών γύρω από τη σύγχρονη Δωδεκανησιακή ιστορία, γνωστός μέχρι σήμερα στους ιστορικούς και τους ερευνητές της περιόδου.

Στη δεύτερη παρουσίαση της έκθεσης στη Ρόδο, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον εμπλουτισμό της με ιστορικά τεκμήρια για πρόσωπα και γεγονότα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον κοινό αγώνα των Δωδεκανησίων με τους Έλληνες στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και στην Αντίσταση των Δωδεκανησίων ενάντια στους Ιταλούς και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής την περίοδο 1940-1945.

Αξιοποιώντας το πολύτιμο και προσφάτως μεταφερόμενο (2013) από την Ελληνική Αστυνομία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους - Αρχεία Νομού Δωδεκανήσου, αρχείο της ιταλικής μυστικής αστυνομίας, το Ροδιακό και ευρύτερα Δωδεκανησιακό κοινό έχει την ευκαιρία να δει για πρώτη φορά έγγραφα- τεκμήρια της εθνικής δράσης προσώπων που έχουν χαραχθεί βαθειά στη δημόσια και συλλογική μνήμη των νησιών, των συλλογικών και μεμονωμένων δράσεων Δωδεκανησίων στο πλευρό του ελληνικού στρατού και τον αντίκτυπο που αυτές είχαν στο ιταλικό φασιστικό καθεστώς, αλλά και τη δράση προσώπων λιγότερο γνωστών στη δημόσια ιστορία του τόπου μας.

Μέσα από μία μεγάλη δεξαμενή αγωνιστών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην περίοδο του πολέμου, επιλέχθηκαν πρόσωπα τα οποία έχουν επισήμως αναγνωριστεί και τιμηθεί ως ήρωες από τους φορείς της θεσμικής μνήμης, κυρίως την πολιτεία και τις τοπικές αρχές, αλλά και πρόσωπα που συνδέθηκαν με την τοπική αντίσταση στη Ρόδο, ήδη από την εποχή της Ιταλικής Διοικήσεως.

Μέσα από τους ατομικούς φακέλους του αρχείου της ιταλικής αστυνομίας, η έκθεση αφηγείται τις προσωπικές ιστορίες αυτοθυσίας του πεσόντα στον ελληνοϊταλικό πόλεμο (Νοέμβρης 1940), Χαλκίτη υπολοχαγού Αλεξάνδρου Διάκου, του επίσης Χαλκίτη λοχαγού Διογένη Φανουράκη, ο ποίος μετά το βαρύ τραυματισμό του από γερμανικά πυρά έδωσε τέλος στη ζωή του στην αυλή του πατρικού του σπιτιού στη Χάλκη (Νοέμβρης 1944), του εκτελεσμένου από τους Ιταλούς Νικολάου Σάββα από το Καστελλόριζο και του συνεργάτη του Γεωργίου Κυρμιχάλη από τη Σορωνή, ο οποίος λόγω του νεαρού της ηλικίας του (19 χρονών) δεν εκτελέστηκε, αλλά εξορίστηκε και φυλακίστηκε στην Ιταλία, των εκτελεσμένων από τους Γερμανούς Γεωργίου Κωσταρίδη και Μιχαήλ Βρούχου (Σεπτέμβρης 1944), ηγετικών μορφών της ροδίτικης αντίστασης κατά των Γερμανών.

Τα έξι αυτά πρόσωπα αποτελούν από τις πιο αναγνωρισμένες μορφές των Δωδεκανήσιων ηρώων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ονόματά τους δόθηκαν σε οδούς της πόλεως της Ρόδου κατά την πρώτη μαζική μετονομασία, την οποία  πραγματοποίησε το πρώτο μεταπολεμικό ελληνικό Δημοτικό Συμβούλιο της Ρόδου το Μάη του 1946.

Το όνομα του Κυρμιχάλη θα δοθεί σε οδό της πόλης μεταγενέστερα, το 1957, καθώς, με νωπή ακόμη την εμπειρία του πολέμου και της κατοχής, στις μετονομασίες των οδών του 1946 τιμήθηκαν κυρίως οι Δωδεκανήσιοι που έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας στο πεδίο της μάχης ή αντιστεκόμενοι στους Ιταλούς και αργότερα στις γερμανικές αρχές κατοχής. Το 1946, ο Κυρμιχάλης ήταν ακόμη εν ζωή. Απεβίωσε το 1949, μετά από πολύχρονη μάχη με τη φυματίωση.

Παράλληλα, οι τοπικές αρχές και η ιδιωτική πρωτοβουλία ανέλαβαν την ανέγερση μνημείων για να τιμήσουν τη μνήμη των έξι ηρώων. Το  Νοέμβριο του 1958 ανεγέρθη ο  ανδριάντας του υπολοχαγού Αλεξάνδρου Διάκου στο Μανδράκι της Ρόδου με πρωτοβουλία του στρατού, ενώ τα έξοδα ανέλαβε ο Δήμος Ρόδου και η ερανική επιτροπή που συστάθηκε από το Δήμο το 1953 για τη διενέργεια εράνου προς συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού. Καθώς ο Αλέξανδρος Διάκος θεωρείται ο πρώτος πεσών του ελληνοϊταλικού πολέμου, έχει επίσης τιμηθεί πανελλαδικά με ποιήματα, τρεις προτομές,  ενώ στρατιωτικές θέσεις και στρατόπεδα φέρουν το όνομά του.

Το 1994, στους αμπελώνες της Κ.Α.Ι.Ρ., σε μικρή απόσταση από το σημείο της εκτέλεσης του Μιχαήλ Βρούχου και Γεωργίου Κωσταρίδη από τους Ναζί, στις 20 Σεπτέμβρη 1944, οι οικογένειες τους, μετά την παραχώρηση του χώρου από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ανέλαβαν με δική τους δαπάνη την ανέγερση μνημείου προς τιμήν των δύο ηρώων.
Τον Οκτώβριο του 1996, με δαπάνη του Δήμου Ρόδου και της Εταιρείας Ροδιακών Μελετών, ανεγέρθησαν οι προτομές του Νικολάου Σάββα και Γεωργίου Κυρμιχάλη, στο μικρό πάρκο δίπλα στα εκδοτήρια των ΚΤΕΛ, στο Μανδράκι της Ρόδου.

Το Μάρτη του 2005, με πρωτοβουλία του Δήμου Ρόδου και του συλλόγου Χαλκιτών Ρόδου και με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από το θάνατο του Λοχαγού Διογένη Φανουράκη, ανεγέρθηκε προτομή του στο πάρκο όπου διασταυρώνονται η ομώνυμη οδός, η Λοχαγού Φανουράκη, και η οδός Αλεξάνδρου Διάκου. Ηρώο του Λοχαγού Φανουράκη υπάρχει και στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Χάλκη.
Ωστόσο, η έκθεση ανέδειξε ιστορίες αγωνιστών της Ρόδου και των άλλων νησιών, λιγότερο γνωστές και καταγεγραμμένες στη συλλογική μνήμη του τόπου.

Η μία απ’ αυτές αναφέρεται στην τοπική αντίσταση στη Ρόδο, ήδη από τα χρόνια της Ιταλικής Διοικήσεως, και αφορά την ιστορία του δασκάλου Εμμανουήλ Παπαναστασίου από τη Σορωνή, ενός εκ των ιδρυτικών μελών κατασκοπευτικής οργάνωσης υπέρ του ελληνικού κράτους, γνωστή ως «Φιλική Ένωσης», η οποία ιδρύθηκε στη  δεκαετία του 1930 στη Ρόδο, ενώ η δράση της έληξε με τη σύλληψη των μελών της από τους Ιταλούς το 1942.

 Εκτός από τον Παπαναστασίου, σημαντικά μέλη της υπήρξαν ο κουρέας Χρήστος Φέσσας από το Καστελλόριζο, ο πρώτος, μετά την απελευθέρωση, εκλεγμένος δήμαρχος Ρόδου, Γαβριήλ  Χαρίτος, οι γιατροί Λάζαρος και Νικόλαος Τηλιακός, και ο Σάββας Παυλίδης, εγγονός του δημάρχου Ρόδου την περίοδο 1912-1913,  Σάββα Παυλίδη.

 Με την αναγνώριση της Εθνικής Αντιστάσεως από το ΠΑΣΟΚ το 1982, ο Φέσσας και ο Παυλίδης θα αναγνωριστούν ως αντιστασιακοί, ενώ τα ονόματα των Τηλιακών, του Χαρίτου και του Φέσσα θα δοθούν τιμητικά σε οδούς της πόλεως Ρόδου σε μαζική μετονομασία οδών που πραγματοποίησε ο   Δήμος Ρόδου το 1992.

Η έκθεση φώτισε δύο ακόμη πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες αντίστασης, των νέων  Βάσου Ασλάνογλου από την Πάτμο, και του Μιχάλη Κουτλάκη από την Κάσο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Ασλάνογλου βρέθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει, εκδήλωσε αμέσως τα εθνικά και αντι-ιταλικά  του αισθήματα, συμμετέχοντας στις Δωδεκανησιακές οργανώσεις της Αθήνας, ενώ με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού, κατατάχθηκε μαζί με τον  αδερφό του Μίμη στο Σύνταγμα Εθελοντών Δωδεκανησίων. Ο Βάσος εκτελέστηκε στη διάρκεια της Κατοχής από τους Γερμανούς.

 Ο Κουτλάκης από την Κάσο ακολούθησε σχεδόν την ίδια πορεία με τον Ασλάνογλου, μόνο που μετά τον ελληνοϊταλικό γύρισε πίσω στην Κάσο. Φυλακίστηκε από τους Ιταλούς, στάλθηκε στην Αθήνα, στις φυλακές Αβέρωφ, και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, το Σεπτέμβρη του 1943, κατάφερε να δραπετεύσει και εντάχθηκε στο ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ. Τον Ιανουάριο του 1944, ο Κουτλάκης σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχη του ΕΛΑΣ με τους Γερμανούς στη Φωκίδα.
Τέλος, στην έκθεση παρουσιάστηκαν  για πρώτη φορά τεκμήρια της αντίδρασης της  Ιταλικής Διοικήσεως στη μαζική, εθελοντική συμμετοχή Δωδεκανησίων στον ελληνικό στρατό.

Στις αρχές Ιουλίου του 1941, η Ιταλική Μυστική Αστυνομία, σε συνεργασία με τις ιταλικές αρχές κατοχής στην Αθήνα, συνέταξε ειδικό φάκελο προκειμένου να εντοπίσει τους  Δωδεκανήσιους, Ιταλούς υπηκόους, οι οποίοι συμμετείχαν εθελοντικά στον ελληνικό στρατό, χρησιμοποιώντας ως μέσα εντοπισμού και ταυτοποίησής τους  την αλληλογραφία τους με μέλη των οικογενειών τους στα νησιά.     
Στόχος των Ιταλικών αρχών ήταν να τους απαγγείλει κατηγορίες για δράση κατά των ιταλικών όπλων και να τους οδηγήσει σε δίκη σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ιταλικού Ποινικού Κώδικα.

Τα γράμματα των Δωδεκανησίων εθελοντών συγκεντρώθηκαν σε ένα αρχείο, σε ένα φάκελο προκειμένου να εξυπηρετήσουν την ανάγκη του ιταλικού καθεστώτος των νησιών να καταγγείλει και να απονομιμοποιήσει την ανοιχτή αμφισβήτηση του από τους ίδιους τους υπηκόους του, φανερώνοντας την ίδια στιγμή και το φόβο που δημιουργούσε σε αυτό  η ανοιχτή δυναμική εναντίωση στην ιταλική κυριαρχία των νησιών.  Ταυτόχρονα, τα γράμματα αυτά αποτελούν σημαντικό αρχείο για την εμπειρία των εθελοντών Δωδεκανησίων στο μέτωπο, καθώς αποτυπώνουν τα ειλικρινή, αυθόρμητα και αγνά πατριωτικά τους κίνητρα και το βίωμα της εμπειρίας του πολέμου.    

Με το άρθρο αυτό, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους- Νομού Δωδεκανήσου, κ. Ειρήνη Τόλιου, η οποία εμπιστεύτηκε τη δουλειά μου και με τίμησε με τη συνεργασία της, τους ιστορικούς του Ιδρύματος της Βουλής, Άννα Ενεπεκίδου και Γιώργο Σταθακόπουλου για την πολύτιμη καθοδήγησή τους στη διάρκεια της έρευνας, την αρχιτέκτονα Φωτεινή Χαλβατζή και τον ιστορικό μελετητή  Nick Pappas (Νικόλαος Παπαναστασίου) από το Καστελλόριζο για την καθοριστική τους συμβολή στην πραγματοποίηση της έρευνας και  να εκφράσω την αισιοδοξία μου για τη συνέχιση της παρουσίασης αυτής της τόσο σημαντικής έκθεσης για τον τόπο μας.
* Ιστορικός- Αρχειονόμος,
Μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Επιστήμη της Αρχειονομίας, τμήμα Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο του Leiden, Ολλανδία