Σεβάστηκα τους Ροδίτες τα έθιμα και τις αντιλήψεις τους

Ήρθε στη Ρόδο «πέντε ημερών νύφη», την εποχή που όλα ήταν διαφορετικά και δύσκολα για μία γυναίκα. Όμως «μαχήτρια» η ίδια, κατάφερε όχι μόνο να ορκιστεί ως η πρώτη γυναίκα δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, αλλά και να διαπρέψει και να καταξιωθεί σε όλα τα επίπεδα!
Η Ρέα Παπαχρήστου – Τσέλιου μητέρα τριών κοριτσιών, υπερήφανη γιαγιά, άνοιξε το σπίτι και την καρδιά της στην  «Ροδιακή» και μίλησε για όλους και για όλα. Για τη Ρόδο που την «αιχμαλώτισε» -όπως η ίδια λέει- από τη πρώτη στιγμή που την αντίκρισε, για τις συνθήκες εργασίας των δικηγόρων την εποχή εκείνη και τις υποθέσεις που απασχολούσαν τα δικαστήρια.
Αλλά και για τα παιδικά της χρόνια, τη γνωριμία της με μυθικά πρόσωπα όπως η φιλία της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, και το νεανικό της φλερτ με το Φρέντυ Γερμανό, όπως επίσης και για την απόφασή της να εγκατασταθεί μόνιμα στη Ρόδο και φυσικά για την κοινωνική της προσφορά, κυρίως στο Λύκειο Ελληνίδων όπου διετέλεσε 20 χρόνια πρόεδρος και επτά χρόνια γενική γραμματέας.
Τίποτα δεν θα ήθελε να αλλάξει από τη ζωή της η κα. Ρέα, θα ήθελε όμως καλύτερους τρόπους, μεγαλύτερη ευγένεια, συμπάθεια, αγάπη, σεβασμό από τον κόσμο όπως μας λέει «αυτά τα ωραία συναισθήματα που πρέπει να διακατέχεται ο κάθε άνθρωπος»!

 

Πώς ήταν η πρώτη φορά που ήρθατε στη Ρόδο;
Ήμουνα πέντε ημερών νύφη όταν ταξιδέψαμε για Ρόδο με το σύζυγό μου. Στη Ρόδο δεν είχα ξαναέρθει,  εκείνος ήταν μεγαλύτερος είχε κανα δυο χρόνια που είχε ανοίξει το γραφείο, ήμασταν αρραβωνιασμένοι και με ρώτησε τότε θες να παντρευτούμε, στη Ρόδο ή στην Αθήνα.
Εγώ το πρώτο που είπα άμεσα αυθόρμητα ήταν που θα σταδιοδρομήσουμε καλύτερα. Ήθελα και εγώ να σταδιοδρομήσω δεν σπούδασα για να κάτσω σπίτι. Μου λέει «κοίτα οι προοπτικές της Ρόδου για ανάπτυξη είναι πάρα πολύ καλές και εκεί πιστεύω ότι θα είναι καλύτερα». Και πάμε να το πούμε στους γονείς μου. Και λέω εγώ «μπαμπά, μαμά με τον Κυριάκο αποφασίσαμε να παντρευτούμε και να εγκατασταθούμε στη Ρόδο».

Η μαμά μου η οποία ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα δεν είπε τίποτα. Ο μπαμπάς μου είπε «παιδί μου που πας σε ένα άγνωστο μέρος;» γιατί δεν είχα ξαναέρθει δεν ήξερα τους συγγενείς του. Και τότε μου είπε «ο Θεός μαζί σου».

Και μπήκαμε στο αεροπλάνο και ήρθαμε. Όταν ερχόμαστε από το αεροδρόμιο με το αυτοκίνητο, εκεί στις Κάτω πέτρες, είδα το ενυδρείο ένα μοναχικό κτήριο και ήτανε η θάλασσα η μπλε, αφροί πάρα πολλοί γιατί εκεί πάντα έχει κύμα, ξεκάθαρος ο ουρανός και αυτή η εικόνα εμένα με αιχμαλώτισε!

Μείναμε σε ξενοδοχείο γιατί ακόμη δεν είχαμε τακτοποιηθεί και σε τρεις ημέρες φεύγω για την Αθήνα γιατί έπρεπε να δώσω εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας άσκησης  της δικηγορίας. Τότε δίναμε εξετάσεις και ήταν πολύ αυστηρές, σε δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου και έναν πρόεδρο Αρεοπαγίτη. Όταν επέστρεψα η νύφη του ξενοδόχου μου είπε ότι ρωτούσαν τι είχε γίνει και έφυγα και όλοι νόμιζαν πως το είχα σκάσει!
Μετά βρήκαμε σπίτι και εγκατασταθήκαμε εδώ.
Ορκίστηκα το 1963 ως δικηγόρος εδώ και ήμουν η μόνη!

Πως ήταν η Ρόδος τα χρόνια εκείνα;
Η Ρόδος ήταν ειδυλλιακή! Είχε θαυμάσιες μονοκατοικίες με κήπους, τότε υπήρχε ακόμη ο κήπος «σατό φλορύ» στη γωνία 25ης Μαρτίου και Αμερικής. Απέναντι από εκεί που σήμερα βρίσκεται το ίδρυμα Σταματίου ήταν ένα πολύ ωραίο σπίτι, μονοκατοικία, και ήταν του Κώστα Παπαδόπουλου, του εμπόρου. Μετά όλα δόθηκαν και έγιναν πολυκατοικίες και μαγαζιά. Ήταν θαυμάσια η πόλη της Ρόδου, εξαιρετικά ωραία.

Και ο κόσμος-γιατί μένατε στο κέντρο απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι-ήταν δεμένος μεταξύ του, ήταν γειτονιά;
Όχι, δεν ήταν γειτονιά. Ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Το επάγγελμα ήτανε δύσκολο, έκανα και τα παιδιά μου, δεν σταμάτησα ποτέ τη δικηγορία. Ήταν κλειστός ο κόσμος, οι ροδίτες, γενικά.
 Όμως, επειδή εγώ πρόσφερα στην κοινωνία της Ρόδου, εκτός από τη δικηγορία, που το καμάρωναν δεν μπορώ να πω, ήταν η συμμετοχή μου και το μεγάλο έργο που έκανα στον πολιτιστικό τομέα με το Λύκειο Ελληνίδων για πάρα πολλά χρόνια.

Είκοσι χρόνια ήμουνα πρόεδρος, επτά χρόνια Γ.Γ. Δεν υπήρχαν τότε άλλοι πολιτιστικοί φορείς ούτε και οι Δήμοι είχαν τότε όπως έχουν τώρα. Το Λύκειο Ελληνίδων δένει με τη δική μου Προεδρία, άνοιξα τα φτερά του πολύ, το εμπιστευόταν όλος ο κόσμος και έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές με τους παραδοσιακούς χορούς, αναδείξαμε το μελεκούνι και το αχλαδάκι το αμυγδαλωτό το οποίο δεν το θεωρούσαν κάτι σπουδαίο οι ντόπιες κυρίες. Εμείς το αναδείξαμε διότι στα κεράσματά μας όταν κάναμε στις πολλές εκδηλώσεις πάντα τα κεράσματα μας ήταν αυτά, δηλαδή τα παραδοσιακά, και σιγά-σιγά άρχισαν να βγαίνουν πια και στα εστιατόρια, τα ζαχαροπλαστεία. Δηλαδή, τα δώσαμε προς τα έξω εμείς αυτά. Τα έθιμα, τις παραδόσεις, ακόμα και αυτά τα θαυμάσια δύο γλυκά που σας λέω. Εμένα, μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση και εκτιμώ πάρα πολύ το έργο και ως προς αυτά τα δύο γλυκά.

Επί της Προεδρίας μου είχαμε επίσης δύο σπουδαίες εκδόσεις, τις Ροδίτικες Συνταγές, από μία ομάδα κυριών ροδιτισσών, επτά χρόνια έρευνα και καταγραφή με εμένα συντονίστρια. Η επιστημονική ονομασία είναι «ροδίτικες συνταγές-παραδοσιακές τροφές της Ρόδου». Συγκεντρώσαμε υλικό χειρόγραφα και πως να εκδοθούν αυτά τα πράγματα. Λέω να πάρω τηλέφωνο κάποιον εκδοτικό οίκο της Αθήνα, μιλήσαμε με έναν ή δύο και είπαν ότι δεν τους ενδιαφέρει αυτό το αντικείμενο. Οπότε, εγώ σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στην Ακαδημία Αθηνών η οποία έχει λαογραφικό τμήμα.

Τηλεφώνησα και ζήτησα τη διευθύντρια, της είπα το ιστορικό και την ιδιότητά μου και έδειξε έναν ενθουσιασμό αμέσως. Λέει χαίρομαι πολύ γιατί είμαι και εγώ Δωδεκανήσια, από τη Σύμη και το Καστελόριζο κρατώ. Ήταν η κα Άννα Παπαμιχαήλ-Κουτρούμπα, διευθύντρια του Λαογραφικού Τμήματος της Ακαδημίας Αθηνών, σπουδαία επιστημόνισσα, διεθνούς φήμης. Της τα λέω, μου λέει φέρε μου μόνο το υλικό να δω αν είναι παραδοσιακό. Παίρνω τα χειρόγραφα πάω στην Αθήνα. Μου ζήτησε να τις τα αφήσω για ένα μήνα να τις ελέγξει. Πράγματι μου απάντησε ότι τα είδε  «είναι πράγματι παραδοσιακά, έχουν ενδιαφέρον αλλά έτσι όπως είναι χειρόγραφα δεν γίνεται δουλειά. Θα τα πάρετε γιατί και η διατύπωση όλων των συνταγών πρέπει να είναι ίδια. Επίσης, δεν μου αρκεί, πρέπει να πάτε σε χωριά, ένα ορεινό, ένα πεδινό, ένα στη θάλασσα, να πάρετε έναν φωτογράφο». Και πήρα ένα φωτογράφο, τον Κουφό από την Ιαλυσό, και πήγαμε..

Αυτό το βιβλίο γιατί δεν έγινε ποτέ καμία προσπάθεια να επανεκδοθεί;
Έγινε δεύτερη έκδοση. Η πρώτη από δύο χιλιάδες αντίτυπα εξαντλήθηκε και κάναμε μία δεύτερη έκδοση, πάλι επί Προεδρίας μου αυτά, από χίλια αντίτυπα, πάει και αυτή, τώρα είναι εξαντλημένο και είναι περιζήτητο και είναι και κλασικό. Βγάλαμε τα λεφτά που δώσαμε. Το εξώφυλλο είναι ειδικό ώστε όταν λερώνεται στην κουζίνα να πλένεται… Έχουμε δώσει τρία αντίτυπα στη βιβλιοθήκη του Δήμου. Αυτό η κα Παπαμιχαήλ το κατέθεσε στη Γενεύη όπου υπάρχει μία βιβλιοθήκη ειδική για παραδοσιακές συνταγές των χωρών, παρ’ όλο που δεν ήταν μεταφρασμένο στα Αγγλικά-καλό θα ήταν να γίνει κι αυτό αλλά κόστιζε τότε.

Αυτό είναι πραγματικά κειμήλιο. Η μελέτη ενός τέτοιου βιβλίου νομίζω ότι μας βοηθάει να μάθουμε και πράγματα για την κουλτούρα, για τις διατροφικές συνήθειες…
 Ξέρετε πόσα προκύπτουν, από τον πρόλογο της κας Παπαμιχαήλ θα δείτε πόσα συμπεράσματα προκύπτουν. Για τη φύση της οικονομίας του νησιού καταρχήν, για τα έθιμά μας… Και αυτό ήταν το μεγάλο μου έργο στο Λύκειο Ελληνίδων. Μ’ έχουν επιλέξει έξι Δήμαρχοι χωρίς να είμαι πολιτικός εγώ, αλλά βέβαια  ως  λαϊκό μέλος, κατ’ επιλογή γίνεται στους Οργανισμούς του Δήμου. Είναι τιμή και είναι οι άνθρωποι που μπορούν να προσφέρουν με γνώσεις, με δουλειά κτλ. Η πρώτη επιλογή ήταν από τον αείμνηστο Δήμαρχο Βενετοκλή ο οποίος με επέλεξε ως μέλος της Επιτροπής Δια Βίου Μάθησης.
Μετά, ο Σάββας ο Καραγιάννης με επέλεξε ως μέλος του ΔΗ.Π.ΕΘ.Ε. Ρόδου και κάναμε το καταστατικό τότε. Μετά ήρθε ο Γιαννόπουλος και στις τρεις θητείες του ήμουνα πάντα μέλος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου. Μετά διελύθη δυστυχώς. Ο Σάββας ο Καραγιάννης όταν πήγε Νομάρχης στη Νομαρχία με έβαλε στον ΟΠΑΔ και κάναμε εκεί το καταστατικό.

Πώς ήταν ο κόσμος της νομικής, τα δικαστήρια, τι υποθέσεις κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή που ξεκινήσατε εσείς; Και μετέπειτα με τον άνδρα σας που τα βλέπατε, δύο δικηγόροι και «μεγάλα ονόματα». Καταρχήν, φαντάζομαι ότι όταν πρωτοήρθατε δεν θα είχε και πολλά μέλη ο δικηγορικός σύλλογος….
Όχι ήταν λίγα τα μέλη. Θέλω να σας πω κάτι που είναι σημαντικό για εμάς τις γυναίκες. Σε κάποια φάση, στην αρχή της δικηγορίας μου εμένα, το γραφείο μας συστεγαζόταν με το γραφείο του τότε Προέδρου του ΔΣ, του αειμνήστου Αχιλλέα Κωνσταντινίδη ο οποίος εξελέγετο χωρίς εκλογές, ήταν γενικά αποδεκτός από τους δικηγόρους και ήμαστε λίγοι δικηγόροι. Εγώ ήμουν για οκτώ χρόνια η μόνη γυναίκα, στα οκτώ χρόνια ήρθε η δεύτερη. 

Ήταν κάπου δύο χρόνια που δικηγορούσα, μπήκαν λοιπόν στο κοινό γραφείο που είχαμε με τον Αχιλλέα Κωνσταντινίδη-είχα πάει έξω με το χαρτοφύλακά μου. Αυτός καθόταν σε ένα ταπεινό γραφειάκι και όταν μπήκα δεν μου είπε κα Ρέα, όμως μου έκανε ένα νόημα να πλησιάσω. Πλησίασα, λοιπόν, και μου λέει «κοίταξε, ο άνδρας σου έχει δουλειές τώρα, καλά είναι, εσύ τι θέλεις και παίρνεις το χαρτοφύλακα και πας στα ακροατήρια». Εγώ, λιγάκι τα ‘χασα μ’ αυτό το πράγμα αλλά κάτι μάσησα εν πάση περιπτώσει και απομακρύνθηκα.

Μετά από επτά-οκτώ μήνες, πάλι έγινε αυτό και μου είπε πάλι τα ίδια. Τότε, λοιπόν, του είπα: «Κύριε Πρόεδρε, με όλο το σεβασμό που σας έχω, σας λέω ότι οι γονείς μου κι εγώ κάνουμε μεγάλες θυσίες για να σπουδάσω και εγώ σπούδασα και θα ασκήσω την επιστήμη μου».
Τότε έκανε ένα μορφασμό-ήταν ιδιάζων τύπος-δεν είπε τίποτα, εγώ το ερμήνευσα σαν να μου έλεγε δηλαδή ότι τούτη δω είναι ξεροκέφαλη. Δηλαδή, δεν ήταν σωστό να πηγαίνω φαίνεται στ’ ακροατήρια.

Φαντάζομαι ότι όλος ο χώρος ήταν ανδροκρατούμενος., Δικαστές, Εισαγγελείς, δεν υπήρχαν γυναίκες στο δικαστικό Σώμα εκείνη την εποχή…
«Οι πάντες. Μόνο υπήρχαν μία ή δύο Γραμματείς στα Δικαστήρια. Τίποτε άλλο. Τότε οι δικηγόροι ήταν λίγοι, δεν είναι όπως τώρα και η Γραμματεία που έχει πιο πολλούς γραμματείς…

Ποιες ήταν οι υποθέσεις που απασχολούσαν περισσότερο, που ήταν πιο σημαντικές εκείνη την εποχή;
«Εγώ καταρχήν, κοιτάξτε, ασχολήθηκα με το αστικό δίκαιο. Ήμουν αστικολόγος. Αυτές οι υποθέσεις ήταν κυρίως οικογενειακού δικαίου, ενοχικού δικαίου, δηλαδή αγορά, μίσθωση, τέτοια πράγματα και με εμπράγματο δίκαιο βέβαια. Μία γενική δικηγορία και το κληρονομικό δίκαιο.

Υπήρχαν, όμως, και ποινικές υποθέσεις που απασχολούσαν;
«Δεν υπήρχαν τόσες παράνομες περιπτώσεις. Υπάρχουν όμως πάντα. Πάντα παρανομούν οι άνθρωποι…».

Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε μεταξύ μητέρας, επαγγελματία δικηγόρου, σε μία δύσκολη εποχή που η γυναίκα δεν γινόταν εύκολα αποδεκτή για τις πράξεις της όταν τολμούσε να βγει έξω από τα όρια του σπιτιού της;
«Αυτό είναι αλήθεια και εδώ είναι επαρχία να έχετε υπόψη, ήταν πολύ διαφορετικές οι αντιλήψεις. Όμως, θέλω να πω ότι η Ρόδος μου φέρθηκε πάρα πολύ καλά, αλλά της φέρθηκα πρώτα εγώ καλά. Δηλαδή, σεβάστηκα. Σεβάστηκα τους ροδίτες, σεβάστηκα την ιστορία της Ρόδου, τη διάβασα. Επίσης, σεβάστηκα τα έθιμά τους, τις αντιλήψεις τους. Είχα, όμως, μία δυνατή προσωπικότητα, ήμουν οπλισμένη από τους γονείς μου, απ’ την οικογένειά μου, να είμαι πάντα σωστή, δημοκράτισσα στις πεποιθήσεις μου, να σέβομαι τον άλλο πάντα αλλά να είμαι και τολμηρή. Και το έδειξα αρκετές φορές που ήμουνα τολμηρή.

Τόλμησα πάρα πολλές φορές, πάντα βγήκα κερδισμένη. Και γι’ αυτό με προσκαλούν για ομιλίες και λέω σε όλους, αγόρια και κορίτσια, άνδρες και γυναίκες, στη ζωή πρέπει να είμαστε τολμηροί γιατί η ζωή είναι σκληρή, δύσκολη, θέλει αγώνα αλλά έχει και απολαύσεις και πολλές χαρές αν μπορέσεις να τις βρεις».
»Τώρα, σχετικά με τη δικηγορία επειδή μου έκανες αυτή την ερώτηση: Η δικηγορία είναι ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα. Απαιτεί, καταρχήν, σωματική αντοχή, κάθε μέρα ορθοστασία, γρήγορα να προλάβεις προθεσμίες. Θέλει, λοιπόν, ψυχική και σωματική αντοχή. Πάνω, απ’ όλα, όμως, είναι η κατάρτιση του δικηγόρου.

Ο δικηγόρος πρέπει κάθε μέρα ν’ ανανεώνεται διότι και οι νόμοι αλλάζουν και η νομολογία των δικαστηρίων αλλάζει και η ζωή αλλάζει. Ύστερα, πρέπει να ελέγχεται ο δικηγόρος γιατί κάνει δημόσια τη δουλειά του στα Δικαστήρια-γιατί εγώ έκανα μαχόμενη δικηγορία. Ελέγχεται, λοιπόν, πρώτον  από τους συναδέλφους του. Λένε οι συνάδελφοι ο ένας για τον άλλο «αυτή ξέρει νομικά». Νούμερο ένα είναι να ξέρεις νομικά. Για μένα είδαν μια, δυο, τρεις, ότι ήξερα νομικά. Το είπε, μάλιστα, και ο Παντελίδης ο αείμνηστος, που αν το λέγε ήταν θέσφατο για τον κύκλο μας.

Ελέγχεσαι από τους γραμματείς: Πως συμπεριφέρεσαι στους γραμματείς. Νομίζετε ότι όλοι συμπεριφέρονται σωστά; Όχι. Ελέγχεσαι από τους γραμματείς οι οποίοι τα συζητούν με τους δικαστές, ελέγχεσαι και από τους δικαστές φυσικά και πολλώ μάλλον όταν παίρνουν τα δικόγραφά σου και τα διαβάζουν. Και ελέγχεται ο δικηγόρος και από το κοινό που παρακολουθεί τις δίκες. Ποιο άλλο επάγγελμα είναι περισσότερο ελεγχόμενο;.

Αυτά θέλει η δικηγορία: Θέλει, δηλαδή, σωματική ψυχική αντοχή, πολλή αγάπη και εγρήγορση πνεύματος, ψυχής και σώματος. Θέλει αντανακλαστικά και πολλή δουλειά…Ύστερα, έχεις την κριτική των δικαστών που διαβάζουν τα δικόγραφά σου και για να το διαβάσουν και να μην το προσπεράσουν πρέπει το δικόγραφο να το φροντίζεις. Δηλαδή, να το διαβάζεις όταν το γράφεις, τα επιχειρήματά σου για να υποστηρίξεις την υπόθεσή σου και να αντικρούσεις τα επιχειρήματα του αντιδίκου. Λοιπόν, το δικόγραφό σου πρέπει να είναι άψογο. Εκτός από την επιχειρηματολογία, πρέπει να είναι ορθογραφημένο, πρέπει να έχει καλλιέπεια, να είναι και ευχάριστο στο διάβασμα, στο να το βλέπεις, και ζωντανό.

Εγώ, επειδή είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος και γράφω σύντομα, περιεκτικά, πάντα προσπαθούσα να δώσω ένα τόνο διαφορετικό στα δικόγραφά μου. Δηλαδή, έβαζα και παροιμίες μέσα που η σοφία τους είναι ακτύπητη, δεν μπορούσε να σου πει κανείς τίποτα αντίθετο. Αλλά χρησιμοποιούσα και εκφράσεις της εποχής του, του συρμού…Ή όταν έβλεπα από τον αντίδικο κάτι στις προτάσεις του που δεν μου άρεσε γενικά, στο τέλος έβαζα συχνά για πολλούς λόγους “αλλά οι φύλακες έχουν τη γνώση…”. Αυτό κατά την κρίση μου είναι ένα καμπανάκι στους Δικαστές».

Σαφέστατα, και το ξέρετε και εσείς γιατί έχετε στενή επαφή ακόμη με τη δικηγορία, έχουν αλλάξει πολλά από τότε μέχρι τώρα. Υπάρχει κάτι που έχει αλλάξει στο επάγγελμά σας πάνω και σας στενοχωρεί ή σας προκαλεί θλίψη;
«Κοιτάξτε, επειδή έχω δέκα χρόνια που είμαι συνταξιούχος, η ποιότης στη δουλειά νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια κάπως και η συμπεριφορά των δικηγόρων μεταξύ μας και επίσης ο δικηγόρος πρέπει, καταρχήν, να έχει ένα στυλ. Ο Καρύδης ο συνάδελφος με είχε ρωτήσει μια μέρα στο εντευκτήριό μας που κάναμε τα πηγαδάκια τα δικά μας, τι πρέπει να έχει ο δικηγόρος κα Ρέα; Του λέω “Παναγιώτη πρέπει να έχει στυλ”. Ο Παναγιώτης βέβαια έμεινε λίγο άφωνος… Τι εννοούσα, αυτό το στυλ έχει ένα περιεχόμενο, έχει πολλά: Να έχει σοβαρότητα, να έχει ευγένεια στη συμπεριφορά του, να έχει τόλμη. Αλλά στο στυλ αυτό εμπεριέχεται και η εμφάνιση του δικηγόρου. Και με την καλή συμπεριφορά αλλά και με την ενδυματολογική του εμφάνιση. Κανονικά υπάρχει ένα άτυπος κώδικας ενδυματολογικός ο οποίος δεν τηρείται πια. Οι άνδρες συνάδελφοι τον τηρούν, για τις γυναίκες συναδέλφους καλό θα είναι, δίνω μια ευχή, να τον τηρούν, είναι απαραίτητο στοιχείο».

Εάν είχατε την ευκαιρία-γιατί έρχονται και Χριστούγεννα-ν’ αλλάξετε κάτι από όλα αυτά που έχετε ζήσει ποιο θα ήταν αυτό-αν αλλάζατε…
«Εγώ, κοιτάξτε, δεν θέλω ν’ αλλάξω την προσωπική μου ζωή όπως είναι διαμορφωμένη. Με τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τους φίλους μου, γενικά τη ζωή μου, τα ενδιαφέροντά μου, τα οποία είναι συνεχή και αδιάπτωτα. Έχω ελευθερία εδώ να διαβάζω, στο σπίτι μου, μ’ αρέσει η γλωσσολογική έρευνα. Που γράφω καμιά φορά κάτι άρθρα, ανατρέχω πάντα στα γλωσσολογικά μην κάνω κανένα λάθος. Εγώ λατρεύω να γράφω, να είμαι στο γραφείο  μου. Αν δεν πάω στο γραφείο μου να καθίσω νομίζω ότι δεν αναπνέω.
Επίσης, εκείνο που μ’ αρέσει είναι επειδή βλέπω και αυτή την κατάσταση που βρίσκεται κι η πατρίδα μας γενικά, δεν υπάρχει πυξίδα, ούτε ατομική πυξίδα. Χωρίς πυξίδα και κανόνες δεν προχωρεί ο άνθρωπος ούτε οι κοινωνίες. Δηλαδή, η κανονικότητα, ο σεβασμός των νόμων, των κανόνων.

Η ανομία μ’ ενοχλεί πάρα πολύ. Η κανονικότητα λείπει, το βλέπω τώρα και στους πολιτικούς. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται, ιδίως τώρα τελευταία-επειδή παρακολουθώ και συστηματικά Βουλή-είναι ανοίκειος. Κανένα επίπεδο δεν υπάρχει, δηλαδή των διαφόρων θεσμών, των εθίμων, των παραδόσεων, της ευγένειας, της λεπτότητας στους τρόπους. Εγώ με την ευγένεια που έχω, που είναι έμφυτη και από τους γονείς βέβαια, γιατί κάνω έναν απολογισμό και λέω γιατί να εισπράττω εγώ τόση συμπάθεια, τόση εκτίμηση. Ανάμεσα σ’ αυτά που υπολογίζω είναι και οι τρόποι, οι συμπεριφορές. Λοιπόν, εάν ήθελα κάτι ν’ αλλάξει θα ήταν προς την κατεύθυνση καλύτεροι τρόποι, μεγαλύτερη ευγένεια, συμπάθεια, αγάπη, σεβασμός. Αυτά τα ωραία συναισθήματα που πρέπει να διακατέχεται ο κάθε άνθρωπος».

Διαβάζετε πολύ κυρία Ρέα, έτσι;
«Μα δεν μπορώ, αν δεν διαβάσω θα σκάσω! Διαβάζω πρώτον κάθε μέρα εφημερίδα και τη θεωρώ σπουδαία πηγή γνώσης. Στο σπίτι μου πάντα είχαμε την εφημερίδα και συστήνω σε όλες τις οικογένειες, έχετε παιδιά, αφήστε την εφημερίδα στο τραπέζι. Κάτι θα διαβάσει, κάτι θα δει, κάτι θα του συζητήσετε εσείς. Εμείς διαβάζαμε στο σπίτι μου πάντα εφημερίδα. Τότε, ήθελα να δώσω εξετάσεις στη νομική.

Εγώ διάβαζα, φροντιστήριο έκανα μόνο δύο μήνες στο ενδιάμεσο, δίναμε Σεπτέμβριο, τελειώναμε Ιούνιο, και ήμουνα βέβαια στο Γυμνάσιο Αμαρουσίου όπου ήμουνα με τη Βουγιουκλάκη την Αλίκη. Το Γυμνάσιο εκείνη την εποχή ήταν μικτό, εγώ ήμουνα και στα έξι χρόνια η πρώτη μαθήτρια και έπαιρνα και στα έξι χρόνια βραβείο. Αλλά οι όροι του βραβείου ήταν ότι έπρεπε σε όλα τα μαθήματα, και στη γυμναστική και στη χειροτεχνία, να έχεις πάνω από 16 αλλά να είσαι ο πρώτος ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν σε όλα 16. Εγώ ήμουνα αυτή που ήμουνα πάντα η πρώτη ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν σε όλα 16-δεν ήταν και πολλοί.

Η Βουγιουκλάκη ήταν καλή μαθήτρια;
«Μέτρια, εντάξει…».

Κάνατε παρέα όμως…
«Πάρα πολύ! Είμασταν φίλες. Ερχόταν στο σπίτι μου που είχα και σκύλο εγώ και παίζαμε, με τ’ αδέρφια της. Είχα μουριά μαζεύαμε μούρα και τρώγαμε. Μας έβαζε η μαμά μου, διότι είχε χώμα η αυλή μας, με μια σκούπα παλαιού τύπου, να σκουπίζουμε τα μούρα που έπεφταν κάτω. Και διατηρήθηκε αυτή η φιλία μας και μετά…».

Είχε στοιχεία στο χαρακτήρα της απ’ αυτά που μπορούμε και εμείς σαν θεατές ν’ αποκομίσουμε βλέποντας τις ταινίες της ή ήταν διαφορετικός άνθρωπος;
«Όχι, καταρχήν ήταν ένα παιδί που είχε φιλοδοξία, είχε φιλαρέσκεια. Κάναμε παρέα και τότε έκαναν βόλτα τα κορίτσια. Όταν μεγαλώσαμε πια, ήμασταν στην εβδόμη, εμένα μ’ ενοχλούσε που αυτή έγλυφε τα χείλη της γιατί τότε δεν βάζαμε κραγιόν εμείς, για να είναι κόκκινα. Και έκανε και το μαλλί έτσι στη βόλτα τώρα, εγώ ήμουν η πιο σοβαρή ας πούμε. Δεν της είχα πει, όμως, ποτέ τίποτα, τη διατηρήσαμε τη φιλία μας. Δηλαδή, ήθελε να γίνει ηθοποιός, ήθελε να αρέσει αλλά ήταν καλό κορίτσι, πολύ καλό κορίτσι. Αυτό δεν είναι και άσχημο που ήθελε η κοπέλα γιατί έγινε σπουδαία».

Όμως, είχατε και άλλες γνωριμίες με επώνυμους, γνωστούς, Έλληνες όπως ο Φρέντυ Γερμανός,. Μάλιστα, έχει κάνει ο ίδιος αναφορά σε συνέντευξή του ότι ήσασταν η αδυναμία του…
«Η αδυναμία του, ναι. Κοίταξε να δεις το έγραψε και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε άρθρο του στα Νέα. Είχε έρθει εδώ επί Γιαννόπουλου και λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει ο Φρέντυ Γερμανός, και τον είδα στην τάφρο που πήγα και μετά που έκανε την ομιλία στην Παναγιά του Κάστρου και πήγα και εκεί, και εκεί μιλήσαμε λίγο. Και έγραψε ένα άρθρο στο οποίο είπε κάτι για τη Ρόδο και είπε εκεί ήτανε και η Ρέα-γιατί τότε για το Φρέντυ Γερμανό ήταν το θέμα αν είχε σπουδάσει. Αλλά δεν είχε σπουδάσει ούτε υπήρχαν και σχολές δημοσιογραφίας τότε. Αυτό ήταν λίγο ερώτημα στους μετέπειτα. Και το έγραψε αυτός, έτσι άρχισε το άρθρο του: “Δεν ξέρω αν ο Φρέντυ Γερμανός πήγε στο πανεπιστήμιο, εκείνο που ξέρω είναι ότι τα μεσημέρια κάτω στη σκάλα, γιατί στον τρίτο όροφο ήταν το αμφιθέατρο, περίμενε τη Ρέα που είναι δικηγόρος στη Ρόδο»!

Και ήταν, πράγματι, έτσι; Σας περίμενε να τελειώσετε;
«Ναι, με περίμενε, με περίμενε. Όταν ήμασταν στην εβδόμη, ογδόη τότε, είχαν αρχίσει τα πάρτι, στα σπίτια βέβαια, με μουσική τότε που βάζαμε τις επιτυχίες. Λοιπόν, ένας ροδίτης φοιτούσε στο Πολυτεχνείο σπούδαζε πολιτικός μηχανικός, και μια μέρα μας κάλεσε, κορίτσια της εβδόμης, σε πάρτι στο σπίτι του. Το σπίτι του ωραίο ήταν, δωμάτιο ήταν που καθίσαμε, γύρω-γύρω καρέκλες και καθόμασταν τα κορίτσια, τα αγόρια όρθιοι, ωραία μουσική  και ανάμεσα στους προσκαλεσμένους του ήταν και ο Φρέντυ Γερμανός. Και έλεγαν τώρα τα κορίτσια θα έρθει και ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα, μεγάλο ενδιαφέρον.

Ήρθε, ο οποίος ήταν και ωραίος και βάζανε μουσική. Εγώ καθόμουν και ο Φρέντυ Γερμανός βάζει τη Μόνα Λίζα, έρχεται με καλεί, χορεύουμε. Ξαναβάζουν τη Μόνα Λίζα, ήταν πολύ μόδα το τραγούδι αυτό, ξανάρχεται, με σηκώνει και ξανά, τρεις φορές. Και δεν σήκωσε την Αλίκη που ήταν μπροστά. Εγώ δεν έδωσα σημασία, ήμασταν στην εβδόμη, εγώ έπρεπε να τελειώσω την ογδόη να δώσω και στο πανεπιστήμιο. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο και ήμουν πρωτοετής νομικής, κατέβαινα τη σκάλα από τον τρίτο όροφο και κάτω βλέπω τον Φρέντυ Γερμανό που με περίμενε.

Έτσι, άρχισε το ειδύλλιο αυτό το οποίο κράτησε ένα χρόνο και χάλασε από τις συνθήκες. Εγώ έμενα στο Μαρούσι, τηλέφωνο τότε δεν υπήρχε στα σπίτια, πήγαινα στο περίπτερο για να τηλεφωνήσω, ένα χιλιόμετρο δρόμος, και «έστηνε» και το αυτί του ο περιπτεράς. Επίσης δεν μπορούσα να τον δω γιατί έμπαινε στην εφημερίδα στις 7:00 το βράδυ και έκλεινε στις 3:00 και όπως είπε ο ίδιος ξεκίνησε με το να γράφει πρώτα τα φαρμακεία, ποια διανυκτερεύουν. Και έτσι δεν μπορούσαμε να ειδωθούμε. Αλλά εγώ στενοχωριόμουν λέω «τώρα Ρέα εσύ θα παραμελήσεις τις σπουδές σου».

Ήρθε μία μέρα και με πήρε από τα Αγγλικά, με περίμενε πάλι στη σκάλα κάτω και μου λέει γιατί και πως  και του είπα ότι δεν γίνεται να συνεχίσουμε και πήγαμε ποδαράτο από το Σύνταγμα μέχρι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας να πάρω εγώ το λεωφορείο. Και επέμενε γιατί να χωρίσουμε. Η μαμά του μάλιστα ήξερε το δεσμό, γαλλομαθής, μου έδινε και μένα να διαβάζω μυθιστορήματα και κρατούσα το βιβλίο εγώ να το επιστρέψω της μαμάς του. Και λέει “για όνομα του Θεού, ακόμα και το βιβλίο επιστρέφεις;”. Το πήρε βαρέως και έτσι διακόπηκε αυτή η ωραία σχέση.

Μετά, με το θάνατο της Αλίκης, δεν θυμάμαι αν εκείνος με πήρε τηλέφωνο ή εγώ και μου είπε «βρε Ρέα δεν γράψαμε κάτι για την Αλίκη, για το θάνατό της». Εγώ όμως είχα γράψει στην εφημερίδα και μου ζήτησε να του το στείλω. Και του το ‘στειλα, με πήρε πάλι τηλέφωνο και μου λέει το διάβασα, ξέρεις αυτό που έγραψες έχει στοιχεία χρονογραφήματος. Το χρονογράφημα, ξέρεις, είναι δύσκολο.

Έκτοτε, έχω γράψει, όποτε μου ‘ρθει που λέω εγώ, περί τα σαράντα πέντε άρθρα στις εφημερίδες, έδινα στην Πρόοδο και τη Ροδιακή, και πάντα έχουν τα στοιχεία αυτά, σχολιάζω την επικαιρότητα… Ζω, λοιπόν, ωραία εδώ στη Ρόδο, τη Ρόδο δεν την εγκαταλείπω. Μου είπε η αδερφή μου να πάω στην Αθήνα αλλά εγώ της απάντησα ότι σε πέντε λεπτά βλέπω τη θάλασσα από το σπίτι μου. Βέβαια, έχω τη δυνατότητα και πηγαίνω συχνά στην Αθήνα…».