Λεξιστορείν: Καραβόλοι-Σαλιγκάρια-Χοχλιοί!

Η λέξη καράβολας  είναι δάνειο από το ενετικό  caraguol, που σημαίνει σαλιγκάρι ( caracol στα ισπανικά).

Η ονομασία σαλιγκάρι είναι υποκοριστικό της λέξης σάλιαγκας και σάλιακας  και προέρχεται από τη σίελο, τα σάλια-βλέννα  που αφήνει συχνά το σαλιγκάρι καθώς σέρνεται στην γη.

O xοχλιός, ονομασία που χρησιμοποιείται για το σαλιγκάρι σε ορισμένες διαλέκτους όπως η Κρητική, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό κοχλίας (<κόχλος = ελικοειδές όστρακο) λόγω του ελικοειδούς σχήματος που είχε το κέλυφος του σαλιγκαριού.