Ο ν. 710/77, με αφορμή μιαν επέτειο

Γράφει ο Θανάσης Καραναστάσης

Συμπληρώθηκαν εφέτος σαράντα χρόνια από την ημέρα που ψηφίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος 710/77.

Είναι ο νόμος ο οποίος ορίζει λεπτομερώς το αντικείμενο της εργασίας, τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα καθώς και τις υποχρεώσεις των ξεναγών.

Καμιά κοινωνική παροχή δεν απολάμβαναν οι ξεναγοί πριν από τον νόμο αυτό. Ούτε μιαν ασπιρίνη δεν εδικαιούντο.

Παλαιοί ξεναγοί, που είχαν προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στον τουρισμό και στον πολιτισμό της χώρας, έφυγαν από τη ζωή χωρίς να προλάβουν να γευτούν το αγαθό της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της σύνταξης.

Τέτοια δικαιώματα απόκτησαν οι ξεναγοί μέσω του ν. 710, ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 1977.
Για να γίνει αυτό προηγήθηκε μία τετραήμερη, αν θυμάμαι καλά, πανελλήνια απεργία τον Απρίλιο του ίδιου έτους.

Είχαν επίσης υποβληθεί σχετικές ερωτήσεις στη Βουλή από όλα τα κόμματα εκείνης της περιόδου.
Εκείνο τον καιρό έτυχε να είμαι πρόεδρος  του τοπικού συλλόγου, ο οποίος αργότερα πήρε τη μορφή σωματείου και έγινε μέλος του Εργατικού Κέντρου Ρόδου.

Μαζί με μιαν ολιγομελή ομάδα συναδέλφων αναλάβαμε το βάρος της κινητοποίησης και της προβολής των αιτημάτων του κλάδου μας.

Απέναντι μας είχαμε εχθρικά διακείμενους τους εργοδοτικούς φορείς, ορισμένους καταστηματάρχες, κάποιους οδηγούς και τους ξένους τουριστικούς αρχηγούς, ειδικά τους σκανδιναβούς.

Οι τελευταίοι μας έβριζαν και μας έφτυναν, όταν στο παλιό αεροδρόμιο των Μαριτσών ανοίξαμε πανό και μοιράζαμε ενημερωτικά κείμενα στους αφικνούμενους τουρίστες όπου εξηγούσαμε τους λόγους της απεργίας μας.

Τέτοιου επιπέδου πολιτισμό κουβαλούσαν πάνω τους αυτοί οι τύποι. Παρά τα όσα όμως προέβλεπε ο νόμος 710 για τους ξεναγούς, οι διεκδικήσεις μας συνέχισαν να τελούν υπό αμφισβήτηση.

Οι τουριστικοί πράκτορες δεν δέχονταν τον εξηρτημένο χαρακτήρα της εργασίας μας.

Έτσι, μέσα στη δεκαετία του 1980, ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις, όπως και δικαστικές περιπέτειες μέχρις ότου δικαιωθούν οι απολύτως νόμιμες διεκδικήσεις μας. 

Οφείλω να πω, ότι οι ξεναγοί χρεωστούν πολλά στον τότε πρόεδρο του σωματείου, Γιώργο Καλούδη, και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για την επιτυχή έκβαση των αγώνων εκείνης της περιόδου.

Με σεβασμό προς την μνήμη τους οφείλω να σημειώσω, ότι ο περί ξεναγών νόμος ψηφίστηκε επί Γεωργίου Ράλλη, υπουργού προεδρίας της τότε κυβερνήσεως και με γ.γ. του ΕΟΤ τον Τζαννή Τζαννετάκη.

Να προσθέσω επίσης, ότι κάποια πρώτα νομοθετήματα για το επάγγελμα του ξεναγού εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Τούτο σημαίνει πως οι νομοθέτες εκείνων των χρόνων έβλεπαν μπροστά από την εποχή τους, κάτι που επιβεβαίωσε η ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα. Πρέπει να σημειώσω εδώ, ότι η  λέξη ξεναγός (από το ξένους άγω) είναι γνωστή από την αρχαιότητα.

Αναφέρεται σε έργα των Θουκυδίδη, Πλάτωνα, Ξενοφώντα, Λουκιανού και άλλων αρχαίων πηγών ενδεχομένως.

Η λέξη αυτή είχε την εποχή εκείνη δύο διαφορετικές σημασίες: Η μία χαρακτήριζε αυτόν που οδηγούσε τον ξένον επισκέπτη στα αξιοθέατα και του έδινε πληροφορίες για τον τόπο που τον φιλοξενούσε. Η άλλη ονόμαζε έτσι τον αρχηγό ξένου μισθοφορικού στρατού.

Στις μέρες μας η εργασία του ξεναγού είναι πολυσύνθετη και ιδιαίτερα απαιτητική. Γιατί οι επισκέπτες μας προέρχονται από διάφορες χώρες, οι νοοτροπίες τους διαφέρουν σημαντικά, το κοινωνικό και μορφωτικό τους επίπεδο ποικίλλει, έχουν ειδικά ενδιαφέροντα και άλλα πολλά.

Ο σημερινός τουρίστας δεν είναι πια ο περιηγητής του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ο οποίος ενδιαφερόταν κυρίως για την ιστορία, τα μνημεία και τον πολιτισμό της χώρας. 

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο επισκέπτης της εποχής μας μπορεί να ενδιαφέρεται για την ιδιομορφία της ελληνικής φύσης και του τοπίου, για τα ξεχωριστά οικοσυστήματα, για το πώς προστατεύουμε το περιβάλλον, πώς διαχειριζόμαστε τον υδάτινο πλούτο της χώρας. Μπορεί να τον ενδιαφέρουν τα σπάνια φυτά ή τα ερπετά στη χώρα μας. 

Μπορεί να θέλει να πληροφορηθεί κοινωνικά, εργασιακά, θρησκευτικά ζητήματα ή πώς συμπεριφέρεται το κλίμα στην περιοχή μας.  Ακόμη και πώς κτίζουμε τα σπίτια μας ερωτούν πολλοί. Σε όλα αυτά ο ξεναγός πρέπει να είναι έτοιμος να ανταποκριθεί με τρόπο υπεύθυνο και σοβαρό. Πολύτιμες γνώσεις για τη δουλειά του αποκτά μέσω της εκπαίδευσης του στις σχολές ξεναγών.

Δεν μένει, όμως, μόνο σ’ αυτές. Αν θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του οφείλει να μελετά και να ενημερώνεται για ο,τιδήποτε νέο αποκαλύπτει η επιστημονική έρευνα. Επιπλέον πρέπει να καλλιεργεί την δική του τεχνική ξενάγησης προκειμένου να κρατεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των ανθρώπων που έχει απέναντι του, να μην τους φορτώνει με περιττές πληροφορίες και να μην τους κουράζει.

Αυτός είναι ο επαγγελματίας στο πρόσωπο του οποίου ο ξένος επισκέπτης βλέπει τη συνολική εικόνα της χώρας μας.

Μακάρι να το συνειδητοποιούσαν αυτό οι εκάστοτε ηγεσίες του ελληνικού τουρισμού και οι επιχειρηματίες του χώρου. Εάν συνέβαινε αυτό δεν θα επέτρεπαν στους απαίδευτους και στους άσχετους γενικά να αλωνίζουν στο επάγγελμά μας.

Τελειώνοντας δύο πράγματα έχω να πω στους νεώτερους συναδέλφους μου: Το ένα είναι να ξέρουν, ότι όσα δικαιώματα απολαμβάνει σήμερα ο κλάδος μας δεν έπεσαν από τον ουρανό. Κάποιοι παλαιότεροι ξεναγοί αγωνίστηκαν γι’ αυτά.

Το άλλο είναι να κρατούν πάντα ψηλά την ποιότητα της δουλειάς τους. Αυτό είναι ο πατριωτισμός που ωφελεί την πατρίδα μας. 

Άσκησα το επάγγελμα του ξεναγού για σαράντα και κάτι χρόνια και έζησα απ’ αυτό. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια υπήρξε και ο νόμος 710 του 1977. Έτσι σκέφθηκα να υπενθυμίσω το γεγονός αυτό με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τότε που συνέβη.

Εύχομαι το 2018 να αποβεί δημιουργικό και επωφελές για όλο τον κόσμο.